Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

ΤΑ ΣΥΓΧΩΡΟΧΑΡΤΙΑ

Η αναρρίχηση στον πατριαρχικό θρόνο με την εξαγορά ήταν  βήμα για μια πορεία συσσώρευσης πλούτου και επέκτασης εξουσιών. Ένας από τους συνηθέστερους τρόπους πλουτισμού των πατριαρχών ήταν η διακίνηση των συγχωροχαρτιών, μια δραστηριότητα που φαίνεται να άρχισε κατά τον 15ο αιώνα, πριν ακόμα αλωθεί η Πόλη από τους Οθωμανούς, και να τελείωσε στα μέσα του 20ου, πιθανόν περί το 1957 (πατριάρχης Ιεροσολύμων Τιμόθεος)!
Αν και σήμερα αποσιωπούνται τα συγχωροχάρτια στην επίσημη (σχολική) Ιστορία και η μόνη αναφορά σ' αυτά γίνεται σε σχέση με την παπική Εκκλησία, ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος έγραφε το έτος 1715 ότι τα ορθόδοξα συγχωροχάρτια αποτελούν «συνήθεια και παράδοσιν αρχαία».
Το έτος 1727 επικύρωσε μια ορθόδοξη σύνοδος τη «νομιμότητα» αυτών των χαρτιών με μόνο περιορισμό να εκδίδονται από τα πατριαρχεία Κων/πόλεως, Αλεξανδρείας, Ιερουσαλήμ και Αντιοχείας και όχι από άλλους κληρικούς, προφανώς για να αποφευχθεί κάποια πληθωριστική διακίνηση. Μάλιστα στα πρακτικά της συγκεκριμένης ορθόδοξης συνόδου παρέχονται και υπηρεσίες ορολογίας: «...η μεν ανατολική του Χριστού Εκκλησία ονομάζει συγχωροχάρτια, Λατίνοι δε ταύτα καλούσιν ιντουλγκέντζας» 
(βλέπε Φίλιππος Ηλιού: «Τα συγχωροχάρτια», Περιοδικό «Τα Ιστορικά»)
Τα συγχωροχάρτια αγοράζονταν, τόσο από συγκεκριμένα πρόσωπα, όσο και από ομάδες, π.χ. «κάτοικοι Κυδωνίας Κρήτης», χωρίς να εξετάζεται αν είχαν επισκεφτεί αυτά τα άτομα ή οι αντίστοιχες ομάδες κάποιο πατριαρχείο ή κάποια επισκοπή. Όχι ότι θα έπαιρνε αυτή η ιστορία εμπορικής εκμετάλλευσης της όποιας «πίστης» κάποια διαφορετική σημασία, αν είχε θεσπιστεί η αυτοπρόσωπη παρουσία. η «διευκόλυνση» στην απόκτηση των χειρόγραφων ή τυπωμένων συγχωροχαρτιών δείχνει όμως ότι αποκλειστικός στόχος τους ήταν ο πλουτισμός του εκδότη τους και δεν υπήρχε ούτε ίχνος, έστω παραστρατημένης θεοσέβειας!
Συνήθως κυκλοφορούσε ένας εκπρόσωπος κάθε πατριαρχείου και διέθετε σε κάθε ενδιαφερόμενο τέτοια χαρτιά, έναντι του σχετικού αντιτίμου. Όταν μάλιστα παρουσιαζόταν καθ' οδόν μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ζήτηση και τελείωναν τα έντυπα, στα οποία χρειαζόταν απλώς να συμπληρωθεί το όνομα του «συγχωρουμένου» προσώπου, εζητείτο γραπτώς από τη διοίκηση του εκάστοτε πατριαρχείου η αποστολή νέων. Αυτή η αλληλογραφία με απολογισμό εσόδων έχει εν μέρει διασωθεί κι έτσι έχουν γίνει γνωστά διάφορα περιστατικά. 
(Φίλιππος Ηλιού)
Το είδος των αμαρτημάτων που «συγχωρούνταν» δεν αναγραφόταν στα έντυπα, αλλά εκάλυπταν αμαρτίες νεκρών (κυρίως από το πατριαρχείο Κων/πολης) και αμαρτίες ζωντανών, αμαρτίες εξομολογημένες και αμαρτίες ανομολόγητες, ως και αμαρτίες που επρόκειτο να διαπραχθούν νυν και αεί. ήταν λοιπόν συγχωροχάρτια «γενικής δράσης». Συχνά αναφερόταν δε ότι ο «αναμάρτητος», πλέον, είχε καταβάλει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό!
Στη Δύση πρέπει να εμφανίστηκαν τα συγχωροχάρτια επί πάπα (άγιου) Γρηγορίου Ζ' (Hildebrand της Sovana), τον 11ο αιώνα. Η συστηματική εκμετάλλευσή τους έγινε από τον Ουρβανό Β' (Odo de Chatillon), στα χρόνια της 1ης Σταυροφορίας, και δίδονταν σ' όσους συμβάλανε οικονομικά στην ανοικοδόμηση της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Ο ίδιος έδωσε το προνόμιο έκδοσης συγχωροχαρτιών για τη γερμανική Σαξονία σε μια αδελφή του. από εκεί κληρονόμησε αργότερα το εκδοτικό προνόμιο ένας άπληστος επίσκοπος, ο οποίος πλημμύρησε τη Γερμανία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προκαλέσει αργότερα την αγανάκτηση του Λούθηρου.
Κάποια μεταγενέστερη εποχή φαίνεται να εξεδήλωσε ο πάπας της Ρώμης τη δυσφορία του για την καταπάτηση του αποκλειστικού «δικαίωματός του» (!) λόγω έκδοσης συγχωροχαρτιών από τους Ορθοδόξους, οπότε η αντίδραση των Ανατολικών ήταν αποφασιστική, όπως συμβαίνει πάντα σε θέματα θεολογικών αρχών: «... το δε λέγειν αποκεκληρωμένος έχει την εξουσίαν του διδόναι ταύτα μόνον ο Ρώμης Πάπας, ψεύδος εστί προφανές και της των Λατίνων ατόπου καινοτομίας»
(Ι.Ν. Καρμίρης: Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία).
Στα τέλη του 17ου αιώνα εκδηλώθηκε στάση από τον ηγούμενο της μονής του Σινά, Ανανία, ο οποίος βρισκόταν σε ανταγωνισμό με την Ιερουσαλήμ για την προσέλκυση «πιστών» στα προσκυνήματα. Με την ανεξαρτητοποίησή του εξέδωσε ο Ανανίας δικά του συγχωροχάρτια, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την έχθρα των τεσσάρων ορθόδοξων πατριαρχών. Του καταλόγισαν λοιπόν σε πατριαρχική σύσκεψη την αποστασία αλλά πρωτίστως την οικειοποίηση του «δικαιώματός» τους για έκδοση χαρτιών συγχωρήσεως από πάσης αμαρτίας: «... ετόλμησε διαμερίζειν και συγχωροχάρτια στάμπινα ο ηγούμενος, όπερ μόνον τοις Πατριάρχαις εφειμένον εστί», όπως αναφέρεται σε εγκύκλιο που εξέδωσε το έτος 1689 ο πατριάρχης Κων/πόλεως Καλλίνικος. Εδώ μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο ηγούμενος Ανανίας έδειξε κλασική αχαριστία παραγιού, ο οποίος έμαθε την τέχνη πλουτισμού κοντά στους μαΐστορες και θεώρησε καλό να αυτονομηθεί και να «δουλεύει» πλέον για δικό του λογαριασμό...
Κατά τα τελευταία χρόνια, μετά τις δημοσιεύσεις του Φ. Ηλιού θυμήθηκαν διάφοροι εκκλησιαστικοί παράγοντες να ασχοληθούν με το «ξεχασμένο» και «αποσιωπημένο θέμα» των ορθόδοξων συγχωροχαρτιών. Κατάληξη αυτής της ενασχόλησης ήταν, αρχικά η ομολογία ότι αυτά (φυσικά) υπήρχαν και στη συνέχεια ακολουθούσε η προσπάθεια συσκότισης: ήταν για καλό σκοπό τα ορθόδοξα συγχωροχάρτια, όχι σαν τα παπικά, τα οποία ήταν για εμπόριο. «Η παπική θεολογία, το παπικό υπόβαθρο που σχετίζεται με τα Συγχωροχάρτια δεν υπάρχει σε μας. Απλούστατα απαντούν στον λαό, ότι «Κι εμείς συγχωρούμε» και βγάλανε αυτά τα κείμενα που είναι ΣΑΝ Συγχωροχάρτια, "οιωνεί Συγχωροχάρτια"».
Καταρχάς, η δήθεν απουσία «θεολογικού» υποβάθρου για τα συγχωροχάρτια στην Ανατολή, αποτελεί ανακρίβεια, αφού υπάρχει απόφαση πατριαρχικής συνόδου του 1727. Συνεδρίασαν οι πατριάρχες χωρίς τη συνδρομή του Αγίου Πνεύματος; Σίγουρα, δεν έχει εντοπιστεί ή αποκρύπτεται στα αρχεία κάποια μακροσκελής αιτιολόγηση, πιθανόν επειδή δεν βρέθηκε ή δεν τόλμησε κανείς να αμφισβητήσει δημόσια τα συγχωροχάρτια κι έτσι έμεινε η «θεολογική πραγματεία» στα αζήτητα. Είναι γνωστό ότι πολύ συχνά κατήγγειλαν εκκλησιαστικοί κύκλοι στην οθωμανική διοίκηση αντιφρονούντες χριστιανούς ως «αιρετικούς» ή «στασιαστές» και από εκεί κατέληγαν οι καταγγελόμενοι σε βασανιστήρια και σε εκτέλεση.
Αλλά και στην απλούστερη των δυνατών εκδοχών, ισχυρίζονται ότι κυκλοφόρησαν οι Ανατολικοί τα συγχωροχάρτια, περίπου επί 5 αιώνες, μόνο για λόγους ανταγωνισμού, για να μην φανούν υποδεέστεροι των Δυτικών! Νέο καπέλο, εσείς, νέο κι εμείς, νέο αμάξι εσείς, νέο κι εμείς! Προσπαθούν να μας πείσουν ότι με αυτό το μικροαστικό σκεπτικό ενεργούσαν οι πατριάρχες, τη στιγμή που ξέρουμε ότι προέκυπτε ζεστό χρήμα από το εμπόριο αυτών των προϊόντων «πίστης και αφοσίωσης»!
Ο θεολόγος και καθηγ. πανεπιστημίου Σάββας Aγουρίδης υποστηρίζει, για το ίδιο θέμα, ότι πρόκειται για «πράγματα, για τα οποία η Ανατολική Εκκλησία κατηγορεί τη Δυτική, στην ουσία τα εφαρμόζει όμως και ή ίδια με πολύ ασήμαντες παραλλαγές...»
(Σ. Χαραλαμπάκη: «Τα ανάποδα της θρησκείας»).
Πάντως και η καθολική εκκλησία σε κείμενά της «Τί είναι και τί δεν ήταν τα συγχωροχάρτια», περίπου τα ίδια ισχυρίζεται, κάτι «σαν συγχωροχάρτια» μοίραζαν κι εκείνοι, αλλά κάποιοι κακοί τα εκμεταλλεύτηκαν...
Διάφοροι εκκλησιαστικοί «ερμηνευτές» λόγων και γεγονότων υποστηρίζουν ότι τα συγχωροχάρτια ήταν επιβεβαιωτικά κάποιας προϋπάρχουσας ή μελλοντικής συγχώρησης από τον ενοριακό ιερωμένο, αλλά δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί εκδίδονταν αυτά ακόμα και για ήδη πεθαμένους ή γιατί μπορούσε να τα προμηθευτεί μαζικά οποιοσδήποτε στα Ιεροσόλυμα και αλλού και να τα διανείμει, μετά την επιστροφή του, ως δώρο σε συγγενείς και φίλους, αφού συμπλήρωνε στην προβλεπόμενη θέση το όνομα του αποδέκτη (κάτι σαν λαχνούς σε πολυκαταστήματα).
Όπως αναφέρει στα άρθρα του ο Φ. Ηλιού, πολλά από τα συγχωροχάρτια που εκδόθηκαν για ζώντες, έχουν χαθεί επειδή τοποθετούνταν στα χέρια των αποθανόντων στο φέρετρο. Καθένας μπορεί να αντιληφθεί σε ποιου είδους «πίστη» καθοδηγείτο και καθοδηγείται ακόμα ο αμαθής λαός με την προώθηση τέτοιων «βεβαιώσεων» από την ανατολική και τη δυτική χριστιανική Εκκλησία.
Ενδιαφέρον είναι εδώ να επαναλάβουμε ότι, ενώ τα παπικά συγχωροχάρτια αναφέρονταν και περιγράφονταν στα ελληνικά σχολικά βιβλία, για τα ορθόδοξα ποτέ και πουθενά δεν γινόταν κουβέντα, έστω και υποστηρικτικά - μια και συζητιέται αυτή την εποχή το θέμα ενός σχολικού βιβλίου Ιστορίας. Έπρεπε να έρθει ο μακαρίτης Φ. Ηλιού να βγάλει τα συγχωροχάρτια από το σεντούκι της λησμονιάς και να αναγκάσει άλλους να σιωπούν και άλλους να επινοούν μύριες δικαιολογίες γι αυτή την αθλιότητα.
Η ειλικρινής ομολογία ότι ο εκκλησιαστικός μηχανισμός ενδιαφερόταν για το χρήμα, ακόμα και στις δύσκολες στιγμές του λαού, τους είναι αδιανόητη, αφού σε όλη την ιστορία του χριστιανισμού μόνο το ψεύδος, η συκοφαντία και η αποσιώπηση τους εξυπηρέτησε! Και φυσικά, πρέπει να υποβληθεί δραστική ένσταση εναντίον αυτού του σχολικού βιβλίου Ιστορίας, αφού παραλείπει ένα σημαντικό και αναμφισβήτητο γεγονός - εκτός αν το αναφέρει κάπου και δεν το είδα, τόσο γρήγορα που το διάβασα.
Σ' αυτή τη διεύθυνση περιέχονται σε μορφή πρακτικού οι επισκέψεις και οι εισπράξεις ενός Χρύσανθου Νοταρά (1663-1731, από το 1707 πατριάρχης Ιεροσολύμων), μερικές από τις οποίες οφείλονται σε συγχωροχάρτια, ενώ άλλες αναφέρονται απλά ως «εισφορές».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου