Πέμπτη, 22 Απριλίου 2021

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΜΙΛΟΥΝ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Μας λέει ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν:

"Στα σκαλιά του Παρθενώνα πρόσεξα σήμερα πως φυτρώνουν λυρικά κάτι αγριολούλουδα, πού, αλήθεια, βρίσκουν χώμα και νερό;

Εδώ κι εκεί μπάλες κανονιών απ' τον καιρό των Ενετών κι από τον τελευταίο πόλεμο.
Όρθιες οι μαρμάρινες κολώνες μετρούν γενεές επί γενεών, καθώς περνούν και χάνονται μαζί με τα τραγούδια μας.

Μόνον τα παιδιά, μέσα στην αθωότητα τους, μένουν αμέτοχα αυτά στο ανελέητο παιχνίδι της ματαιότητας - και λέω ευτυχώς! Σαν τα μικρά Ελληνόπουλα προχθές, κάπου στο ερειπωμένο θέατρο του Ηρώδη Αττικού, που καθώς περνούσα μου πέταγαν πετραδάκια, κι έτρεξαν ύστερα, γλυκά αγρίμια, να κρυφτούν πίσω απ' τα σπασμένα μάρμαρα.

Τί ζηλευτή τύχη να παίζουν τα Ελληνόπουλα, έστω έτσι ανυποψίαστα, σε κλασσικό τοπίο μέσα, να αναπνέουν αρχαία σκόνη στον ίσκιο της Ακρόπολης!

Σκέφτηκα, πρός στιγμήν, να τα μαζέψω γύρω μου, με δικές μου ιστορίες να τα μαγέψω και με παραμυθία, όμως πώς;

Σε ποιά γλώσσα; Αυτά μιλούν ξυπόλυτα την γλώσσα των Θεών, που δεν ανοίχθηκε ακόμη στο δικό μου έργο.
Ελπίζω να μην αργήσει η ημέρα εκείνη που θα με διαβάζουν οι Έλληνες μεταφρασμένο στη λαλιά τους...."

Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (Hans Christian Andersen, 1805 - 1875) ήταν Δανός λογοτέχνης, συγγραφέας παραμυθιών. Ο άνθρωπος που τα παραμύθια του διαβάζονται σε όλο τον κόσμο.

https://www.facebook.com/groups/340867693341953/

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στις 15 Μαρτίου 1841, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν έφυγε από την Νάπολη της Ιταλίας με το πολεμικό ατμόπλοιο Λεωνίδας για την Ελλάδα και την Ανατολή. «Το πολεµικό ατµόπλοιο Λεωνίδας µε γαλλική σηµαία βρισκόταν στο λιµάνι της Νάπολης. Ο Χολστ µε συνόδεψε στο πλοίο. Θα ταξίδευα μόνος μου. Ξένος ανάµεσα σε ξένους. Ένας άρρωστος Τούρκος ήταν ξαπλωµένος σε κάτι κουρελούδες, που τις είχαν στρώσει επάνω σε τσουβάλια από κάρβουνο. Κοντά του καθόταν ένας άντρας ντυµένος µ’ ένα πράσινο καφτάνι κι ένα λευκό τουρµπάνι, που τις τελευταίες µέρες στη Νάπολη είχε τραβήξει την προσοχή του κόσµου µε την ανατολίτικη φορεσιά του. Ήταν, όπως έµαθα αργότερα, Πέρσης από τη Χεράτ. Ο ένας µετά τον άλλον, όλοι οι επιβάτες ανέβηκαν στο πλοίο. Αµερικανοί και Ιταλοί µοναχοί, κυρίες και κύριοι από τη Γαλλία, άνθρωποι απ’ όλα τα µέρη του κόσµου, αλλά κανένας από το Βορρά».

Την κορυφή ενός βουνού, κοντά στο Ναβαρίνο, σκεπασμένη με χιόνι ήταν το πρώτο που αντίκρισε από την Ελλάδα, πρώτος ανάμεσα σε όλους τους επιβάτες του πλοίου. Το πρώτο ελληνικό λιμάνι που έπιασε το πλοίο ήταν στη Σύρο. «Η αποβάθρα ήταν γεµάτη Έλληνες. Φορούσαν εφαρµοστά σακάκια, άσπρα φαρδιά παντελόνια κι ένα κόκκινο φέσι στο κεφάλι. Από παντού ακούγονταν φωνές! 

Ένας ηλικιωµένος άντρας µού άπλωσε το χέρι του για να µε βοηθήσει ν’ ανέβω στην αποβάθρα – και να! Πατούσα σε χώµα ελληνικό! Ευγνωµοσύνη στο Θεό, χαρά που βρισκόµουν εκεί κι ένα αίσθηµα λύπης, όλα µαζί συνυπήρχαν µέσα µου εκείνη τη στιγµή», θα γράψει. 

Στη Σύρο περιπλανήθηκε στην πόλη, μέχρι ψηλά στην πλαγιά του βουνού, όπου χτίζονταν νέα σπίτια. Απόλαυσε τη θέα προς την απέναντι πλευρά του λιμανιού, που βρισκόταν το Λαζαρέτο και η ματιά του μπόρεσε να ξεχωρίσει την Τήνο, τη Δήλο, τη Νάξο και την Άνδρο. Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας, επιβάτης στο γαλλικό πολεμικό ατμόπλοιο Λυκούργος, που είχε ολοκληρώσει την καραντίνα του στη Σύρο, απέπλευσε για τον Πειραιά.

«Μέτρησα περίπου εκατό σπίτια στον Πειραιά. Πίσω τους και πίσω από µια χλωµή πετρώδη έκταση και γκριζοπράσινες ελιές υψωνόταν ο Λυκαβηττός και πιο χαµηλά, η Ακρόπολη. Ο Υµηττός και το Πεντελικό έκλειναν το τοπίο, που ήταν ξερό και άγονο», περιγράφει ο Άντερσεν στο ιστορικό μυθιστόρημα "Το Νησί Πέρα από την Ακτή" την πρώτη εικόνα του αττικού τοπίου που αντίκρισε από το πλοίο.

Στο λιμάνι του Πειραιά τον υποδέχτηκαν Δανοί και Γερµανοί, που ζούσαν τότε στην Αθήνα. Ανάµεσά τους ο πρόξενος της Ολλανδίας και της Δανίας, ο Δανός εφηµέριος του Όθωνα, ο συµπατριώτης του καθηγητής Κέπεν, οι αρχιτέκτονες Χάνσεν και ο Δανός καθηγητής Ρος. Στην Αθήνα έμεινε στο ξενοδοχείο Μόναχο. 

Στις 2 Απριλίου, την ημέρα των γενεθλίων του, περιπλανήθηκε στην Αθήνα, πέρασε από τον Πύργο των Ανέμων και ανέβηκε στο Βράχο της Ακρόπολης. Η εικόνα που αντίκρισε με τα λεηλατημένα μάρμαρα τον συγκλόνισε. Όσο καιρό έμεινε στην Αθήνα, ο Άντερσεν ανέβαινε κάθε μέρα στην Ακρόπολη, είτε με ήλιο είτε με βροχή.

Οι συμπατριώτες του τον ξενάγησαν στην πόλη της Αθήνας, στον Πειραιά, στη μονή του Δαφνίου, την Ελευσίνα, στα περίχωρα του Υμηττού, στο Φάληρο και στις 6 Απριλίου επισκέφθηκε τα κοντινότερα χωριά της Αττικής, το Μαρούσι και την Κηφισιά. 

Έφυγε από την Αθήνα για Πειραιά με προορισμό το λιμάνι της Σύρου και από εκεί την Κωνσταντινούπολη στις 20 Απριλίου 1841 με το γαλλικό ατμόπλοιο Ευρώτας. «Θα έρθω και πάλι στην Ελλάδα! είπα στους φίλους µου που είχαν έρθει να µε αποχαιρετήσουν στο λιµάνι του Πειραιά. Μακάρι ο Θεός να έδινε τα λόγια µου να ήταν προφητικά», γράφει στο βιβλίο του και αφηγείται στο ιστορικό μυθιστόρημα "Το Νησί Πέρα από την Ακτή" ο Άντερσεν, χωρίς δυστυχώς να πραγματοποιήσει την επιθυμία του αυτή.

https://el.wikipedia.org/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αρχειοθήκη ιστολογίου