Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

O ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο Έφηβος των Αντικυθήρων
ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΜΥΗΣΗΣ
Ο άνθρωπος είναι το ευγενέστερο και το πιο βάρβαρο πλάσµα της δημιουργίας, θνητό και αθάνατο, εξελισσόμενο προς τη θεία κατεύθυνση ή αφανιζόµενο στον βούρκο του υλισµού. Δεν είναι τυχαίο δημιούργημα των τυφλών φυσικών δυνάμεων. Είναι ένα πολυσύνθετο θεϊκό δημιούργημα, που ζει αιώνια µε τις συνεχείς ενσαρκώσεις του.
Όλες οι ενέργειες του ανθρώπου είναι δεµένες μεταξύ τους και συσχετίζονται µε προγενέστερα αίτια, που οφείλονται στις διαδοχικές ενσαρκώσεις του.
Ο εγκέφαλος παράγει τρία είδη ενεργειών: τις σκέψεις, που είναι νοητική ενέργεια, τις επιθυμίες, που είναι αστρική ενέργεια και τις πράξεις, που είναι υλική ενέργεια.
Όλες οι λειτουργίες στο σώµα ρυθμίζονται από τον εγκέφαλο που είναι και το πιο άγνωστο τµήµα του ανθρωπίνου σώµατος σε ότι αφορά τον τρόπο λειτουργίας του. Ο εγκέφαλος ενεργοποιείται από τον νου µε ακτίνες νιονικής ενέργειας, οι οποίες δονούν τα κύτταρα των εγκεφαλικών νευρώνων και αυτά ερμηνεύουν τις πληροφορίες που παίρνουν. Αµέσως προκαλούνται κυτταρικές δονήσεις που αποστέλλονται υπό μορφή ακτινοβολιών σε όλα τα σηµεία του σώµατος και τα οποία παράγουν µε τη σειρά τους προκαθορισμένα αποτελέσµατα δονήσεων και ενέργειας.
Οι δονήσεις αυτές ονοµάζονται νοητική ενέργεια, που εκδηλώνεται µε ισχύ και ένταση, ανάλογη των γνώσεων και της ευφυΐας του ατόµου και διαφοροποιείται από την κατάσταση της υγείας του εγκεφάλου. Όλα τα κύτταρα του ανθρώπινου σώµατος ευρίσκονται σε συνεχή δόνηση και παράγουν διάφορες µορφές ενέργειας, οι οποίες µετατρέπονται σε πληροφορίες από τα διάφορα κέντρα του εγκεφάλου.
Οι επιθυµίες του ανθρώπου είναι υλικές, ψυχικές και πνευµατικές και ονοµάζονται αστρική ενέργεια, επειδή δηµιουργούνται από το αστρικό σώµα του ανθρώπου. Ό,τι αγαθό επιθυµεί περισσότερο ο άνθρωπος, αν το ζητήσει µε πίστη, η φύση του το προσφέρει πάντα στον κατάλληλο χρόνο. Η ιεράρχηση των επιθυµιών είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα ζώα.
Όλες οι πράξεις του ανθρώπου είναι αποτέλεσµα της υλικής ενέργειας και των πληροφοριών που συλλέγει και αξιολογεί ο εγκέφαλος µε τις αισθήσεις του και ενεργεί ανάλογα.
Πολλοί άνθρωποι απορούν γιατί δεν µπορούµε να θυµηθούµε προηγούµενες ενσαρκώσεις µας. Αν θυµόµασταν προηγούµενες ενσαρκώσεις πιθανότατα δεν θα είµασταν ποτέ ευτυχισµένοι. Το ότι δεν θυµόµαστε τίποτε, πρέπει να το θεωρήσουµε θεϊκή παροχή προς τον άνθρωπο. Αλλά ούτε τις εµπειρίες του πρώτου έτους τις ζωής µας θυµόµαστε. Σηµαίνει πως δεν υπάρχουν;
Ο κοινός άνθρωπος είναι αδύνατο να θυµηθεί προηγούµενες ζωές του. Αυτό όµως ήταν κάτι που µπορούσε να κάνει ο Μύστης της Αρχαιότητας. Η άρρητη γνώση δίνει την ικανότητα στον εγκέφαλο να συλλαµβάνει τις ακτίνες που συνδέουν το φυσικό ανθρώπινο σώµα µε τον αιώνιο υπερβατικό εαυτό του, που τον ακολουθεί. [Διόραση, Διακοή, Διαίσθηση, μεταβίβαση ή υποκλοπή σκέψεων]. Όταν ο εγκέφαλος εξασκηθεί και φθάσει στην ανώτερη βαθµίδα κατανόησης του κόσµου, τότε µπορεί να πάρει επαφή µε το παρελθόν του και να θυµηθεί τις ενσαρκώσεις του, γιατί έχει ενσαρκωθεί χιλιάδες φορές.
Γεράσιµος Καλογεράκης - Η Υπέρτατη Μύηση, σελ.57 - 58 & 65 - 66, εκδόσεις Δίον

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΚ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ, ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΟΛΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΤΟΥ ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΟΥ ΕΠΙ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΝ.

Το θέμα της μετενσαρκώσεως, είναι θεμελιώδης όρος της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας και Θεολογίας και άνευ αυτής δεν εδραιώνεται το ενιαίον της αλύσου της Ελληνικής Γραμμής.
Η μετενσάρκωσις αρχήν έχει εις τον Ορφισμόν. Η θεολογική αύτη θέσις ενεφανίσθη εις αρχαιοτάτους χρόνους. Η σχετική μελέτη του αστρονόμου Κων. Χασάπη, σχετικώς με την αρχαιότητα και την χρονολόγησιν των Ορφικών κειμένων, ευρίσκεται εις τα "ΟΡΦΙΚΑ", Ιωάννου Δ. Πασσά, κεφ. Θ'. Η ηλικία των Ορφικών Ύμνων, σελ. 101 - 110, εκδ. ΗΛΙΟΣ.
Αι Ορφικαί Πινακίδες των Ελευθερνών της Κρήτης, της Κατω Ιταλίας, και αι συνεχώς ανακαλυπτόμεναι νέαι εις διάφορα μέρη της Ελλάδος, είναι αποκαλυπτικαί, ως προς την παλινδρομικήν κίνησιν της αθανάτου ψυχής, μεταξύ ζωής και θανάτου δια του "τάφου"/σήματος/σώματος (Πλάτωνος "Κρατύλος" 400c).
Αι κρήναι της Λήθης και της Μνημοσύνης τροφοδοτούν τας ψυχάς με το απαραίτητον ύδωρ, συμβολικήν επιθυμίαν ενσαρκώσεως και απαραίτητον συστατικόν στοιχείον ψυχής και σώματος κατά τον γήινον βίον.
Αι περιγραφαί αμφοτέρων, Ιαμβλίχου και Πορφυρίου, είναι μία φυσική και αυτονόητος κοινή αποδοχή των θεολογικών εν λόγω πεποιθήσεων με παράδειγμα τον ίδιον τον Πυθαγόρα. Ο Απολλώνιος αυτός νους ενεθυμείτο και κατωνόμαζε τας προηγουμένας του ενσαρκώσεις. Διέκρινε δε και εις τούς άλλους τούς προτέρους των βίους.
Εις τον Διογένην τον Λαέρτιον, ("Βίοι Φιλοσόφων" 4 - 5), διαβάζομεν ότι ο Πυθαγόρας ενεθυμείτο τούς εξής προγενεστέρους βίους του: ως Αιθαλίδης, ως Εύφορβος, ως Ερμότιμος και ως Πύρρος.
Αι απόψεις του Πλάτωνος, αι οποίαι εκφράζονται δια στόματος Σωκράτους, είναι συντριπτικαί.
Ως γνωστόν, ο Σωκράτης ουδέν γραπτόν κείμενον άφησεν, συνεπώς γνωρίζομεν την διδασκαλίαν του μέσω του Πλάτωνος.
Ο χώρος δεν επιτρέπει μία πλήρη απαρίθμησιν των σχετικών κειμένων του Πλάτωνος. Οι αναγνώσται θα ανεύρουν ολίγας μόνον εκ των αναγκαίων φιλοσοφικών αναλύσεων επί του θέματος εις τα κάτωθι ένδεκα κείμενα του Πλάτωνος:
Μετενσάρκωσις. Μένων, 81C: "Άτε ουν η ψυχή αθάνατός τε ούσα και πολλάκις γεγονυία, και εωρακυία και τα ενθάδε και τα εν Άδου και πάντα χρήματα, ουκ έστιν ο τι ου μεμάθηκεν.... το γαρ ζητείν άρα και το μανθάνειν ανάμνησις όλον εστίν".
Οι λόγοι είναι του Σωκράτους προς τον φίλον του Μένωνα. Εξυπακούεται ότι η ανάμνησις είναι η ενθύμησις των προτέρων βίων της ψυχής. Ο νεαρός δούλος του Μένωνος ενεθυμήθη, δια της μαιευτικής του Σωκράτους, την λύσιν του Δηλίου γεωμετρικού προβλήματος του ναού του Απόλλωνος, αν και ήτο τελείως απαίδευτος.
Φαίδων 70D: "ουδαμόθεν άλλοθεν γίγνονται οι ζώντες η εκ των τεθνεώτων".
Φαίδων 72: "Ομολογείν άρα ημίν και ταύτη τούς ζώντας εκ των τεθνεώτων γεγονέναι ουδέν ήττον η τούς τεθνεώτας εκ των ζώντων" (Συμφωνούμεν λοιπόν, ότι και κατά τούτον τον τρόπον, ότι οι ζώντες εκ των τεθνεώτων έχουν προέλθει, όπως οι τεθνεώτες εκ των ζώντων).
Φαίδων 72Ε - 76Ε: Η πλήρης θεωρία της αναμνήσεως βασίζεται επί των επανενσαρκώσεων.
Φαίδων 77Β: Δια των επιχειρημάτων σχετικώς με την αθανασίαν της ψυχής και της θεωρίας της μετενσαρκώσεως του Σωκράτους, Κέβης και Σιμμίας "ομολογούν" ότι έχουν επαρκώς πεισθή περί τούτων.
Φαίδων 91D - 93: Ο Σωκράτης αναπτύσσει την σχέσιν της προϋπάρξεως των ιδεών μετά της αθανάτου ψυχής.
Πολιτεία 498D: Εις την σημαντικήν αυτήν περικοπήν ο Σωκράτης αναφέρεται εις μελλοντικήν συνάντησιν των παρευρισκομένων, οι οποίοι τώρα μεν δεν εννοούν την διδασκαλίαν του, όμως υπάρχει το ενδεχόμενον όπως την κατανοήσουν εις μελλοντικήν των ενσάρκωσιν. Ο μεταγενέστερος αυτός χρόνος των εκ νέου ενσαρκωθεισών επί της γης ψυχών δεν είναι τίποτα συγκρινόμενος με την αιωνιότητα, λέγει ο Σωκράτης εις τον ακροατήν του, ο οποίος θεωρεί μακρυνόν τον χρόνον της επομένης ενσαρκώσεως.
Φαίδρος 248D - 249C: Αναλόγως της ποιότητος της ψυχής και της συνακολούθου πορείας της η εμφύτευσίς της γίνεται εις αντίστοιχον σώμα. Ο Πλάτων απαριθμεί δια του Σωκράτους οκτώ τάξεις. Υπάρχει συσχετισμός μεταξύ του ανωτέρω κειμένου και του αποσπάσματος 140 του Εμπεδοκλέους.
Πολιτεία 620: ο Μύθος του Ηρός είναι η μυθοπλασία της μετενσαρκώσεως και της μετεμψυχώσεως. Η Πολιτεία, το κορυφαίον αυτό "περί δικαιοσύνης" έργον του Πλάτωνος, έχει ως κατάληξιν την θεωρίαν των πολλαπλών ενσάρκων βίων, μέσω ενός μύθου.
Στόχος του φιλοσόφου είναι να μείνη ανεξίτηλος η ανάμνησις των πολλαπλών βίων εις την ψυχήν του αναγνώστου της Πολιτείας. Ο Πλάτων φέρει την ηρεμίαν εις την ψυχήν, εις την οποίαν δίδεται η ευκαιρία δια της αυτοβελτιώσεως να επιστρέψη εις τον κύκλον του "ταυτού", εκ του οποίου προήλθεν.
Τίμαιος 41D - 42D: Ο κύκλος του "ταυτού" ορίζει την προέλευσίν μας εκ των άστρων και ο κύκλος του "Θατέρου" την άφιξίν μας εις τας ενσαρκώσεις. Μετά την εξελικτικήν πορείαν της ψυχής δια των επανενσαρκώσεων και μετεμψυχώσεων, επέρχεται η ανελικτική μας επιστροφή εις τούς αστέρας. Προ της επιστροφής όμως αι επανενσαρκώσεις / μετεμψυχώσεις εμφανίζονται και εις τον Τίμαιον (42Β - D).
Την θεωρίαν της δημιουργίας του κόσμου αναπτύσσει ο Τίμαιος, πυθαγόρειος φιλόσοφος. Ο Πλάτων δεν θέτει την θεωρίαν της καθολικής δημιουργίας εις το στόμα του Σωκράτους, αλλά ανάγει αυτήν εις τον Πυθαγορισμόν, συνδέων τας πεποιθήσεις του Σωκράτους και του ιδίου μετά των Πυθαγορείων. Η άλυσος είναι αρραγής.
Εν συνεχεία νεοπυθαγόρειοι και νεοπλατωνικοί ασπάζονται το θέμα της μετενσαρκώσεως με κατάληξιν τον Πρόκλον, ο οποίος (εν Τιμαίω ΙΙΙ 297) επιδίδεται εις την ανάγκην της λυτρώσεως της ψυχής, βασικόν αίτημα πάσης μυήσεως. Ο Πρόκλος εις τον Ύμνον των Μουσών αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής:
"Από τούς κόλπους της πολυπράγμονος ζωής,
όπου η γέννησις μυριάκις την παραπλανά,
έλξατε την ψυχήν μου προς το αγνόν φως....".
Αι Μούσαι/Μυήσεις, θυγατέρες Μνημοσύνης και Διός,
είναι αι απαλλάσσουσαι την ψυχήν
εκ του κύκλου των μετενσαρκώσεων.
Προΰπαρξις δε και κορύφωσις όλων των ανωτέρω κειμένων ήσαν τα Ελευσίνια Μυστήρια και όχι μόνον. Αν και ελάχιστα γνωρίζομεν επί της ουσίας των δρωμένων των Μυστηρίων, εν τούτοις είναι βέβαιον ότι άνευ της θεωρίας της μετενσαρκώσεως δεν θα υπήρχαν τα Άρχαία Ελληνικά Μυστήρια.
Τα ανωτέρω αποσπάσματα εκ της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας αποτελούν ελάχιστον δείγμα του όλου οικοδομήματος της Δικαιοσύνης, του θεμελιωμένου επί της θεωρίας των μετενσαρκώσεων.
Οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι εάν ερευνήσουν το επίμαχον θέμα θα ανεύρουν εις τα αρχαία κείμενα πολλαπλασίας πλήρεις σχετικάς επεξηγήσεις.
Αλτάνη, Π. Φ., ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005 (Απόσπασμα)
Ολόκληρο το άρθρο: http://www.altani.gr

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

ΑΣΤΡΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΜΥΧΟ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Αν σηκώσεις τα μάτια ψηλά, μια καθαρή νύχτα του Αλωνάρη ή του Γενναρίου, και κοιτάξεις με βλέμμα θηλυκό, θα βρεις να σέρνεται στη μαύρη απανωσιά του θόλου ολόκληρη η επιφάνεια της γης και της πολιτείας μας με την πάλη και με την ποικιλία της.
Ένα ένα θα ξεχωρίσεις όλα τα είδη της έντρομης πανίδας. Τα αγρίμια, τα θηρία, τα ζουλάπια, τα ερπετά, τα σαρκοβόρα, τα τέρατα. Θα ιδείς το Σκορπιό και τη Σαύρα, την Ύδρα, τον Καρκίνο, το Κήτος, τη Μικρή και τη Μεγάλη Αρκούδα. Θα ιδείς το Αρκουδάκι τους, τον Αρκτούρο. Το Δράκοντα, την ουρά και το κεφάλι του Όφι. Την Cauda και το Caput, που τα κρατά στα χέρια του ο Οφιούχος.
Όλα ετούτα τα σκορπιστά τερατοειδή είναι απειλές και δηλητήρια, είναι ο φόβος και ο κίνδυνος που σου παγώνουν το αίμα. Φαντάζεσαι να τά 'βλεπες ξαφνικά στον κήπο σου το πρωί, ή στην κάμαρη που κοιμάσαι;
Όμως έχουν και το άλλο τους νόημα. Όταν τα εννοήσεις ζωντανά μέσα στην κοινωνία που ζούμε. Πολύ περισσότερο μέσα στην ίδια τη ζωή μας, που άλλοι μας την έφτιαξαν τέτοια.
Είναι το φαρμάκι της ιδεαλιστικής παγίδας. Είναι η κακούργα βδελυγμία του ιερατείου. Είναι ο δόλος και η απάτη, η πλάνη, η σκόπιμη παραποίηση της φυσικής αλήθειας, η δεισιδαιμονία, το ξεγέλασμα.
Είναι η κακουργίδα τάξη και διαταγή, που καθιέρωσαν στη ζωή μας το αρχοντολόγι και το πρωτάτο. Οι βασιλιάδες, oι κυβερνήτες, οι στρατηγοί και οι κουλήδες τους. Όλη η ασπόνδυλη φάρα των καλλιτεχνών, των διανοούμενων, και των καλαμαράδων. Εκείνοι οι βρυκολάκοι με τα μεγάλα λόγια. Με τα μετάλλια του τύφου στο στήθος, τους μεγαλόσταυρους. Και με τα μεταλλεία του ψεύδους στα άντρα και στα γραφεία τους.
Ξανακοιτάς τον ουρανό αλλιώς. Τώρα βλέπεις άλλα. Οι λευκές παγωμένες κορυφές των ορέων. Με την υγεία, την παγωνιά, και την καθαρότη τους. Γενναίοι και στιβαροί άντρες χτυπάνε και τσακίζουνε όλα τα πανουργήματα, και όλα τα βροντοσαύρα.
Είναι οι μοναχικοί, οι καθαροί, οι πικροί οδοιπόροι. Τα ανοιχτά μυαλά, οι περήφανοι, οι αγέλαστοι, και οι αδάκρυτοι. Πολεμιστές, κυνηγοί, ήρωες, ευεργέτες, θεραπευτές, τοξευτήδες, αρματηλάτες, τροβαδούροι, ξεβασκαντές και λυράρηδες. Ο ζωγράφος και ο γλύπτης. O Pictor και o Sculptor. Πενήντα έξι, και διακόσια εβδομήντα έτη φωτός αντίστοιχα μακρυά από τη Γη μας.
Βλέπεις εδώ τον πελώριο Ηρακλή με το ρόπαλο. Τον αστραφτερό Ωρίωνα με το αδαμαντοκόλλητο σπαθί. Βλέπεις τον ακεστήρα Ασκληπιό, τον αλάθευτο Τοξότη, τον Ηνίοχο με το πυρωμένο αξόνι. Βλέπεις το βουκόλο Βοώτη με το ακοίμητο μάτι. Φυλάγει τα εφτά βόδια της εβδομάδας. Τις εφτά μέρες μας, να μην τις σπαταλήσουμε όπως οι σύντροφοι του Οδυσσέα τα βόδια του Ήλιου. Βλέπεις τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, τους κουροτρόφους του Ταΰγετου και του Ευρώτα.
Όλοι φέρνουν μαζί τους τα όπλα, τα σύνεργα, τα κυνηγάρικα σκυλιά. Ο Μέγας Κύων, ο Μικρός Κύων, οι Κύνες Θηρευτές.
Ξανακοιτάς τον ουρανό καταπαλαισμένο από τα θηρία, που τα κρέμασαν στα δέντρα οι πύκτες και οι δρομείς, οι αθλητές και οι ερωτόκριτοι. Μέσα του προβάλλει τώρα ο κόσμος της φυσικής αλήθειας, η ειρήνη, η εμορφιά, η μουσική του. Σε καλεί να τον περπατήσεις και να τον ευφρανθείς.
Πετάς με τα ακάμαντα φτερά του Αετού στα όρη. Ορμάς με την κυματιστή χαίτη του Λέοντα στους κάμπους. Οργώνεις τη γη με τον άγριο Ταύρο, «τον οΰρειον και άκμήτα» Αλδεδαράν. Για να σου δώσει με τον καιρό να θερίσεις τον Στάχυ της Παρθένου. Άστρο γαλάζιο και μοναχικό στο μαύρο μυχό του ουρανού. Διακόσια εβδομήντα πέντε έτη φωτός μακρυά από τη Γη μας.
Τώρα σου χαρίζεται η ντελικάτη αίσθηση που σου χρωστιέται. Με τα φτερά του Κύκνου λάμνεις στο τοπίο του φυσικού και της μοίρας σου. Με τους χορευτικούς σάλτους του Δέλφινα παίζεις στους ήχους, και στα χρώματα, και στις μυρωδιές των ημερών σου. Και τραγουδάς τραγούδια με τη Λύρα. Το Βέγα, που τη λένε αλλιώς.
Καβάλα στον Πήγασο, στο λευκό και μελανόμματο άλογο του μακρυνού και του ονείρου, λευτερώνεις, καθώς ο Περσέας, τη βραχωμένη Ανδρομέδα.
Σκύβεις επάνω της αθώο μωρό, και θηλάζεις το μακρυνό γαλαξία της τρυφεράδας της.
Τέτοια στέκεται η χρυσή οδηγία του ελληνικού ουρανού. Καθώς την τελούμε και την εκτελούμε, κατέχουμε ότι δεν ζήσαμε χαράμι. Γιατί δεν ανταλλάξαμε τον πολύτιμο πλούτο της εφήμερης ζωής με τη στέρφα πλάνη της αθανασίας.
Ταξιδεύουμε στη γή, όπως οι Δίδυμοι στον ουρανό. Με τη μέρα μας θνητή, που η αψευδής γνώση για τη μοίρα μας τηνε κάνει σχεδόν αθάνατη.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - ΓΚΕΜΜΑ

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ

Στην ψυχή ο Πλάτωνας διακρίνει τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Γι’ αυτό και αναγνωρίζει τρεις αρετές: τη σοφία, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, η καθεμία απ’ αυτές αντιστοιχεί και σε ένα από τα τρία μέρη της ψυχής. Τις τρεις αυτές αρετές τις παραλληλίζει με τις τρεις χορδές της λύρας, την υπάτη, τη μέση και τη νήτη.
Αλλά οι τρεις αυτές αρετές πρέπει να αναπτύσσονται αρμονικά, ώστε το λογιστικό, που είναι το λογικό, ως θείο να κυβερνά, το θυμοειδές, που είναι καθαρά το ψυχικό, το συναισθηματικό, να υπακούει σ’ αυτό ως βοηθός, και τα δύο μαζί να διευθύνουν το επιθυμητικό, που είναι η όρεξη, ο πόθος, για να μην επιχειρεί να άρχει αυτό, αφού είναι το πιο άπληστο και το κατώτερο μέρος της ψυχής. Από την αρμονική ανάπτυξη των τριών αυτών αρετών αποτελείται η δικαιοσύνη, η οποία είναι αρμονία των τριών άλλων αρετών.
Στην τριμερή αυτή διάκριση της ψυχής, ο Πλάτωνας υποστήριξε πως θα πρέπει να αντιστοιχεί η διαστρωμάτωση της ιδανικής πολιτείας σε τρεις τάξεις: στους κοινούς πολίτες που καθοδηγούνται στις πράξεις τους από το επιθυμητικό τμήμα της ψυχής τους, στους φύλακες, των οποίων η συμπεριφορά κυριαρχείται από το θυμοειδές τμήμα της ψυχής τους, και στους φιλοσόφους, που ζουν σύμφωνα με τις αρχές και τις υποδείξεις του λογιστικού τμήματος της ψυχής τους. Τα μέλη αυτών των τριών τάξεων είναι προορισμένα στη ζωή τους να εκτελούν μια συγκεκριμένη αποστολή για το καλό της πολιτείας.
Έργο των κοινών πολιτών, που εντάσσονται στην κατώτερη τάξη, είναι η παραγωγή των υλικών αγαθών που χρειάζονται τα μέλη της πολιτείας για τη συντήρησή τους. Δηλαδή ασχολούνται κυρίως με χειρωνακτικές εργασίες όπως για παράδειγμα, η γεωργία. Οι φύλακες, που ανήκουν στη μεσαία τάξη, έχουν ως αποστολή τη διασφάλιση της τάξης και της καλής λειτουργίας της πολιτείας, καθώς και την προστασία της από εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς. Οι φιλόσοφοι τέλος, που αποτελούν την ανώτερη, την άρχουσα τάξη, είναι επιφορτισμένοι με τη διακυβέρνηση της πολιτείας.
Η γνώση ως ανάμνηση.
Κατά τον Πλάτωνα, μετά την περιπλάνηση της ψυχής μας στους ουράνιους τόπους, γνώρισε τις ιδέες και συντελέσθηκε το γεγονός της φυσικής μας γέννησης. Τότε η ψυχή μας εισήλθε στο σώμα μας. Το γεγονός αυτό στάθηκε η αιτία, ώστε να ξεχάσουμε τις ιδέες. Στη συνέχεια η λήθη αυτή παγιώθηκε, και η ψυχή μας άρχισε να τροφοδοτείται με αντίγραφα των ιδεών. Το δυστύχημα κατά τον Πλάτωνα όμως, δεν είναι η πλάνη μας η ίδια, αλλά το γεγονός ότι δεν έχουμε συνείδησή της. Επειδή έχουμε ξεχάσει τις ιδέες, δεν συνειδητοποιούμε ότι αυτά που βλέπουμε με τις αισθήσεις μας είναι απατηλές εικόνες των πραγμάτων και πιστεύουμε ότι είναι τα αληθινά όντα.
Αμαλία Κ. Ηλιάδη
(Απόσπασμα) http://tvxs.gr/

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΠΛΟΥΤΩΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΔΟΡΥΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΧΑΡΟΝΤΑΣ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ ΑΛΛΟΥ ΣΤΟ ΗΛΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Οι επιστήμονες είναι έκπληκτοι από τις απίστευτες δυνατότητες που έχουν παρατηρηθεί στον νάνο πλανήτη, σε μια ευρεία περιοχή 1.000 μιλίων που καλύπτεται από χιόνι αζώτου που μοιάζει με καρδιά. Αλλά έχουν λόγο να πιστεύουν ότι η καρδιά του Πλούτωνα είναι λίγο θερμότερη από τον πάγο που καλύπτεται.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Πριν από 2.500 χρόνια ο Αριστοτέλης υποστήριξε πως «δεν υπάρχει καμία μεγάλη ιδιοφυΐα χωρίς κάποια δόση παράνοιας». Σήμερα ο ισχυρισμός του αποδεικνύεται επιστημονικά καθώς πολυάριθμες μελέτες αποδεικνύουν πως η ευφυΐα σχετίζεται με την μελαγχολία.
Η μελαγχολία θεωρείται από την Αρχαιότητα, στοιχείο διάκρισης. O πρώτος ορισμός της δόθηκε από τον Iπποκράτη τον -5ο αιώνα που τη συσχέτιζε με τη «μέλαινα χολή», ένα από τα τέσσερα υγρά συστατικά του ανθρώπινου σώματος.
Ο Aριστοτέλης πρώτος παρατήρησε ότι εξέχουσες μορφές της φιλοσοφίας, της πολιτικής και των τεχνών συνέβαινε να είναι μελαγχολικοί. Υποστηρίζει ότι οι «περιττοί», όσοι δηλαδή διέπρεψαν στη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην ποίηση και τις τέχνες ήταν μελαγχολικοί. Στον δειγματολογικό κατάλογο πρώτος μνημονεύεται ο Ηρακλής, και ακολουθούν ο Λύσανδρος ο Λακεδαιμόνιος, ο Αίας ο Τελλαμώνιος, ο Βελλεροφόντης, ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτων και ο Σωκράτης.
Ο Ιπποκράτης μιλάει επίσης για την «Ηράκλεια Νόσο». Ο Κικέρων στο Tusculanae disputations αποδίδει στον Αριστοτέλη την άποψη ότι όλοι οι ιδιοφυείς είναι μελαγχολικοί.
Κατά τους σύγχρονους ερευνητές ο Αριστοτέλης άντλησε στοιχεία από το έργο του Θεοφράστου «Περί μελαγχολίας» το οποίο όμως έχει χαθεί. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις και για τη μελαγχολία του ίδιου του Αριστοτέλη. Εν κατακλείδι, κατά τον Αριστοτέλη όλοι οι άνθρωποι που έχουν διακριθεί σε κάποιο τομέα ήταν μελαγχολικοί. Η μαύρη χολή είναι ηθοποιός (ηθοποίηση). Διαμορφώνει συμπεριφορές και χαρακτήρες.
Ο Δημόκριτος και ο Πλάτων υποστήριζαν ότι κανείς δε μπορεί να είναι καλός ποιητής χωρίς μια θεία πνοή που να μπορεί να παραβληθεί με την τρέλα. Οι μελαγχολικοί είναι κατ’ ουσίαν ποιητές χάρη στην ένταση των διαθέσεων τους.
Κατά τον Πλάτωνα οι ιδιοφυείς άνθρωποι είναι παρορμητικοί και έξαλλοι. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Δημόκριτος αλλά και ο γιατρός Ρούφος από την Έφεσο (ειδικός στην μελαγχολία). Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι αυτοί που έχουν οξύ πνεύμα και μεγάλη ευφυΐα πέφτουν εύκολα στην μελαγχολία επειδή έχουν γρήγορες μεταβολές και μεγάλη ικανότητα πρόβλεψης και φαντασίας (Κοπιδάκης Μιχάλης, Καθηγητής Κλασσικής Λογοτεχνίας Πανεπιστημίου Αθηνών, «Βελλεροφόντης, Ευριπίδης, Αριστοτέλης: περιττοί και μελαγχολικοί» στο «Ορώμενα, τιμή στον Αριστοτέλη», Συλλογικό έργο εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002).
O Eμπεδοκλής, ο Σωκράτης και ο Πλάτων συγκαταλέγονται ανάμεσα στους επιφανείς μελαγχολικούς. Για τους καλλιτέχνες, της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού η εκκεντρικότητα ιδιοφυών δημιουργών, όπως του Μιχαήλ Άγγελου, του Γκόγια και του Μπετόβεν συνδέεται με μια βαθιά και διάχυτη μελαγχολία.
Η τρέλα του Αίαντα στο ομώνυμο έργο του Σοφοκλή, αλλά και η μανία του Ηρακλή στον Ευριπίδη, μεγάλα αποσπάσματα από τους πλατωνικούς διαλόγους, το έργο του Εμπεδοκλή, τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη διαβάζονται με κέντρο τη Μελαγχολία.
Κλείνοντας παραπέμπω στον μεγάλο Έλληνα ποιητή Μ. Παπανικολάου:
Ήταν αλήθεια πως εζούσα κάποια ζωή ξεχωριστή,
ζούσα όπως ήθελεν η Μούσα κι όπως δεν ήθελε η ζωή.
Λοξά με κοίταζαν οι άλλοι σα να με παίρναν για τρελό,
κι ήταν για με χαρά μεγάλη μαζί τους πάντα να γελώ.

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΨΥΧΩΝ ΠΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΣΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Η ψυχή του φιλοσόφου που έχει ανέβει στο νοητό και αναγκαστικά κατεβαίνει προς τα κάτω, «γνωρίζει πόση είναι η πλάνη (=περιπλάνηση) της ψυχής, όχι μόνο στις αισθήσεις, στις φαντασίες και στις δόξες (=γνώμες) αλλά και στις ίδιες τις ανελίξεις των διανοητικών λόγων (=λογισμών) ∙ γνωρίζοντας αυτό και ενθυμούμενος τους δικούς του άθλους, φοβάται να κατέβει και πάλι σε μία τέτοια πλάνη (=περιπλάνηση), σαν ένας νέος Οδυσσεύς, ο οποίος, αφού επέστρεψε στην πατρίδα του και κατέχει πλέον το οικείο αγαθό[1], δέχεται παρακλήσεις για κάποιους πολέμους εναντίον των βαρβάρων, όμοιους με αυτούς που είχε διεξάγει και με την εμπειρία του δεν επιλέγει να φύγει από την πατρίδα του, επειδή θυμάται τις περιπέτειες που πέρασε στους πολέμους και στην πλάνη (=περιπλάνηση) για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αφού, λοιπόν, ανέβηκε από τις φαντασίες και από τις αισθήσεις, στο λογισμό, και από το λογισμό στο νου, δικαιολογημένα φοβάται την κάθοδο στο λογισμό και την πλάνη (=περιπλάνηση) μέσα από την διάνοια, μήπως χωρίς να το καταλάβει υποπέσει στις φαντασίες και τις αισθήσεις.
Διότι η κάθοδος από το νου δεν είναι ασφαλής ούτε πρέπει να απομακρύνεται κανείς από τα πρώτα, μήπως χωρίς να το καταλάβει μείνει στα κατώτερα.
Έτσι και ο Σωκράτης στον «Φαίδρο», αφού πιέστηκε από τον Φαίδρο, περιέγραψε την φυσική ομορφιά, καθώς και την ομορφιά που παρατηρείται στις μεσαίες βαθμίδες των Ιδεών, και αφού έφυγε και από αυτά, μέσω του Θείου Έρωτος ανεβάζει τις ψυχές προς το νοητό κάλλος και αποκαλεί τόλμη, ασέβεια και αμάρτημα την κάθοδο από αυτό στα κατώτερα και την υποβάθμιση της νοήσεως του πρωτίστου κάλλους.
Επειδή, λοιπόν, και ο Παρμενίδης αποφεύγει αυτά και επειδή θυμάται την πλάνη (=περιπλάνηση) του και επειδή έχει βρεθεί σε λιμάνι, διστάζει να κατέβει στο πλήθος των λόγων από το νοερό και απλό είδος της ενέργειας∙ ωστόσο κατεβαίνει χάριν του αγαθού και για την ευεργεσία των κατωτέρων∙ διότι αυτή η χάρη είναι μίμηση της πρόνοιας των Θεών.
Τέτοιες, λοιπόν, είναι οι κάθοδοι των Θείων Ψυχών από το νοητό, να κρατιούνται από τα Θεία, να γνωρίζουν καλώς τα κακά της πλάνης (=περιπλανήση), να κατεβαίνουν μόνο για ευεργεσία και όχι για ικανοποίηση της αγάπης για τον κόσμο της γένεσης, να μην πέφτουν στα βαθιά και να μην προσκολλώνται στα αόριστα είδη ζωής»
(Βλ., Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδην» 1029.34 – 1030.35)
Τέτοιες Θείες Ψυχές, είναι για παράδειγμα:
ο Θείος Παρμενίδης, όπως μας αναφέρει ο Πρόκλος στο απόσπασμα αυτό.
ο Θείος Σωκράτης, που ἐπὶ εὐεργεσίᾳ τοῦ τῶν ἀνθρώπων γένους καὶ τῶν ψυχῶν τῶν νέων κατεπέμφθη εἰς γένεσιν·[2]
ο Θείος Πλάτων, που οι Θεοί των έδωσαν στους ανθρώπους [3]
ο Θείος Συριανός, δάσκαλος του Πρόκλου, υπήρξε αληθινός συγχορευτής του Πλάτωνα που συμπληρώθηκε πλήρως από την Θεία Αλήθεια και κατέστη για εμάς οδηγός αυτής της θεωρίας και αληθινός ιεροφάντης τούτων των Θείων Λόγων και ήρθε στους ανθρώπους σαν πρότυπο της φιλοσοφίας, προς όφελος των ψυχών που βρίσκονται εδώ κάτω, ως ανταπόδοση για τα αγάλματα, για τους ναούς, για την ίδια την λατρεία στο σύνολο της, επικεφαλής της σωτηρίας για τους ανθρώπους που ζουν τώρα και για όσους θα ζήσουν στο μέλλον [4]
______________________________________________________
[1] Δηλαδή το οικείο αγαθό του Οδυσσέως είναι η Πηνελόπη
[2] (Βλ., Ερμείας «Υπόμνημα εις τον Πλάτωνος Φαίδρον» 1.1 – 1.2)
[3]
“ἤματι τῷδε Πλάτωνα θεοὶ δόσαν ἀνθρώποισιν” (Βλ., «Ανώνυμα προλεγόμενα στην Πλατωνική Φιλοσοφία» 6.1 – 6.22)
[4] «
ὁ τῷ Πλάτωνι μὲν συμβακχεύσας ὡς ἀληθῶς καὶ ὁ μεστὸς καταστὰς τῆς θείας ἀληθείας, τῆς δὲ θεωρίας ἡμῖν γενόμενος ταύτης ἡγεμὼν καὶ τῶν θείων τούτων λόγων ὄντως ἱεροφάντης· ὃν ἐγὼ ϕαίην ἂν ϕιλοσοϕίας τύπον εἰς ἀνθρώπους ἐλθεῖν ἐπ’ εὐεργεσίᾳ τῶν τῇδε ψυχῶν, ἀντὶ τῶν ἀγαλμάτων, ἀντὶ τῶν ἱερῶν, ἀντὶ τῆς ὅλης ἁγιστείας αὐτῆς, καὶ σωτηρίας ἀρχηγὸν τοῖς γε νῦν οὖσι ἀνθρώποις καὶ τοῖς εἰσαῦθις γενησομένοις»
(Βλ., Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδην» 620.15 – 620.24)
Γουλέτας Παναγιώτης (Αλκίνοος)

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

ΚΥΚΛΟΙ ΨΥΧΩΝ

Πώς χάνονται σε όνειρα πανάρχαιων ταξιδιών
Οι νύμφες που γεννήθηκαν στην άκρη του πελάγους
Πώς χάνονται σε θάλασσες που είν από φωτιά
των ψυχών καλέσματα που κρύβονται σ αιώνες
Ποιές μοίρες δώσαν την ευχή πολεμιστές να βγουν
σε μάχες απροσδιόριστες με όπλο τις ψυχές τους;
Τον όλεθρο ν αναζητούν που κρύβει την αρχή
Και σε ταξίδια νοερά να τρέχουν στους ανέμους
Αναζητώντας διαρκώς τη φλόγα που δε σβήνει
μιας ιδέας δυνατής που πάντα δημιουργεί.

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ Ο ΕΚ ΤΩΝ ΤΥΑΝΩΝ

Ἀπολλώνιός τε ὁ ἐκ Τυάνων, οὐκέτι φιλόσοφος• ἀλλ᾽ ἦν τι θεῶν τι καὶ ἀνθρώπου μέσον. τὴν γὰρ Πυθαγόρειον φιλοσοφίαν ζηλώσας, πολὺ τὸ θειότερον καὶ ἐνεργὸν κατ᾽ αὐτὴν ἐπεδείξατο. ἀλλὰ τὸ μὲν ἐς τοῦτον ὁ Λήμνιος ἐπετέλεσε Φιλόστρατος, βίον ἐπιγράψας Ἀπολλωνίου τὰ βιβλία, δέον Ἐπιδημίαν ἐς ἀνθρώπους θεοῦ καλεῖν.
[…] και ο Απολλώνιος ο εκ των Τυάνων, που δεν ήταν απλώς φιλόσοφος αλλά κάτι ανάμεσα σε Θεό και άνθρωπο. 
Υπήρξε οπαδός της Πυθαγόρειας φιλοσοφίας και ανέδειξε ότι πιο θείο και ζωντανό έκρυβε αυτή μέσα της. 
Για αυτό έγραψε ο Φιλόστρατος ο Λήμνιος, που τιτλοφόρησε τα βιβλία του “Βίος Απολλωνίου”, ενώ έπρεπε να τα ονομάσει “ η εμφάνιση του θεού στους ανθρώπους”.

ΓΙΑΤΙ ΕΚΛΕΙΣΑΝ ΤΑ ΜΑΝΤΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΗΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Σε σχέση με τους κατά θέση Δαίμονες να τι λέγει ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς – ο εν Δελφοίς Ιερεύς:
“Ας τολμήσουμε με την σειρά μας, μετά από πολλούς άλλους, να πούμε ότι, όταν εξαφανίζονται οι δαίμονες που είναι ταγμένοι στα μαντεία και τα χρηστήρια, εξαφανίζονται μαζί τους μια για πάντα τα μαντεία, τα χρηστήρια και τα παρόμοια και, όταν αυτοί εξοριστούν ή μεταναστεύσουν, χάνουν την δύναμή τους, ενώ έπειτα, όταν εμφανιστούν μετά από πολύ χρόνο, βγάζουν πάλι ήχο σαν μουσικά όργανα, εφόσον αυτοί που τα χειρίζονται είναι παρόντες δίπλα τους”.
—- Βλ. Πλούταρχος “Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, 418.c.11 – 418.d.4″. —-
Δηλαδή μας λέγει ο Πλούταρχος πως τα Μαντεία και τα Χρηστήρια έκλεισαν διότι εξαφανίστηκαν οι “κατά θέση Δαίμονες” – οι “χρηστοί”.
Όταν, όμως, από εμάς σχεδόν ουδείς ακολουθεί όχι απλά φιλοσοφικό βίο αλλά ούτε καν τον βίο και τον Δαίμονα που επιλέγει πριν την κάθοδό του από το νοητό εν τη γενέσει, ως εκ τούτου ως όντα σχεδόν όλοι έχουμε πάψει να ανερχόμαστε στο επίπεδο του κατά θέση Δαίμονα, ποιος να λειτουργεί – ως ενδιάμεση βαθμίδα ανάμεσα στους ένσαρκους ανθρώπους και στους Θεούς – τα Μαντεία, τα Χρηστίρια και τα Ιερά;;;

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ = Η ΑΘΑΝΑΤΗ ΨΥΧΗ

«Πρέπει να πειθόμεθα στην κρίση του νομοθέτη και προπάντων στην πεποίθηση ότι η ψυχή είναι σαφώς ανώτερη από το σώμα και ότι, όσο ζούμε, αυτό που αποτελεί τον εαυτό μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ψυχή, ενώ το σώμα είναι ένα ίνδαλμα που ακολουθεί κάθε άνθρωπο. Αυτό σημαίνει πως έχουμε δίκιο όταν λέμε ότι ένα σώμα χωρίς ψυχή αποτελεί είδωλο, αφού ο αληθινός εαυτός μας, η αθάνατη ψυχή, φεύγει, για να παρουσιαστεί στους Χθόνιους Θεούς και να δώσει λόγο για τις πράξεις του, όπως υποστηρίζει ο πάτριος νόμος.
Αυτή η άποψη είναι τρομακτική για τους κακούς αλλά δίνει θάρρος στους ενάρετους.»
Ο ΠΡΩΤΙΣΤΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΜΑΣ
«Ο πρώτιστος σκοπός μας είναι η επαναγωγή μας στην αυτογνωσία και η κατάδειξη της υποστασιοποιημένης σε Είδη και Λόγους ουσίας μας. Ουσία που προβάλει (γεννά) αφ’ εαυτού της τη γνώση και κατέχει στον εαυτό της την γνώση όλων των θείων και των φυσικών ειδών.
Πρέπει η ψυχή να αποκτήσει πρώτα γνώση του εαυτού της, έπειτα να εξετάσει τις δυνάμεις που τις έλαχαν, έπειτα την ουσία της, έπειτα πως ξεκινώντας από τα ατελέστερα προχωρεί μέχρι τα πρώτα αίτια.»
— Βλ. Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 277.11 – 277.11 & 278.3 – 278.6». —-

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Πώς εμφανίζεται τόση ανισότητα στους κλήρους των ανθρώπινων ζωών, ώστε οι κακοί να ευτυχούν και καλοί να δυστυχούν;

Από το έργο “Περί των 10 προς την πρόνοια αποριών” του Πρόκλου.
ς’ απορία (κεφ. 32 – 42): Αν υπάρχει πρόνοια και αν γνωρίζει την αξία των όντων στα οποία ενεργεί, πώς εμφανίζεται τόση ανισότητα στους κλήρους των ανθρώπινων ζωών, ώστε οι κακοί να ευτυχούν και καλοί να δυστυχούν;; Γιατί οι κακοί κυβερνούν και οι καλοί υπηρετούν επίσης μερικοί άνθρωποι ευνοούνται ως προς τη σωματική υγεία, ως προς τα δώρα της Τύχης και ως προς όλα τα όμοια, ενώ άλλοι αντιθέτως, παρά την πιο αξιέπαινη ζωή τους, είναι περιστοιχισμένοι από σκληρές δοκιμασίες.
Απάντηση: Πρώτον, πρέπει να διακρίνουμε τα αγαθά που χορηγεί η πρόνοια σε πραγματικά και φαινομενικά, και σε αυτήν την περίπτωση θα διαπιστώσουμε ότι οι κακοί έχουν τα φαινόμενα αγαθά, ενώ οι καλοί έχουν τα πραγματικά αγαθά.
Δεύτερον, πολλές φορές η έλλειψη των φαινομενικών αγαθών βοηθά τους καλούς να περιφρονούν τα σώματα και εμφανίζει την αρετή αυτούσια και απαλλαγμένη από τα εξωτερικά αγαθά στην θέση όσων μπορούν να την παρατηρήσουν.
Τρίτον, η εμφάνιση της αρετής μέσα στις δυσκολίες αποκαλύπτει ακόμα περισσότερο την αξία της, αφού η αρετή κοσμεί τη δυστυχία ενώ η κακία ατιμάζει την ευτυχία. Επίσης, η πρόνοια συχνά αναγκάζει τους καλούς να βρεθούν μέσα σε δύσκολες περιστάσεις, προκειμένου να αναπτύξουν όλες τις πτυχές της αρετής τους. Ακόμα, οι ψυχές οι οποίες κατεβαίνουν εν τη γενέσει πρέπει να δοκιμάσουν τις δυσκολίες του Κόσμου αυτού προκειμένου να επιθυμήσουν και πάλι την έξοδο τους από τον Κόσμου τούτο. Πολλές φορές, επίσης, οι καλοί άνθρωποι υποφέρουν πληρώνοντας για παλαιότερα αμαρτήματα τα οποία είχαν διαπράξει όσο δεν ήταν ενάρετοι.
Τέλος, πολλές φορές πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας και τις περιόδους του σύμπαντος οι οποίες οδηγούν ευρύτερα σύνολα ανθρώπων σε κοινές φθορές και δυστυχίες. Γενικά, λοιπόν, οι φαινομενικές αδικίες της πρόνοιας πρέπει να εξετάζονται από ευρύτερη σκοπιά, από την οποία μπορεί κανείς να διακρίνει την αναγκαιότητα και τη σκοπιμότητά τους.

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΟΠΤΕΣ (ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ) ΚΑΙ ΠΟΙΑ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΒΑΘΜΙΔΑ.

“Αφού προσήλθε και ο ίδιος, του είπαν πως χρειάζεται να γίνει άγγελος (αγγελιοφόρος) στους ανθρώπους, για να τους πει όσα γίνονται εκεί, και τον πρόσταξαν ν’ ακούει και να βλέπει όλα όσα γίνονται σε εκείνο τον τόπο.”
–(Βλ., Πλάτων «Πολιτεία» 10ο Βιβλίο 614.d)–
Το συγκεκριμένο χωρίο αναφέρεται στη «λειτουργία» που ανέθεσαν στον Ήρ για να μεταφέρει στους εν ζωή ανθρώπους τα όσα γίνονται μετά θάνατο (Σχετικό θέμα ΕΔΩ).
Σχολιάζοντας, λοιπόν, το συγκεκριμένο χωρίο, ο Πρόκλος στο «Υπόμνημα εις τας Πολιτείας Πλάτωνος 2.153.5» λέγει:
«Στο εδάφιο τούτο ο μύθος σαφώς αποδίδει στον αφηγητή του, τάξη αγγελική και διαβιβαστική των όσων συμβαίνουν στις ψυχές που βρίσκονται έξω από το σώμα, σύμφωνα με την απόφαση των δικαστών. Αν είναι έτσι, είναι προφανές και για τούτον ότι αυτό είναι προϊόν της δικαιοσύνης και της αξίας που προέρχεται από το σύμπαν όπως και κάθε άλλο ανάλογο αγαθό που θα βρεθεί στην κατάσταση της θεωρίας, οπότε λύνεται το πρόβλημα του πώς διατηρήθηκε αδιάλυτο το σώμα του Ηρός που κείτονταν τόσες ημέρες στη γη.
Αν δηλαδή συνέβαινε σύμφωνα με την κοσμική τάξη να γίνει ψυχή, χωρισμένη από τα μαζί με το σώμα αόρατα στοιχεία, θεωρός και άγγελος για τους ανθρώπους, θα ήταν αδύνατο και το σώμα να συνεχίσει να διατηρείται χωρίς φθορά∙ εν προκειμένω όμως η θεωρία και ανακοίνωση των αγγελμάτων προέρχεται από Θεία δύναμη. Το ότι εξάλλου η Θεία απόφαση έκρινε δίκαιο το γένος αυτών των ψυχών και όχι άλλων, μας είναι εύκολο να το δούμε με βάση τις αναφορές για το σύνολο των ψυχών, ότι δηλαδή κάποιες έχουν την ιδιότητα να αποκαλύπτουν στις ψυχές που βρίσκονται στην περιοχή της γένεσης άλλα πράγματα, άγνωστα σε αυτές, και κάποιες άλλα πάλι πράγματα, σύμφωνα με τις διαφορετικές κυκλικές κινήσεις του σύμπαντος.
Επί παραδείγματι, άλλες να αποκαλύπτουν τελετές και μυστήρια, και αυτές είναι εκείνες που έχουν αποδοθεί στους τελετουργικούς Θεούς∙ άλλες να αποκαλύπτουν τη θεία μαντική, εκείνες που έχουν αποδοθεί στις τάξεις οι οποίες είναι ικανές να αποκαλύπτουν την κρυφίως αλήθεια των Θεών∙ άλλες την ιατρική, εκείνες που έχουν αποδοθεί στις θεραπευτικές δυνάμεις οι οποίες συνέχουν τον σύμπαντα ουρανό απρόσβλητο από γήρας, νόσο και καταστροφή. Στο πνεύμα αυτό κάποιες αξιώνονται με τρόπο ξεχωριστό της άμεσης εποπτείας προκειμένου για τις αφανείς περιοδικές κινήσεις των ψυχών, κι αυτές είναι εκείνες που προσοικειώθηκαν τους ηγεμόνες των παραπάνω κινήσεων.
Και οι μεν άλλοτε βλέπουν άμεσα τις τάξεις του σύμπαντος τούτου κόσμου και ανακοινώνουν σχετικά με αυτές, σύμφωνα με την προϋπάρχουσα στο σύμπαν ιερατική τέχνη, ενώ οι δε μέσα από την κατ’ άλλο τρόπο αποκτημένη ανάμνηση των εξωτερικών θεαμάτων, σύμφωνα με την φιλοσοφική θεωρία. Όπως δηλαδή οι δικοί μας ιερατικοί εμβάλλουν στους επόπτες δύναμη ορατική πρωτοφανέρωτων εικόνων και τους καθιστούν θεωρούς, έτσι και η κοσμική δύναμη το κάνει αυτό πριν από τη δική μας σε πολλές ψυχές, σε κείνες που είναι άξιες για μια τέτοια μακάρια θέαση (διότι το όλον είναι πρότερο των μερών), και χρησιμοποιεί τελεστικές δυνάμεις ανυψώνοντας στην τάξη των αγγέλων τις ψυχές οι οποίες λαβαίνουν την τελεστική ολοκλήρωση και οι οποίες θα είναι ο δίαυλος της αναγγελίας της κρύφιας αλήθειας∙ για τούτο προξενεί τη μακάρια θέαση αυτών.
Και βέβαια η ψυχή του Ηρός έδινε την ολοκλήρωση στους χρόνους που ήρθαν στο σύμπαν, δεδομένου ότι αυτού του είδους η μακάρια τελειότητα ήταν κάτι που της οφειλόταν σύμφωνα με τη δικαιοσύνη, και σε σχέση με εκείνη που λάβαινε την τελειοποίησή της από το σύμπαν ανυψωνόταν σε αγγελική τάξη. Άλλωστε και οι τελεστικοί του εδώ κόσμου, σε τέτοια τάξη ανήκουν. Όπως λέει το λόγιο, «θέει ο άγγελος που ζει μέσα στη δύναμη», αυτός δηλαδή που είναι αληθώς ιερατικός. Γίνεται λοιπόν από τη μία επόπτης των αφανών και άγγελος (αγγελιοφόρος) από την άλλη για τα φανερά.»

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΙ: Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΠΟΛΕΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΤΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ

Οι αποικίες των Ελλήνων Πυθαγορείων (Ιταλία)
Στο «Περί Σωκράτους Δαιμονίου» έργο του Πλουτάρχου του Χαιρωνέως, διατελέσαντος Ιερέας στο εν Δελφοίς ναό, μαθαίνουμε πως:
«Όταν κατέρρευσαν στην Ιταλία οι κατά πόλεις εταιρείες των Πυθαγορείων, οι οποίες είχαν ηττηθεί στην εμφύλια διαμάχη εντός των αυτών πόλεων, μια ομάδα τους στο Μεταπόντιο, συσπειρωμένη ακόμη, συνεδρίαζε σε κάποιο σπίτι. Τότε οι οπαδοί του Κύλωνα τους έβαλαν από γύρω φωτιά και μεμιάς τους αφάνισαν όλους, εκτός από το Φιλόλαο και το Λύση που ήταν νέοι ακόμη και σώθηκαν από την φωτιά χάρη στην ρώμη και την ευκινησία τους. Ο Φιλόλαος, λοιπόν, αφού διέφυγε στους  Λευκανούς επανήλθε σώος προς τους άλλους φίλους, οι οποίοι άρχισαν ήδη να συγκεντρώνονται και πάλι και να υπερισχύουν των οπαδών του Κύλωνα. Για τον Λύση, όμως, δεν ήταν γνωστό για πολύ καιρό που είχε πάει, έως ότου ο Γοργίας ο Λεοντίνος, επιστρέφοντας με πλοίο από την Ελλάδα στην Σικελία, ανακοίνωσε με βεβαιότητα στον κύκλο του Αρεσά ότι συναντήθηκε με τον Λύση που περνούσε τον καιρό του στην Θήβα.»
Επίσης σχετικά με τις εταιρίες των Πυθαγορείων και την καταστροφή αυτών εκ του Κύλωνος ο Ιάμβλιχος μας λέγει:
«Ήταν δε μερικοί, οι οποίοι αντιμάχονταν τους ανθρώπους αυτούς και επαναστάτησαν εναντίον τους. Το γεγονός βέβαια ότι κατά την διάρκεια της απουσίας του Πυθαγόρα καταστρώθηκε σχέδιο καταστροφής τους, αυτό όλοι το ομολογούν. Διαφορετικές όμως είναι οι πληροφορίες του ταξιδιού που έκανε ο Πυθαγόρας. Άλλοι μεν λέγουν ότι ο Πυθαγόρας είχε πάει στον Φερεκύδη τον Σύριο, άλλοι δε στ  Μετάποντιο. Οι δε αιτίες της επιβολής, οι οποίες σχεδιάστηκαν εναντίον του, αναφέρεται ότι ήταν πολλές.
Μία μεν ήταν εκείνη, προκλήθηκε από τους Κυλώνειους λεγόμενους άνδρες, και η οποία έχει ως εξής : ο Κύλων, άνδρας Κροτωνιάτης, κατέχοντας την πρώτη θέση μεταξύ των συμπολιτών του λόγω του γένους, της δόξας και του πλούτου του, από πλευράς όμως χαρακτήρα ήταν τραχύς και  βίαιος, θορυβώδης και τυραννικός, αφού έδειξε κάθε προθυμία να γίνει κοινωνός του Πυθαγορικού  βίου, και αφού προσήλθε προς τον ίδιο τον Πυθαγόρα, γέροντα πλέον, αποδοκιμάστηκε και δεν έγινε δεκτός για προαναφερόμενους λόγους.
Εξ αιτίας, λοιπόν, του περιστατικού αυτού, κήρυξε πόλεμο φοβερό ο ίδιος ο Κύλων και οι φίλοι του εναντίον του ίδιου του Πυθαγόρα και των συντρόφων του και τόσο σφοδρή και ασυγκράτητη υπήρξε η μανία και του ίδιου του Κύλωνος και αυτών που ήταν ταγμένοι με το μέρος του, ώστε να επεκταθεί  μέχρι και τους τελευταίους Πυθαγορείους. Για τον λόγο αυτό ο μεν Πυθαγόρας κατέφυγε στο  Μεταπόντιο, και εκεί, λέγεται ότι τελείωσε την ζωή του. Οι δε καλούμενοι Κυλώνειοι συνέχιζαν να δημιουργούν επαναστάσεις κατά των Πυθαγορείων και να δείχνουν κάθε μορφής εχθρική διάθεση προς εκείνους. Εξ αντιθέτου όμως επικρατούσε μέχρις ενός σημείου η καλοκαγαθία των  Πυθαγορείων και η θέληση των ίδιων των πόλεων, ώστε να επιθυμούν να ρυθμίζονται τα πολιτικά θέματα από εκείνους. Τελικά σε τέτοιο βαθμό επιβουλεύθηκαν τους Πυθαγορείους, ώστε ενώ συνεδρίαζαν εκείνοι στην οικία του Μίλωνος, συντρόφου των Πυθαγορείων, στον Κρότωνα και συσκέπτονταν για τα πολιτικά πράγματα, οι Κυλώνειοι πυρπολώντας την οικία έκαψαν τους  Πυθαγόρειους άνδρες, εκτός από δυο, Άρχιππον και τον Λύση. Αυτοί οι δύο, επειδή ήσαν νεώτεροι και πάρα πολύ εύρωστοι, κατόρθωσαν με κάποιο τρόπο να ξεφύγουν.
Αφού, λοιπόν, συνέβη αυτό και αφού οι κάτοικοι των πόλεων δεν έκαναν κανένα λόγο για την συμφορά, που έπαθαν οι άνδρες εκείνοι, οι Πυθαγόρειοι έπαυσαν να φροντίζουν για την διακυβέρνηση των πόλεων. Τούτο συνέβη για δυο αιτίες: για την αδιαφορία των πόλεων (διότι για ένα τέτοιου είδους και τόσο μεγάλο κακό που έγινε, δεν έδειξαν καμία προσοχή) και για την απώλεια των ικανότατων προς διακυβέρνηση των πολιτικών πραγμάτων ανδρών.
Από τους δυο οι οποίοι διασώθηκαν, που και οι δυο ήταν Ταραντίνοι, ο μεν Άρχιππος αναχώρησε για τον Τάραντα, ο δε Λύσης, επειδή αγανάκτησε από την αδιαφορία των πολιτών, κατέφυγε στην Ελλάδα και περνούσε τον καιρό του στην Αχαΐα της Πελοποννήσου και έπειτα μετοίκησε στην Θήβα υποκινούμενος από κάποια εσωτερική προτροπή. Εκεί στην Θήβα ο Επαμεινώνδας έγινε ακροατής του Λύση, τον οποίο απεκάλεσε και πατέρα. Εκεί τελείωσε και την ζωή του. Οι δε υπόλοιποι από τους  Πυθαγορείους έφυγαν από την Ιταλία, πλην του Αρχύτα του Ταραντίνου.
Οι δε υπόλοιποι, αφού συναθροιστήκαν στο Ρήγιο, διέμεναν εκεί όλοι μαζί. Καθώς όμως περνούσε ο καιρός και τα πολιτεύματα πήγαιναν προς το χειρότερο….
Οι σπουδαιότεροι δε ήταν: ο Φάντων και ο Εχεκράτης και ο Φλιάσιοι Πολύμναστος και ο Διοκλής, και επίσης ο Ξενόφιλος ο Χαλκιδεύς, ένας από τους Χαλκιδείς της Θράκης, Αυτοί, λοιπόν, διαφύλαξαν τα παραδοσιακά τους ήθη και την φιλοσοφία του Πυθαγόρα, αν και η σχολή έκλεισε, μέχρις ότου πέθαναν με αξιοπρέπεια.
Αυτά διηγείται ο Αριστόξενος. Ο δε Νικόμαχος ως προς μεν τα άλλα συμφωνεί με τα ανώτερα, αλλά για την επιβουλή λέγει ότι αυτή έγινε κατά την διάρκεια της αποδημίας του Πυθαγόρα στην Δήλο.
Διότι ο Πυθαγόρας πήγε στην Δήλο, προς τον διατελέσαντα διδάσκαλό του Φερεκύδη τον Σύριο, με σκοπό να τον νοσηλεύσει, επειδή είχε περιπέσει στην περιβόητη ασθένεια της φθειριάσεως, και, τελικά,  να τον κηδεύσει. Τότε, λοιπόν, αυτοί, οι οποίοι δεν έγιναν δεκτοί από τους Πυθαγόρειους και είχαν στηλιτευθεί, επιτέθηκαν εναντίων αυτών και όλους παντού τους έκαψαν, οι ίδιοι δε φονεύθηκαν από τους Ιταλιώτες δια λιθοβολισμού για αυτόν τον λόγο και ρίφθηκαν έξω μένοντας άταφοι.
Τότε συνέβη να εξαφανιστεί και η επιστήμη μαζί με τους γνωρίζοντες αυτή, διότι μέχρι τότε αυτή διαφυλασσόταν στον νου αυτών μυστική. Εκείνα δε, που ήταν δύσκολο να εννοηθούν και να αναπτυχθούν, συνέβη να διαφυλαχτούν στη μνήμη των μη ανηκόντων στην σχολή, εκτός από πολύ ολίγα, όσα μερικοί  Πυθαγόρειοι, που τότε έτυχε να βρίσκονται σε άλλες χώρες διέσωσαν σε άλλα ζώπυρα της επιστήμης πολύ αμυδρά και δυσκολοσύλληπτα.
Διότι και αυτοί, αφού απομονώθηκαν και λόγω της συμφοράς απογοητεύθηκαν, υπερβολικά, διασκορπίστηκαν άλλος εδώ και άλλος αλλού, και δεν έρχονταν σε καμία επικοινωνία με κανέναν άνθρωπο και, χωρίς να ανταλλάσουν με κανένα λόγια, ζούσαν με υπομονή, απομονωμένοι σε ερημικούς τόπους, όπου έτυχε να βρεθεί καθένας, και κατάκλειστοι τον περισσότερο καιρό, έμεναν ευχαριστημένοι προτιμώντας καθένας την συντροφιά με τον εαυτό του αντί της συντροφιάς με οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο.
Φοβούμενοι δε μήπως απολεσθεί παντελώς από τους ανθρώπους το όνομα της φιλοσοφίας και μήπως για τον λόγο αυτόν τους απεχθάνονται και αυτούς οι Θεοί, επειδή άφησαν να χαθεί για παντός το τόσης μεγάλης αξίας δώρο τους, συνέταξαν κάποια κεφαλαιώδη και συμβολικά υπομνήματα και, αφού συγκέντρωσαν μαζί με αυτά και τα συγγράμματα των παλαιότερων Πυθαγορείων και ακόμη όσα σχετικά διατηρούσαν στη μνήμη τους, τα άφησαν καθένας σε όποιον τύχαινε να παρευρίσκεται κοντά του κατά την ώρα του θανάτου του ή στους υιούς ή στις θυγατέρες ή στις συζύγους τους, αφού τους συνιστούσαν να μην τα δώσουν σε κανέναν από τους μη ανήκοντες στην οικογένεια. Οι οικογένειες δε αυτές των Πυθαγορείων διατήρησαν για πολύ  μακρό χρονικό διάστημα τούτο το παράγγελμα, μεταβιβάζοντας διαδοχικά στους απογόνους την ίδια αυτή εντολή από τις αρχαιότερες στις νεώτερες γενιές.
Αφού όμως και ο Απολλώνιος για τα ίδια στοιχεία διαφωνεί σε κάποια σημεία και πολλά προσθέτει, τα οποία δεν έχουν λεχθεί από τους προηγούμενους, εμπρός λοιπόν ας παραθέσουμε και την διήγηση αυτού την σχετική με την επιβουλή κατά των Πυθαγορείων. Λέγει, λοιπόν, ο Απολλώνιος ότι ο φθόνος εκ μέρους των άλλων παρακολουθούσε τον Πυθαγόρα ευθύς αμέσως από την παιδική του ηλικία. Διότι οι άνθρωποι, κατά το διάστημα που ο Πυθαγόρας συναναστρεφόταν με όλους όσοι τον πλησίαζαν, ήταν ευχαριστημένοι μαζί του.
Όταν όμως συνέβαινε να συναναστρέφεται με τους μαθητές του, ελαττώνονταν η εκτίμηση των ανθρώπων προς αυτόν. Και αποδεχόταν με το γεγονός να δείχνει την εύνοια του προς τους ερχόμενους από άλλα μέρη, αγανακτούσαν όμως, όταν διαπίστωναν ότι έδειχνε μεγαλύτερη προτίμηση προς μερικούς εγχώριους, διότι θεωρούσαν ότι κατά τις συναθροίσεις τους οι οπαδοί σχεδίαζαν εχθρικές πράξεις εναντίων τους. Έπειτα δε και από τους νέους εκείνοι που υπερείχαν στα αξιώματα και τον πλούτο, συνέβαινε, καθώς προχωρούσε η ηλικία τους, όχι μόνον οι ίδιοι να διατηρούν την πρώτη θέση σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και στο να διευθύνουν όλοι αυτοί από κοινού τις υποθέσεις της πόλεως. Αυτοί, λοιπόν, είχαν συστήσει μεγάλη εταιρία (διότι ήταν πάνω από τριακόσιοι) για την διακυβέρνηση της πόλεως, και συνεπώς μικρό μέρος των κατοίκων της πόλεως απέμεινε, το οποίο δεν πολιτεύονταν με τα ίδια έθιμα και τις ίδιες συνήθειες, που χρησιμοποιούσαν οι νέοι εκείνοι.
Αλλά, βέβαια, κατά το διάστημα που οι Κροτωνιάτες διατηρούσαν αυτεξούσια τη χώρα του και μαζί τους διέμενε ως δημότης και ο Πυθαγόρας, συνέχιζε να παραμένει η ίδια μορφή διακυβερνήσεως, που υπήρχε από τότε που ιδρύθηκε η πόλη. Η κατάσταση αυτή ήταν δυσάρεστη στους νέους και ζητούσαν να βρούνε την ευκαιρία για πολιτική μεταβολή. Όταν όμως κυρίευσαν την Σύβαριν, και ο Πυθαγόρας έφυγε, και έδωσε εντολή να μην εφαρμοσθεί η πολιτική της κληρουχίας στην πόλη, τότε εξεράγει το υποκρυπτόμενο μίσος και το πλήθος απομακρύνθηκε από τους Πυθαγορείους.
Αρχηγοί δε της εχθρικής αυτής στάσεως κατά των Πυθαγορείων έγιναν εκείνοι, οι οποίοι λόγω της συγγενείας και της οικειότητας είχαν βρεθεί πάρα πολύ κοντά στους Πυθαγόρειους. Αιτία δε αυτής της διαφοράς υπήρξε το γεγονός ότι πολλά από τα διαπραττόμενα εκ μέρους των Πυθαγορείων δυσαρεστούσαν αυτούς, καθώς επίσης και τους παρατυχόντες, διότι η συμπεριφορά τους είχε ιδιομορφία εν συγκρίσει με αυτήν των άλλων ανθρώπων, επειδή νόμιζαν ότι στο μεγαλύτερο μέρος των εκδηλώσεων τους αποτελούσαν ντροπή και σε αυτούς τους ίδιους. Διότι και κανείς από τους Πυθαγορείους δεν αποκαλούσε τον Πυθαγόρα με το όνομά του, αλλά όταν ζούσε και όποτε ήθελαν να υποδηλώσουν αυτόν, τον αποκαλούσαν “θείον”. Όταν όμως πέθανε, μιλούσαν για αυτόν με τις λέξεις “εκείνος ο άνδρας”, όπως ακριβώς ο Όμηρος εμφανίζει τον Εύμαιο να κάνει όταν αναφέρεται στον Οδυσσέα:
“Αυτόν μεν εγώ, ω ξένε, αν και δεν είναι παρών ντρέπομαι
να τον αποκαλέσω με το όνομά του.
Τόσο πολύ μου ήταν αγαπητός και πρόσωπο της φροντίδας μου”
(Οδύσσεια, 14,145).
Κατά τον ίδιο τρόπο και οι Πυθαγόρειοι δεν περίμεναν να σηκωθούν από την κλίνη μετά την ανατολή του ηλίου, ούτε να φορέσουν δακτυλίδι πού είχε παράσταση θεού, αλλά ξύπνιοι αφ’ ενός μεν προσεκτικά παρατηρούσαν τον ήλιο, καθώς ανέβαινε, για να προσευχηθούν, αφ’ ετέρου δεν απέφευγαν να φορέσουν τέτοιο δακτυλίδι. Προφυλάσσονταν δε να μην πλησιάσουν σε εκφορά νεκρού ή σε κάποιον τόπον ακάθαρτο. Ομοίως επίσης δεν προέβαιναν σε καμία πράξη, χωρίς προηγουμένη σκέψη και χωρίς υπευθυνότητα, αλλά από το πρωί σκεπτόταν τι έπρεπε να κάνουν και κατά την διάρκεια της νύκτας επανέφεραν στην μνήμη τους τι έπραξαν κατά την διάρκεια της ημέρας. Συγχρόνως με την εξέταση της διαγωγής τους ασκούσαν και την μνήμη τους. Παραπλησίως δε, αν κάποιος από τους συντρόφους τους καθόριζε να συναντηθούν σε κάποιο τόπο, εκεί θα περίμεναν μέχρι να έλθει καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας και της νύκτας.
Συνήθιζαν επίσης οι Πυθαγόρειοι να διατηρούν στην μνήμη τους ότι είχαν πει προηγουμένως και τίποτα  να μην λένε έτσι στην τύχη. Γενικώς η προσταγή διατηρούταν εν ισχύ μέχρι ότου εκτελεσθεί.
Κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του ο Πυθαγόρας συμβούλευε τους μαθητές του να μην  βλασφημούν, αλλά όταν πλησιάζει ο καιρός της αναχωρήσεως από την ζωή, να προσπαθούν να φανταστούν τον θάνατο με καλή διάθεση, όπως ακριβώς κάνουν εκείνοι που σχεδιάζουν να διαπλεύσουν την Αδριατική θάλασσα. Αυτού του είδους οι εκδηλώσεις, όπως προείπα, προκαλούσαν την αγανάκτηση όλων γενικά των ανθρώπων, εφ’ οσον διαπίστωναν την διαφορετική συμπεριφορά όλων αυτών των ανθρώπων, που συνεκπαιδεύονταν. Επίσης έδιδαν το δεξί τους χέρι μόνο στους Πυθαγορείους και σε κανέναν άλλο υπό τους οικείους εκτός από τους γονείς. Τις δε περιουσίες τους διαμοίραζαν αναμεταξύ τους και απέκλειαν τους συγγενείς τους από την κληρονομιά σαν να ήταν ξένοι, πράγμα το οποίο με μεγάλη δυσκολία και με πολύ βαριά καρδιά το ανέχονταν οι συγγενείς, οι υπόλοιποι πρόθυμα παρασύρονταν σε έχθρα κατά των Πυθαγορείων. Επίσης από τους “χιλίους” ο Ίππασος, ο Διόδωρος και ο Θεάγης έλεγαν ότι πρέπει όλοι να συμμετέχουν στην εξουσία και στην Εκκλησία του Δήμου και να δίδουν λόγο για τις ευθύνες τους αυτές στους άρχοντες, που εξελέγησαν με κλήρο εκ πάντων. Επειδή όμως εναντιώνονταν οι Πυθαγόρειοι Αλκίμαχος, Δείναρχος, Μέτων και Δημοδήκης και εμπόδιζαν να καταλυθεί το πάτριο πολίτευμα, επικράτησαν τελικά εκείνοι, που συμπορεύονταν με τις απόψεις του πλήθους.
Μετά, λοιπόν, από αυτά, όταν συναθροίστηκαν οι πολλοί από τους ρήτορες, ο Κύλων και ο Νίνων κατηγορούσαν τους Πυθαγορείους διαμοιράζοντας αναμεταξύ τους τις δημαγωγικές αγορεύσεις. Ο μεν Κύλων ήταν εκ μέρους των ευπόρων, ο δεν Νίνων εκ μέρους των δημοφιλών πολιτών. Τους δημαγωγικούς αυτούς λόγους, που κατά το μεγαλύτερο τους εκφώνησε ο Κύλων, συμπλήρωσε ο Νίνων, ο οποίος ισχυριζόταν ψευδώς ότι ο ίδιος είχε αναζητήσει τα μυστικά των Πυθαγορείων και, αφού με πλαστά στοιχεία έγραψε βιβλίο με το οποίο επρόκειτο να ενοχοποιήσει τούτους και, αφού έδωσε το  βιβλίο στον γραμματέα, διέταξε να το διαβάσει.
Υπήρχε δε στο βιβλίο αυτό η επιγραφή “Λόγος ιερός”, δείγμα δε του περιεχομένου του είναι το ακόλουθο: “Τους φίλους να τους σέβεσαι, όπως ακριβώς τους Θεούς, τους δε άλλους να τους μεταχειρίζεσαι, όπως ακριβώς τα θηρία.
Την ίδια ακριβώς αυτή γνώμη αποδίδουν στον Πυθαγόρα οι μαθητές του, η οποία διατηρούταν στην μνήμη τους εμμέτρως ως εξής: τους μεν φίλους ανήγαγε στην θέση των μακάριων Θεών, τους δε άλλους ανθρώπους τους θεωρούσε ασήμαντους και μηδαμινούς.
Τον Όμηρο άξιζε κατ’ εξοχήν να τον επαινούν, γιατί ονόμασε τον βασιλιά “ποιμένα λαών”. Επειδή αυτός ήταν φίλος των ολιγαρχικών, ήθελε να εμφανίζει τους έχοντας αντίθετες πολιτικές ιδέες ως ζώα. Τα κουκιά, έλεγε ότι τα απεχθανόταν ο Πυθαγόρας, διότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν ως κλήροι προκειμένου  να εκλεγούν άρχοντες για την διακυβέρνηση της πολιτείας. Έλεγαν ακόμη αυτοί ότι ο Πυθαγόρας τους προέτρεπε να επιθυμούν με σφοδρότητα την τυραννία και διακήρυττε ότι “είναι προτιμότερο να είναι κανείς μια ημέρα ταύρος παρά καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του βόδι.” Έλεγαν ακόμη ότι οι πολίτες έπρεπε να επαινούν τους θεσμούς των άλλων, και τους προέτρεπε να ζούνε σύμφωνα με αυτά που έχουν θεσμοθετηθεί από αυτόν. Γενικά ο Νίνων παρουσιάζει την φιλοσοφία των Πυθαγορείων ως συνωμοσία εναντίον των πολλών και τους προέτρεπε να μην ανέχονται ούτε την φωνή αυτών, όταν τους συμβουλεύουν, αλλά να ενθυμούνται ότι δεν θα είχαν καμία δυνατότητα να συμμετάσχουν στην εκκλησία του δήμου, αν εκείνοι, οι Πυθαγόρειοι, έπειθαν τους “χιλίους” να επικυρώσουν της συμβουλή τους. Ώστε δεν αρμόζει να αφήνουν αυτούς να ομιλούν, οποιαδήποτε στιγμή εκείνοι με την δύναμη τους εμπόδιζαν τους άλλους να ακούνε.
Αλλά το δεξί τους χέρι, που είχε αποδοκιμασθεί από εκείνους, να γίνει εχθρικό εναντίων τους, όταν τους ζητηθεί να εκφράσουν γνώμη δια της ανατάσεως του χεριού ή όταν πρόκειται να ρίξουν με αυτό ψήφο.  Έπειτα έπρεπε να το θεωρούν εντροπή, αυτοί, που συγκέντρωσαν τριάντα μυριάδες στρατό στον Τετράεντα ποταμό, να φανούν ότι ηττήθηκαν κατόπιν στάσεως ή συνωμοσίας από το ένα χιλιοστό μέρος της δυνάμεως των μέσω στην ίδια τους την πόλη.
Γενικά, τόσο πολύ εξαγρίωσε τους ακροατές εναντίων των Πυθαγορείων ο Νίνων, με την συκοφαντική δημηγορία του, ώστε μετά από λίγες ημέρες συγκεντρώθηκαν όλος ο λαός και ετοιμάσθηκαν να κάνουν επίθεση εναντίον των Πυθαγορείων κατά την ώρα, που εκείνοι θα προσέφεραν θυσία στις Μούσες εντός μιας οικίας πλησίον του ναού του Πύθιου Απόλλωνα. Οι Πυθαγόρειοι όμως προαισθανόμενοι τα τεκταινόμενα, οι περισσότεροι, κατέφυγαν σε κάποιο πανδοχείο, ο δε Δημοκήδης μετά των εφήβων κατέφυγαν στις Πλαταιές. Εκείνοι δε, αφού κατέλυσαν τους νόμους, χρησιμοποίησαν ψηφίσματα με τα οποία, αφού διατύπωσαν κατηγορίες εναντίον του Δημοκήδη, ότι δήθεν είχε συστήσει συνωμοσία με την μερίδα των νεώτερων για επιβολή της τυραννίας, διακήρυξαν ότι θα δώσουν τρία τάλαντα σε εκείνον που θα τον φονεύσει, και αφού έγινε αγώνας, κατά τον οποίο ο Θεάγης υπερίσχυσε του Δημοκήδη, στον Θεάγη απένειμαν τα τρία τάλαντα εκ μέρους της πόλεως.
Επειδή όμως πολλά μεγάλα δεινά έπεσαν στην πόλη και στην χώρα, οι φυγάδες παραπέμφθηκαν σε δίκη και η διεξαγωγή της δίκης ανατέθηκε σε αντιπροσωπεία από τις τρείς μεγάλες πόλεις, δηλαδή σε Ταραντίνους, Μεταπόντιους και Καυλωνιάτες. Αυτοί όμως που εστάλησαν να δικάσουν τους αιτίους, έλαβαν αργύρια με σκοπό να φυγαδεύσουν τους αιτίους, όπως έχει γραφεί στα υπομνήματα των Κροτωνιατών. Τελικά οι έχοντες την εξουσία αποφάσισαν την εξορία των Πυθαγορείων και έτσι τους εξεδίωξαν όλους με την κατηγορία, ότι οι ίδιοι οι Πυθαγόρειοι δυσαρεστούνται από την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση, συγχρόνως όμως φυγάδευσαν μαζί και όλους τους οικείους τους. Διότι ισχυρίζονταν ότι δεν πρέπει να ασεβούν και ότι δεν έπρεπε να αποσπούν τα παιδιά από τους γονείς τους. Διέγραψαν επίσης και τα χρέη και την γη την κατέστησαν αδιαίρετη.
Αφού πέρασαν, λοιπόν, πολλά έτη από το γεγονός αυτό, και αφού ο Δείναρχος και οι ακόλουθοί τους εφονεύθησαν σε άλλη μάχη, πέθανε και ο Λιτάτης, που ήταν ο δυναμικώτερος ηγέτης των στασιαστών, κάποιος οίκτος και μεταμέλεια φάνηκε στους πολίτες και θέλησαν να επαναφέρουν από την εξορία τους Πυθαγορείους, οι οποίοι είχαν απομείνει ζωντανοί. Έστειλαν, λοιπόν, πρεσβευτές και τους προσκάλεσαν από την Αχαΐα, αφού συμφιλιώθηκαν με τους εξόριστους αυτούς Πυθαγορείους μέσω των πρεσβευτών και τους σχετικούς όρκους κατέθεσαν στους Δελφούς.
Ήταν δε οι Πυθαγόρειοι που γύρισαν από την εξορία περί τους εξήντα των αριθμό, εκτός από τους γεροντότερους, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και μερικοί ασχολούμενοι με την ιατρική, που με την δίαιτα θεράπευαν τους αρρώστους, και οι οποίοι κατέστησαν πρωτεργάτες της θεραπευτικής μεθόδου. Συνέβη όμως, οι Πυθαγόρειοι που σώθηκαν και έτυχαν ιδιαιτέρως εκτιμήσεως εκ μέρους των πολλών, να έλθουν προς βοήθεια των συμπολιτών τους, κατά την εποχή, που δημιουργήθηκε στην πόλη η παροιμία “δεν είναι τα πράγματα όπως επι της εποχής του Νίνωνος”, και που απευθυνόταν προς τους παραβάτες του  νόμου. Βοήθησαν δε κατά την εποχή που εισέβαλαν στην χώρα οι Θούριοι και διακινδύνευσαν την ζωή τους κατά την διάρκεια της μάχης βοηθώντας ο ένας τον άλλο. Αλλά οι κάτοικοι της πόλεως άλλαξαν τόσο σύντομα διαθέσει, ώστε πέραν από τους επαίνους, που έκαναν προς τους Πυθαγορείους άνδρες, θεώρησαν ότι η εορτή που θα γινόταν για τα επινίκια έπρεπε να είναι αφιερωμένη μάλλον στις Μούσες κατά την διάρκεια, που θα έκαναν δημόσια θυσία στο ιερό των Μουσών, το οποίο αυτό πρώτα ίδρυσαν και τιμούσαν τις θεές αυτές.
Διάδοχος δε του Πυθαγόρα ομολογείται από όλους ότι έγινε ο Αρισταίος υιός τοτ Δαμοφώντος, ο Κροτωνιάτης, που έζησε κατά την αυτή εποχή με τον Πυθαγόρα, επτά γενεές προς από τον Πλάτων. Και αναδείχθηκε όχι μόνον αντάξιος διάδοχος της σχολής του Πυθαγόρα, αλλά ανάθρεψε κατάλληλα και τον υιό του, που νυμφέυθηκε τη Θεανω, την κόρη του Πυθαγόρα, ακριβώς διότι κατείχε απολύτως τα Πυθαγορικά δόγματα.
Διασώζεται επίσης η πληροφορία ότι ο Πυθαγόρας δίδαξε στη σχολή τεσσεράκοντα πρά ένα έτη και ότι έζησε συνολικά περί τα εκατό έτη, επι πλέον δε ότι παρέδωσε την σχολή στον Αρισταίο, όταν βρισκόταν πλέον σε προχωρημένη γεροντική ηλικία, μετά από αυτόν ανέλαβε την σχολή ο Μνήμαρχος ο υιός του Πυθαγόρα. Και εκείνος λένε ότι την παρέδωσε στον Βουλαγόρα, κατά την εποχή του οποίου συνέβει να διαρπαγή η πόλη των Κροτωνιατών. Μετά τον Βουλαγόρα έγινε διάδοχος ο Γορτύδας ο Κροτωνιάτης, όταν επανήλθε από το ταξίδι, το οποίο έκανε πριν από τον πόλεμο, ο οποίος όμως προώρως απέθαν εξ αιτίας της συμφοράς που επληξε την πατρίδα του.
Στους δε άλλους Πυθαγορείους υπήρχε συνήθεια, όταν έφθαναν σε βαθειά γεράματα, σαν από φυλακή να απελευθερώνονται από τα σώματά τους. Ύστερα όμως από ένα χρονικό διάστημα ο Άρεσας από τους  Λευκανούς, αφού διασώθηκε από κάποιους ξένους, ανέλαβε της διεύθυνση της σχολής.
Μετά τον Άρεσα ήλθε ο Διόδωρος ο Ασπένδιος, ο οποίος και τον διαδέχθηκε στην σχολή λόγω του μικρού αριθμού των Πυθαγορείων. Αυτός, λοιπόν, αφού επανήλθε στην Ελλάδα, διέδωσε τις Πυθαγόρειες θεωρίες, αναφέρεται επίσης γραπτώς, ότι έγιναν ζηλωτές Πυθαγόρειοι: στην Ηράκλεια ο Κλεινίας και ο Φίλόλαος, στο Μεταπόντιο ο Θεοδωρίδης και ο Εύρυτος, στον δε Τάραντα ο Αρχύτας.
Από δε τους εξωτερικούς ακροατές ήταν ο Επίχαρμος, ο οποίος όμως δεν προερχόταν από Πυθαγορική σχολή.
Ο Επίχαρμος, όταν έφθασε στις Συρακούσες, απέφυγε να φιλοσοφεί φανερά, λόγω της τυρανίδας του Ιέρωνος, αλλα κατέγραψε έμμετρα τις φιλοσοφικές συλλήψεις των ανδρών εκείνων και υπο μορφή κωμωδιών παρουσίασε τα κρυφά φιλοσοφικά δόγματα αυτών.
Όπως είναι φυσικό, από όλους τους Πυθαγορείους οι μεν περισσότεροι παραμένουν άγνωστοι και μερικοί άλλοι ανώνυμοι, των δε γνωστών Πυθαγορείων τα ονόματα είναι τα ακόλουθα:
<Κροτωνιᾶται> Ἱππόστρατος, Δύμας, Αἴγων, Αἵμων, Σύλλος, Κλεοσθένης, Ἀγέλας, Ἐπίσυλος, Φυκιάδας,  Ἔκφαντος, Τίμαιος, Βοῦθος, Ἔρατος, Ἰταναῖος, Ῥόδιππος, Βρύας, Εὔανδρος, Μυλλίας, Ἀντιμέδων, Ἀγέας,  Λεόφρων, Ἀγύλος, Ὀνάτας, Ἱπποσθένης, Κλεόφρων, Ἀλκμαίων, Δαμοκλῆς, Μίλων, Μένων
<Μεταποντῖνοι> Βροντῖνος, Παρμίσκος, Ὀρεστάδας, Λέων, Δαμάρμενος, Αἰνέας, Χειλᾶς, Μελησίας,  Ἀριστέας, Λαφάων, Εὔανδρος, Ἀγησίδαμος, Ξενοκάδης, Εὐρύφημος, Ἀριστομένης, Ἀγήσαρχος, Ἀλκίας, Ξενοφάντης, Θρασέας, Εὔρυτος, Ἐπίφρων, Εἰρίσκος, Μεγιστίας, Λεωκύδης, Θρασυμήδης, Εὔφημος, Προκλῆς, Ἀντιμένης, Λάκριτος, Δαμοτάγης, Πύρρων, Ῥηξίβιος, Ἀλώπεκος, Ἀστύλος, Λακύδας, Ἁνίοχος,  Λακράτης, Γλυκῖνος
<Ἀκραγαντῖνος> Ἐμπεδοκλῆς
<Ἐλεάτης> Παρμενίδης
<Ταραντῖνοι> Φιλόλαος, Εὔρυτος, Ἀρχύτας, Θεόδωρος, Ἀρίστιππος, Λύκων, Ἑστιαῖος, Πολέμαρχος,  Ἀστέας, Καινίας, Κλέων, Εὐρυμέδων, Ἀρκέας, Κλειναγόρας, Ἄρχιππος, Ζώπυρος, Εὔθυνος, Δικαίαρχος, φιλωνίδης, Φροντίδας, Λῦσις, Λυσίβιος, Δεινοκράτης, Ἐχεκράτης, Πακτίων, Ἀκουσιλάδας, Ἴκκος, Πεισικράτης, Κλεάρατος, Λεοντεύς, Φρύνιχος, Σιμιχίας, Ἀριστοκλείδας, Κλεινίας, Ἁβροτέλης, Πεισίρροδος, Βρύας, Ἕλανδρος, Ἀρχέμαχος, Μιμνόμαχος, Ἀκμονίδας, Δικᾶς, Καροφαντίδας
<Συβαρῖται> Μέτωπος, Ἵππασος, Πρόξενος, Εὐάνωρ, Λεάναξ, Μενέστωρ, Διοκλῆς, Ἔμπεδος, Τιμάσιος, Πολεμαῖος, Ἔνδιος, Τυρσηνός
<Καρχηδόνιοι> Μιλτιάδης, Ἄνθης, Ὁδίος, Λεώκριτος
<Πάριοι> Αἰήτιος, Φαινεκλῆς, Δεξίθεος, Ἀλκίμαχος, Δείναρχος, Μέτων, Τίμαιος, Τιμησιάναξ, Εὔμοιρος, Θυμαρίδας
<Λοκροὶ> Γύττιος, Ξένων, Φιλόδαμος, Εὐέτης, Εὔδικος, Σθενωνίδας, Σωσίστρατος, Εὐθύνους, Ζάλευκος, Τιμάρης
<Ποσειδωνιᾶται> Ἀθάμας, Σῖμος, Πρόξενος, Κραναός, Μύης, Βαθύλαος, Φαίδων
<Λευκανοὶ> Ὄκκελος καὶ Ὄκκιλος ἀδελφοί,  Ἀρέσανδρος, Κέραμβος
<Δαρδανεὺς> Μαλίων
<Ἀργεῖοι> Ἱππομέδων, Τιμοσθένης, Εὐέλθων, Θρασύδαμος, Κρίτων, Πολύκτωρ
<Λάκωνες> Αὐτοχαρίδας, Κλεάνωρ, Εὐρυκράτης
<Ὑπερβόρειος> Ἄβαρις (Διαβάστε: Η χώρα των Υπερβορείων και η χαμένη γνώση πρώτο μέρος και δεύτερο. Διαβάστε επίσης: Ο Υπερβόρειος Άβαρις
<Ῥηγῖνοι> Ἀριστείδης, Δημοσθένης, Ἀριστοκράτης, Φύτιος, Ἑλικάων, Μνησίβουλος, Ἱππαρχίδης, Εὐθοσίων, Εὐθυκλῆς, Ὄψιμος, Κάλαϊς, Σελινούντιος
<Συρακούσιοι> Λεπτίνης, Φιντίας, Δάμων
<Σάμιοι> Μέλισσος, Λάκων, Ἄρχιππος, Ἑλώριππος, Ἕλωρις, Ἵππων
<Καυλωνιᾶται> Καλλίμβροτος, Δίκων, Νάστας, Δρύμων, Ξενέας
<Φλιάσιοι> Διοκλῆς, Ἐχεκράτης, Πολύμναστος, Φάντων
<Σικυώνιοι> Πολιάδης, Δήμων, Στράτιος, Σωσθένης
<Κυρηναῖοι> Πρῶρος, Μελάνιππος, Ἀριστάγγελος, Θεόδωρος
<Κυζικηνοὶ> Πυθόδωρος, Ἱπποσθένης, Βούθηρος, Ξενόφιλος
<Καταναῖοι> Χαρώνδας, Λυσιάδης
<Κορίνθιος> Χρύσιππος
<Τυρρηνὸς> Ναυσίθοος
<Ἀθηναῖος> Νεόκριτος
<Ποντικὸς> Λύραμνος.
οἱ πάντες 218.
Πυθαγορίδες δε γυναίκες οι επιφανέστερες:
Η Τιμύχα, η σύζυγος του Μυλλία του Κροτωνιάτου.
Η Φιλτύς θυγατέρα Θεόφριος του Κρωτωνιάτου.
Η αδελφή του Βανδάκου.
Η Οκκελώ και Εκκελώ, οι αδελφές, από τους Λευκανούς.
Η Χειλωνίς, θυγατέρα Χείλωνος του Λακεδαιμόνιου.
Η Κρατησίκλεια Λάκαινα σύζυγος Κλεάνορος του Λακεδαιμόνιου.
Η Θεανώ, σύζυγος του Βρόντιου του Μεταπόντιου.
Η Μυία, σύζυγος του Μίλωνος του Κροτωνιάτου.
Η Λασθένεια εξ Αρκαδίας.
Η Αβροτέλεια, θυγατέρα του Αβροτέλους του Ταραντίνου.
Η Εχεκράτεια η Φλιάσια.
Η Τυρσήνη η Συβαρίτης.
Η Πεισιρρόδη η Ταραντινίς.
Η Θεαδούσα η Λάκαινα.
Η Βοιώ η Αργεία.
Η Βεβελύκα η Αργεία.
Η Κλεαίχμα η αδελφή του Αυτοχαρίδα του Λάκωνος.
Σύνολο 17.
Του Ευστάθιου Δ. Κεφάλα (Αμφικτύων) - 11/9/2014: Ακάδημος, αμφικτυονία Πανελλήνιας (Ορφικής) Θεολογίας & Πλατωνικής Φιλοσοφίας.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου