Η Κάθοδος των Μυρίων (-401 με –399) αποτελεί ένα από τα πιο ένδοξα κεφάλαια της Ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας. Δικαίως χαρακτηρίζεται ως ο θρίαμβος του Ελληνικού Πεζικού, καθώς αποτελεί μία από τις πιο ένδοξες στρατιωτικές επιχειρήσεις υποχώρησης στην παγκόσμια ιστορία. Περίπου 13.000 Έλληνες μισθοφόροι, οπλίτες και πελταστές διέσχισαν χιλιάδες χιλιόμετρα εχθρικού εδάφους, επιδεικνύοντας την ανωτερότητα της Ελληνικής πολεμικής τέχνης.
Οι Έλληνες προσλήφθηκαν από
τον Πέρση πρίγκιπα Κύρο τον Νεότερο για
να ανατρέψουν τον αδελφό του, Βασιλιά
Αρταξέρξη Β΄. Το Ελληνικό πεζικό
νίκησε κατά κράτος στο πεδίο της μάχης, στα Κούναξα (-401) αλλά ο Κύρος
σκοτώθηκε και η νίκη μετατράπηκε σε
στρατηγικό αδιέξοδο.
Ο Πέρσης σατράπης
Τισσαφέρνης δολοφόνησε με δόλο τους
Έλληνες στρατηγούς, ανάμεσά τους και
τον Κλέαρχο, αλλά το στράτευμα δεν
διαλύθηκε. Εξέλεξε νέους ηγέτες, με
κυριότερους τον Ξενοφώντα ο οποίος
κατέγραψε το έπος στο έργο του «Κύρου
Ανάβασις» και τον Χειρίσοφο.
Θεωρήθηκε «Θρίαμβος του Ελληνικού Πεζικού» διότι οι Έλληνες εφάρμοσαν το «κοίλον τετράπλευρο». Μια σχηματισμένη ζώνη άμυνας που προστάτευε τα γυναικόπαιδα και τα εφόδια στο κέντρο, ενώ οι πελταστές αντιμετώπιζαν αποτελεσματικά τους Πέρσες τοξότες. Ο στρατός λειτουργούσε ως μια «κινητή δημοκρατική πόλη». Οι αποφάσεις για την πορεία, τις μάχες και την επιμελητεία λαμβάνονταν σε συνελεύσεις των στρατιωτών. Διέσχισαν τις αφιλόξενες και παγωμένες περιοχές της Καρδουχίας, σημερινό Κουρδιστάν και της Αρμενίας, αντιμετωπίζοντας συνεχείς ενέδρες από άγριες φυλές.
Η κραυγή «Θάλαττα! Θάλαττα!» που έβγαλαν οι εξουθενωμένοι στρατιώτες όταν αντίκρισαν τον Εύξεινο Πόντο στην Τραπεζούντα σηματοδότησε τη σωτηρία τους. Περίπου 8.600 Έλληνες επέζησαν και επέστρεψαν στην πατρίδα. Η επιχείρηση αυτή άλλαξε την ιστορία, καθώς λειτούργησε ως ο απόλυτος προάγγελος της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου 66 χρόνια αργότερα. Απέδειξε στον Ελληνικό κόσμο ότι η Περσική Αυτοκρατορία, παρά το τεράστιο μέγεθός της, ήταν ένας «γίγαντας με πήλινα πόδια» που δεν μπορούσε να αναχαιτίσει το πειθαρχημένο Ελληνικό Πεζικό.
Η γεωγραφική διαδρομή των Μυρίων χωρίζεται σε δύο μεγάλα μέρη, συνολικής απόστασης περίπου 6.000 έως 6.500 χιλιομέτρων. Την πορεία προς το εσωτερικό της Ασίας και την επική υποχώρηση και επιστροφή. Διέσχισαν εκτάσεις που σήμερα ανήκουν στην Τουρκία, τη Συρία και το Ιράκ.
Το στράτευμα ξεκίνησε την άνοιξη του -401 από τις Σάρδεις κοντά στα παράλια της Μικράς Ασίας και κινήθηκε νοτιοανατολικά μέσω των Φρυγικών πεδιάδων, πέρασε το Ικόνιο, διέσχισε τις Πύλες της Κιλικίας το στενό πέρασμα προς τη Συρία και έφτασε στην παραθαλάσσια Ισσό. Από την Ισσό προχώρησαν ανατολικά προς τη Βαβυλωνία, διέσχισαν τον Ευφράτη ποταμό στο ύψος της Θάψακου και βάδισαν νότια, παράλληλα με τον ποταμό, μέσα από την έρημο της Συρίας και τερμάτισαν στα Κούναξα, περίπου 70-80 χλμ. βόρεια της Βαβυλώνας, στο σημερινό Ιράκ, όπου δόθηκε η ομώνυμη μάχη. Μετά τη μάχη και την προδοσία των Περσών, οι Έλληνες αποκλείστηκαν στην καρδιά της αυτοκρατορίας. Η επιστροφή μέσω της ερήμου ήταν αδύνατη, οπότε αποφάσισαν να κινηθούν προς τα βόρεια, αναζητώντας τη θάλασσα. Κούναξα ➔ Ποταμός Τίγρης ➔ Βουνά Καρδουχίας ➔ Αρμενία➔ Όρος Θήχης ➔ Τραπεζούντα.
Ξεκινώντας
από τα Κούναξα, πέρασαν τον ποταμό Ζαπάτα
και κινήθηκαν βόρεια κατά μήκος του
Τίγρη ποταμού, περνώντας δίπλα από τα
ερείπια της αρχαίας Νινευή. Μπήκαν στα
δύσβατα και αφιλόξενα βουνά των Καρδούχων,
σημερινό Ιρακινό και Τουρκικό Κουρδιστάν,
όπου για 7 ημέρες δέχονταν συνεχείς
ενέδρες από τους ντόπιους. Πέρασαν τον
ποταμό Κεντρίτη και εισήλθαν στην
Αρμενία. Εκεί αντιμετώπισαν τρομερό
ψύχος, βαθύ χιόνι και εξάντληση από το
κρύο και την πείνα.
Αφού πέρασαν από
την πλούσια πόλη Γυμνιάδα, πιθανώς το
σημερινό Μπαϊμπούρτ της Τουρκίας στα
βορειοδυτικά της Μικράς Ασίας, ανέβηκαν
στο όρος Θήχης. Από εκεί αντίκρισαν για
πρώτη φορά το γαλάζιο του Ευξείνου
Πόντου. Κατέβηκαν στην Ελληνική
αποικία της Τραπεζούντας, έχοντας
ολοκληρώσει το πιο επικίνδυνο κομμάτι
της πορείας.
Εκατοντάδες στρατιώτες πέθαναν από υποθερμία ή έπαθαν κρυοπαγήματα από το ψύχος της Αρμενίας. Ο Ξενοφώντας περιγράφει σκηνές όπου στρατιώτες έχαναν τα δάχτυλα των ποδιών τους ή τυφλώνονταν από τη συνεχή αντανάκλαση του ήλιου στο χιόνι. Πολλοί κατέρρεαν από λιμοκτονία και εξάντληση λόγω του ακραίου κρύου, παρουσιάζοντας ζαλάδες και αδυναμία να σταθούν στα πόδια τους. Όσοι έμεναν πίσω λόγω κόπωσης ή τραυματισμών έπεφταν στα χέρια των εχθρικών φυλών ή των Περσών και εξανδραποδίζονταν. Κατά την Κάθοδο, οι Μύριοι δεν αντιμετώπισαν τον τακτικό περσικό στρατό, αλλά ανεξάρτητες, πολεμοχαρείς φυλές που δεν αναγνώριζαν την εξουσία του Μεγάλου Βασιλιά.
Οι Καρδούχοι ήταν η πιο επικίνδυνη φυλή που συνάντησαν. Ζούσαν στα ορεινά περάσματα και αρνήθηκαν κάθε πρόταση εκεχειρίας. Χρησιμοποιούσαν τεράστια τόξα σχεδόν 1,5 μέτρο μήκος και τα βέλη τους διαπερνούσαν τις Ελληνικές ασπίδες και τους θώρακες. Εφάρμοζαν ανταρτοπόλεμο. Δεν έδιναν μάχη σώμα με σώμα, αλλά έστηναν ενέδρες στα στενά περάσματα και κυλούσαν τεράστιους βράχους από τις βουνοκορφές πάνω στους Έλληνες. Οι 7 ημέρες που έκαναν οι Έλληνες για να διασχίσουν τη χώρα, τους κόστισαν περισσότερο από όλες τις μάχες εναντίον των Περσών.
Μια φυλή που ζούσε στα υψίπεδα του Πόντου και της Αρμενίας, γνωστή από την Αρχαιότητα για την ικανότητά της στη μεταλλουργία και την επεξεργασία του σιδήρου, ήταν οι Χάλυβες. Ο Ξενοφώντας τους περιγράφει ως τους πιο γενναίους πολεμιστές που συνάντησαν μετά τους Καρδούχους. Φορούσαν λινούς θώρακες και κρατούσαν μεγάλα δόρατα και μαχαίρια. Αντί να κρυφτούν, προκαλούσαν ανοιχτά τους Έλληνες σε μάχη. Όταν σκότωναν κάποιον εχθρό, του έκοβαν το κεφάλι και τραγουδούσαν και χόρευαν επιδεικτικά μπροστά στο Ελληνικό στράτευμα.
Οι Μοσσύνοικοι ζούσαν κοντά στον Εύξεινο Πόντο και το όνομά τους σήμαινε «αυτοί που ζουν σε ξύλινους πύργους» (μόσσυνες). Ήταν η πιο «αλλόκοτη» φυλή κατά τον Ξενοφώντα. Έκαναν δημόσια πράγματα που οι Έλληνες έκαναν μόνο ιδιωτικά, ενώ μιλούσαν και γελούσαν μόνοι τους. Ζούσαν με βραστά κάστανα και παστωμένο κρέας δελφινιού. Οι Έλληνες πολεμήσουν μια εχθρική ομάδα Μοσσυνοίκων, κερδίζοντας εύκολα τη μάχη χάρη στην πειθαρχία της φάλαγγας.
Η Συγκλονιστική Σκηνή: «Θάλαττα! Θάλαττα!»
Η κορύφωση της Ανάβασης (Βιβλίο 4, Κεφάλαιο 7) αποτελεί μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ο Ξενοφών βρισκόταν στην οπισθοφυλακή όταν άκουσε τις πρώτες κραυγές από την κορυφή του όρους Θήχης.
Ακούγοντας τη μεγάλη φασαρία, νόμισε ότι η εμπροσθοφυλακή δεχόταν επίθεση από νέους εχθρούς. Καβάλησε το άλογό του και έσπευσε να βοηθήσει.
Καθώς πλησίαζε, άκουγε καθαρά τους στρατιώτες να φωνάζουν ρυθμικά: «Θάλαττα! Θάλαττα!» (Θάλασσα! Θάλασσα!).
Οι στρατιώτες, οι λοχαγοί και οι στρατηγοί ξέσπασαν σε δάκρυα, αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλον. Με αυθόρμητο τρόπο, μάζεψαν πέτρες και έστησαν έναν τεράστιο τύμβο, πάνω στον οποίο τοποθέτησαν λάφυρα ασπίδες και δορές ως ευχαριστήρια προσφορά στους θεούς που τους οδήγησαν πίσω στον Ελληνικό Κόσμο.
Η οδύσσεια δεν τελείωσε στην Τραπεζούντα, καθώς οι Μύριοι έπρεπε να βρουν τρόπο να γυρίσουν στην κυρίως Ελλάδα. Κινήθηκαν δυτικά κατά μήκος των νοτίων παραλίων της Μαύρης Θάλασσας, Κερασούντα, Κοτύωρα, Σινώπη, Ηράκλεια. Ένα μέρος του στρατού κινήθηκε με πλοία και ένα άλλο πεζοί. Πέρασαν στον Βόσπορο (Βυζάντιο), πολέμησαν για ένα διάστημα ως μισθοφόροι στη Θράκη για λογαριασμό του βασιλιά Σεύθη, και κατέληξαν στην Πέργαμο της Μικράς Ασίας, όπου οι εναπομείναντες στρατιώτες ενσωματώθηκαν στον σπαρτιατικό στρατό του Θίβρωνα.
Από τους περίπου 13.000 Έλληνες που ξεκίνησαν από τις Σάρδεις, περίπου 8.600 είχαν καταφέρει να φτάσουν στην Τραπεζούντα και στην Πέργαμο έφτασαν ζωντανοί περίπου 6.000 με 5.000 άνδρες. Οι απώλειες ήταν τεράστιες, αλλά για τα δεδομένα μιας τέτοιας υποχώρησης, το ποσοστό επιβίωσης θεωρείται στρατιωτικό θαύμα. Οι θάνατοι δεν προήλθαν μόνο από τις μάχες, αλλά κυρίως από τις κακουχίες.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...
https://www.protothema.gr , https://archive.apan.gr , http://asiaminor.ehw.gr , https://www.historical-quest.com







.jpg)






