Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

ΠΩΣ ΘΑ ΕΒΛΕΠΕ Ο ΠΛΑΤΩΝ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το να φανταστούμε τον Πλάτωνα στη σημερινή Ελλάδα, είναι ένα ενδιαφέρον φιλοσοφικό και προφανώς υποθετικό σενάριο που φέρνει έναν στοχαστή του παρελθόντος να κρίνει το παρόν. Είναι βέβαια "αντίστροφος αναχρονισμός", όμως μπορούμε να κάνουμε μια βάσιμη και τεκμηριωμένη εικασία για το πώς θα αντιδρούσε, με βάση πάντα τα έργα του.

Ο Πλάτων ασκούσε ήδη έντονη κριτική στους συμπολίτες του στην Αθήνα του -4ου αιώνα. Θεωρούσε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι καθοδηγούνται από συνήθειες, επιθυμίες, ρητορική και κοινωνικές πιέσεις παρά από φιλοσοφική εξέταση. Η περίφημη αλληγορία του σπηλαίου στην Πολιτεία βασίζεται ακριβώς στην ιδέα ότι οι πολλοί συγχέουν τις σκιές με την πραγματικότητα.

Από αυτή την άποψη, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι θα ασκούσε κριτική και στην δική μας κοινωνία. Ίσως να τον προβλημάτιζαν, η περιορισμένη ενασχόληση πολλών ανθρώπων με τη φιλοσοφία και τα κλασικά κείμενα, η κυριαρχία της μαζικής ενημέρωσης και των συνθημάτων, η τάση αποδοχής απόψεων λόγω αυθεντίας ή κοινωνικής πίεσης, η πολιτική πόλωση και η επιφανειακή δημόσια συζήτηση. Θα θαύμαζε το εύρος της διαθέσιμης γνώσης που βέβαια δεν είναι ακριβώς γνώση, αλλά καταιγισμός πληροφοριών και θα αναρωτιόταν αν αυτή η γνώση/πληροφορία συνοδεύεται από σοφία.

Στο γεγονός ότι οι άνθρωποι ακολουθούν μια πολιτική, κοινωνική, ή θρησκευτική αυθεντία χωρίς προσωπική εξέταση των πεποιθήσεών τους και στο άκουσμα του όρου «ποίμνιο», τότε είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ο Πλάτων θα έβλεπε θετικά αυτό το φαινόμενο.

Αν ο Πλάτων επισκεπτόταν τη σημερινή Ελλάδα, η πρώτη του αντίδραση στην αλλαγή θρησκείας θα ήταν φιλοσοφική. Ίσως η πρώτη του ερώτηση να μην ήταν «γιατί δεν ακολουθείτε την Ελληνική θρησκεία;» όπως ρώτησαν κάποτε οι Καλάς.

Πρώτα θα τον απασχολούσε αν η νέα πίστη κάνει τους πολίτες ενάρετους, σοφότερους και δικαιότερους.
Αναλύοντας τη χριστιανική θεολογία, θα αναγνώριζε αμέσως δικά του εννοιολογικά εργαλεία. Η χρήση της πλατωνικής φιλοσοφίας στη διαμόρφωση δογμάτων, όπως η Αγία Τριάδα, θα τον οδηγούσε να εξετάσει κριτικά αν ο Χριστιανισμός «δανείστηκε» στοιχεία ή αν ανακάλυψε ανεξάρτητα παρόμοιες αλήθειες.

Ως προς τα υπερφυσικά όπως παρθενογένεση και ανάσταση, ο Πλάτων δεν θα ξαφνιαζόταν καθώς και η Αρχαία παράδοση είναι γεμάτη από παρόμοιους μύθους και θα έψαχνε να βρει τους συμβολισμούς. Θα εντόπιζε όμως μια βασική φιλοσοφική διαφορά. Στον έργο του "Φαίδων", αθανασία σημαίνει απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα. Στον Χριστιανισμό, η ανάσταση αφορά την αποκατάσταση του ανθρώπου ως ενότητας ψυχής και σώματος. Ένας πλατωνικός θα δυσκολευόταν να δεχτεί τη σωματική επιστροφή και θα ρωτούσε: «Γιατί η ψυχή να επιστρέψει στο σώμα;»

Το χριστιανικό δόγμα βέβαια έχει την απάντηση, αλλά εδώ προσπαθούμε να μαντέψουμε τι θα έλεγε ο Πλάτων.

Με το γνωστό σωκρατικό του ύφος, δεν θα απέρριπτε ούτε θα αποδεχόταν δογματικά τίποτα, αλλά θα έθετε ερωτήματα: «Πώς γνωρίζετε ότι συνέβη; Είναι λογικά συνεπές;» Πιθανότατα θα αντιμετώπιζε τα θαύματα με σκεπτικισμό ως ιστορικά γεγονότα, αναζητώντας το βαθύτερο ηθικό τους νόημα. Αυτό που ίσως τον εξέπληττε περισσότερο θα ήταν ότι μια σύγχρονη κοινωνία με αναπτυγμένη επιστήμη αποδέχεται αυτά τα γεγονότα ως κυριολεκτική ιστορία.

Συζητώντας με τους σημερινούς Έλληνες, θα ρωτούσε: «Πιστεύετε επειδή εξετάσατε αυτά τα θέματα φιλοσοφικά ή επειδή τα παραλάβατε από την παράδοση;» Τελικά, η κριτική του δεν θα αφορούσε το τι πιστεύουν οι άνθρωποι, αλλά το αν η πίστη τους βασίζεται σε συνειδητή «γνώση» ή σε άκριτη «γνώμη».

Ολόκληρη η σωκρατική μέθοδος βασίζεται στην αμφισβήτηση των παραδομένων βεβαιοτήτων. Ο Σωκράτης περιφέρεται στην Αθήνα ρωτώντας ανθρώπους που είναι βέβαιοι ότι γνωρίζουν τι είναι δικαιοσύνη, αρετή ή ευσέβεια και συχνά αποκαλύπτει ότι δεν έχουν εξετάσει πραγματικά τις πεποιθήσεις τους. Από αυτή την άποψη, αν ο Πλάτων έβλεπε ανθρώπους να λένε «Το πιστεύω επειδή έτσι μου το δίδαξαν», ή «Το πιστεύω επειδή το δέχεται η Εκκλησία», ή «Το πιστεύω επειδή το πιστεύουν όλοι γύρω μου», και το συχνό «Έτσι τα βρήκαμε έτσι θα τα αφήσουμε», πιθανότατα θα θεωρούσε ότι αυτό ανήκει περισσότερο στη σφαίρα της δόξας (γνώμης) παρά της γνώσης.

Αν τώρα τον φανταστούμε να παρατηρεί ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης κοινωνίας, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά γενικά, να δέχεται και να υιοθετεί πεποιθήσεις άλλων, χωρίς ιδιαίτερη εξέταση, νομίζω ότι η αντίδρασή του θα ήταν κάτι κοντά στο, «Οι άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν μέσα στο σπήλαιο και να παίρνουν τις σκιές για πραγματικότητα». Αυτή είναι ίσως η πιο πλατωνική κριτική που μπορεί να διατυπωθεί απέναντι στην έννοια της μαζοποίησης, επειδή οι περισσότεροι αρκούνται σε παραδεδομένες βεβαιότητες αντί να υποβάλουν τις πεποιθήσεις τους σε διαλεκτικό έλεγχο.

Αν διαβάσει κανείς τους διαλόγους του, φαίνεται ότι είχε ήδη αρκετά χαμηλή εκτίμηση για το πόσο συχνά οι άνθρωποι σκέφτονται πραγματικά κριτικά. Ίσως λοιπόν να μην έβλεπε αποκλειστικά μια σύγχρονη παρακμή αλλά περισσότερο μια συνέχεια της ανθρώπινης φύσης. Η αλληγορία του σπηλαίου στην Πολιτεία πράγματι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «συμπυκνωμένη απάντηση» σε ερωτήσεις για το πώς θα έβλεπε ο Πλάτων την σημερινή ανθρώπινη κατάσταση. Οι περισσότεροι άνθρωποι σχηματίζουν πεποιθήσεις από εικόνες, παραδόσεις και κοινωνικές αναπαραστάσεις, όχι από άμεση φιλοσοφική εξέταση.

Για κάποιον που δεν γνωρίζει την αλληγορία του μύθου του σπηλαίου, χρειάζεται εξήγηση και ανοίγει μια ολόκληρη συζήτηση για γνώση, παιδεία και πραγματικότητα. Για κάποιον που τη γνωρίζει όμως, μπορεί να λειτουργήσει ως συμπυκνωμένη θέση, ότι δηλαδή οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν μέσα σε κατασκευασμένες αντιλήψεις που τις θεωρούν πραγματικότητα.

Ως «απάντηση» στο αρχικό ερώτημα για το πώς θα έβλεπε ο Πλάτων τη σύγχρονη κοινωνία είναι απολύτως εύλογη, γιατί μεταφέρει ακριβώς τη βασική του οπτική για τη σχέση γνώμης και γνώσης. Ο Πλάτων δεν παρουσιάζει τον μύθο του σπηλαίου στατικά ή μοιρολατρικά. Το σπήλαιο δεν είναι η τελική περιγραφή της ανθρωπότητας, αλλά η κατάσταση από την οποία κάποιοι μπορούν να εξέλθουν μέσω παιδείας και φιλοσοφικής μεταστροφής.

Αν ο Πλάτων «έβλεπε» ότι λίγοι άνθρωποι έχουν διαβάσει απευθείας τα έργα του, πιθανότατα θα έκανε μια διάκριση που ταιριάζει πολύ στη σκέψη του. Από τη μία, η άμεση φιλοσοφική γνώση διάλογος, κατανόηση εννοιών όπως το αγαθό, η δικαιοσύνη, η αλήθεια. Από την άλλη, η έμμεση γνώμη παράδοση, αποσπάσματα, σχολικές απλουστεύσεις, κοινωνικές αναπαραστάσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος ο Πλάτων δεν θα έδινε τόσο βάρος στο «έχω διαβάσει τα κείμενα» όσο στο «έχω κατανοήσει φιλοσοφικά το περιεχόμενο». Στους διαλόγους του, η γνώση δεν ταυτίζεται με την ανάγνωση αλλά με τη διαλεκτική κατανόηση.

Άρα πιθανότατα θα παρατηρούσε κάτι σαν, «Οι περισσότεροι δεν έχουν έρθει ποτέ σε άμεση επαφή με τη φιλοσοφία μου» αλλά ταυτόχρονα και «Ακόμη κι όσοι με διαβάζουν, συχνά δεν έχουν ανέβει από τη γνώμη στη γνώση». Με άλλα λόγια, για τον Πλάτωνα το πιο κρίσιμο θα ήταν το επίπεδο κατανόησηςΠιθανότατα θα έλεγε ότι το ίδιο πρόβλημα υπήρχε και στην εποχή του με τη φιλοσοφία γενικά. Οι πολλοί άκουγαν αποσπάσματα, ρητορικές εκδοχές ή απλοποιήσεις των ιδεών, χωρίς να συμμετέχουν στη διαλεκτική διεργασία που ο ίδιος θεωρούσε ουσιώδη. Οπότε ναι, θα το παρατηρούσε και μάλλον θα το ενέτασσε σε κάτι πιο γενικό και πιο απαισιόδοξο για την ανθρώπινη σχέση με τη φιλοσοφία συνολικά.

Θα παρατηρούσε επίσης ότι πολλοί γνωρίζουν λεπτομέρειες θρησκευτικών κειμένων, αλλά αγνοούν την ίδια τους την ιστορική ή φιλοσοφική παράδοση, και αυτό θα το ενέτασσε σε αυτό που ήδη συζητούσε στην εποχή του. Τη διαφορά ανάμεσα στη γνώμη (δόξα) και στη καλλιεργημένη γνώση (επιστήμη/νόησις).

Θα μπορούσε να το δει περίπου έτσι. Από τη μιά η αποστήθιση γενεαλογιών ή θρησκευτικών λεπτομερειών (όπως τονίζει και ο Δ. Λιαντίνης στο βιβλίο του Γκέμμα) και από την άλλη η άγνοια της φιλοσοφικής και ιστορικής παράδοσης. Αυτό είναι ένδειξη του τι θεωρεί μια κοινωνία σημαντικό να γνωρίζει.

Αν όμως τον φανταστούμε πιο «σωκρατικά ενοχλημένο», ίσως να ρωτούσε, «Και τι σας ωφελεί να τα γνωρίζετε αυτά με τόση ακρίβεια, αν δεν γνωρίζετε τι είναι δίκαιο, καλό ή σοφό;» Θα έθετε μιά ιεράρχηση γνώσης.

Τι θεωρεί μια κοινωνία άξιο να μάθει και τι να μπει σε δεύτερη μοίρα.

Σείριος

----------------------------------

ΤΙ ΘΑ ΕΛΕΓΕ Ο ΠΛΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΑΣ ΓΛΩΣΣΑ;

Η Ιστορία Χωρίς Φίλτρα - Χριστιανισμός και Αρχαία Ελλάδα 

Η ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΟΞΑΣΙΑ 

Ήταν οι Αρχαίοι Έλληνες ειδωλολάτρες;;; Προσκυνούσαν πράγματι πέτρες;;; 

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Carl Sagan Cosmos (1980) Επεισόδιο 7 – Πως οι Αρχαίοι Έλληνες Έθεσαν τις Βάσεις της Σύγχρονης Επιστήμης

To έβδομο επεισόδιο της σειράς "Cosmos" με Ελληνικούς υπότιτλους. Ο Carl Sagan εξετάζει τις διάφορες μυθολογίες για τα αστέρια και τον Γαλαξία μας, και τη σταδιακή αποκάλυψη της αληθινής τους φύσης. Ταξιδεύει στην Σάμο και επικεντρώνεται στο έργο των Αρχαίων Ελλήνων επιστημόνων και αστρονόμων της Ιωνίας, όπως του Θαλή, του Αναξίμανδρου, του Δημόκριτου άλλα και του Πυθαγόρα που έθεσαν τις βάσεις της σύγχρονης επιστήμης.

cosmosgrsubs

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Υπάρχει μία έκδοσις της ποιήσεως του Ὁμήρου που αποκαλείται «ἐκ τοῦ νάρθηκος» τοῦ Ἀλεξάνδρου

Υπάρχει μία έκδοσις της ποιήσεως του Ὁμήρου που αποκαλείται «ἐκ τοῦ νάρθηκος» τοῦ Ἀλεξάνδρου, που σημείωσε μαζί με τον Καλλισθένη καὶ τον Ἀνάξαρχον και έβαλε σε ειδική θήκη (νάρθηκα) που βρήκε στο Περσικό θησαυροφυλάκιο. (Στράβων 13 στ. 594)

φέρεται γοῦν τις διόρθωσις τῆς Ὁμήρου ποιήσεως, ἡ ἐκ τοῦ νάρθηκος λεγομένη, τοῦ Ἀλεξάνδρου μετὰ τῶν περὶ Καλλισθένη καὶ Ἀνάξαρχον ἐπελθόντος καὶ σημειωσαμένου τινά, ἔπειτα καταθέντος εἰς νάρθηκα, ὃν ηὗρεν ἐν τῆι Περσικῆι γάζηι πολυτελῶς κατεσκευασμένον. (STRAB. XIII p. 594)

Μετά τη μάχη της Ισσού το -333, ο Μέγας Αλέξανδρος κυρίευσε τα λάφυρα και τα προσωπικά υπάρχοντα του Πέρση βασιλιά Δαρείου Γ'. Ανάμεσα στα αποκτήματα υπήρχε μια εξαιρετικά πολυτελής και διακοσμημένη θήκη (ή κασετίνα). Όταν ο Αλέξανδρος ρώτησε τους στρατηγούς του τι θα έπρεπε να τοποθετηθεί μέσα στο πολύτιμο αυτό κουτί, αποφάσισε ότι το πιο άξιο αντικείμενο για να φυλαχθεί εκεί ήταν τα έργα του Ομήρου.

Η συγκεκριμένη έκδοση είναι γνωστή στην ιστορία ως η «Ιλιάδα του Νάρθηκα». Ο ίδιος ο Αλέξανδρος συνήθιζε να διαβάζει τα έπη του Ομήρου καθημερινά και μάλιστα ταξίδευε έχοντας μαζί του αυτό το αντίγραφο, το οποίο είχε διορθωθεί και σχολιαστεί παλαιότερα από τον δάσκαλό του, τον Αριστοτέλη. Το έργο του Ομήρου βρισκόταν πάντα κάτω από το μαξιλάρι του μαζί με το ξίφος του, θεωρώντας την Ιλιάδα ως ένα πολύτιμο εγχειρίδιο στρατηγικής και ηθικής.

Η επιστημονική κοινότητα επιβεβαιώνει την ύπαρξη αυτής της καταγραφής στην Αρχαία Γραμματεία. Η συγκεκριμένη ιστορία καταγράφεται κυρίως στα κείμενα του Πλούταρχου ("Βίοι Παράλληλοι: Αλέξανδρος") καθώς και στα "Γεωγραφικά" του Στράβωνα.

Ήταν από τη φύση του λάτρης της λογοτεχνίας, της μάθησης και της ανάγνωσης. Σκεπτόμενος και αποκαλώντας την Ιλιάδα «φορητό θησαυροφυλάκιο στρατιωτικής αριστείας», πήρε το διορθωμένο από τον Αριστοτέλη αντίγραφο, το οποίο ο λαός αποκαλεί αντίγραφο σε νάρθηκα και το κρατούσε πάντα με ένα στιλέτο κάτω από το μαξιλάρι του.

~Πλούταρχος~

ΕΙΚΟΝΑ: Αλέξανδρος. Μαρμάρινο αντίγραφο του -1ου αιώνος, από το πρωτότυπο του Λύσιππου. Ένα από τα πιο ακριβή αντίγραφα. (Ny Carlsberg, Copenhagen).

ermioni3.blogspot.com/ , reddit.com/ , penguinrandomhouse.ca/

Κρίσπος - Ένα νόμισμα είναι το μόνο που έμεινε στην ιστορία με τη μορφή του

O Κρίσπος ήταν ο πρωτότοκος γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. 

Παρ' όλες τις προσπάθειες να γίνει χριστιανός, με δάσκαλο τον σημαντικότερο χριστιανό ρήτορα της εποχής Λακτάντιο, ο Κρίσπος έμεινε σταθερός στις παραδόσεις μη δείχνοντας καμιά συμπάθεια για την θρησκεία τής ανατολής. 
Ήταν η χρυσή ελπίδα όλων των Πολυθεϊστών τής αυτοκρατορίας. Ένα σπάνιο σε ικανότητες παιδί και ευγενούς χαρακτήρα άνδρας. Από δεκαέξι χρονών στρατηγός, έμεινε αήττητος σε όλες τις μάχες πού έδωσε στην σύντομη ζωή του κι επέστρεψε θριαμβευτής από τα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας, στα οποία τον είχε στείλει ο πατέρας του για να ατιμαστεί.

Ο Κρίσπος εκτελέστηκε -βράστηκε σε καζάνι- από τον αιμοσταγή πατέρα του Κωνσταντίνο. Υπέστη «damnatio memoriae», δηλαδή το όνομά του σβήστηκε από όλα τα επίσημα έγγραφα της αυτοκρατορίας και τα μνημεία στα οποία είχε χαραχτεί τιμής ένεκεν. Απαγορεύτηκε ακόμη και η απλή αναφορά σε αυτόν. Τα αγάλματά του γκρεμίστηκαν και δεν έχει σωθεί καμιά πληροφορία για το τι απέγινε η γυναίκα και το παιδί του, προκειμένου ο Κρίσπος να λησμονηθεί από τους ανθρώπους. 

Ήταν 21 ετών.

https://ermioni3.blogspot.com , Περισσότερα: wikipedia - Κρίσπος

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Η Ιστορία Χωρίς Φίλτρα - Χριστιανισμός και Αρχαία Ελλάδα

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος όπως και ο Νύσσης ήταν κάτοχοι της κλασικής παιδείας. Σπούδασαν στην Αθήνα, την πρωτεύουσα της φιλοσοφίας, δίπλα στους κορυφαίους δασκάλους της εποχής, όπως ο Προαιρέσιος στην Αθήνα, ενώ είχαν στενή επαφή με το έργο κορυφαίων εθνικών ρητόρων όπως ο Λιβάνιος και γνώριζαν άριστα τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τους Στωικούς. Αλλά η σχέση τους με τη φιλοσοφία και η μετέπειτα στάση τους κρύβει μια βαθιά πολυπλοκότητα που ξεπερνά τον όρο του απλού «διώκτη» του Αρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Ας δούμε πώς διαχειρίστηκαν αυτή την αντίφαση ανάμεσα στην επιστήμη/φιλοσοφία και το βιβλικό αφήγημα.

Όταν ο Μέγας Βασίλειος γράφει την Εξαήμερον, χρησιμοποιεί τις γνώσεις του από τη φυσική του Αριστοτέλη και την κοσμολογία της εποχής. Για παράδειγμα απορρίπτει την ιδέα ότι ο Θεός έχει ανθρώπινα χέρια ή φωνή. Εξηγεί ότι το «φως» της πρώτης ημέρας δεν ήταν ο ήλιος αφού ο ήλιος έγινε την τέταρτη, αλλά μια διάχυτη κοσμική ενέργεια, μια προσέγγιση που θυμίζει φιλοσοφική κοσμογονία. Για εκείνους, η φιλοσοφία ήταν το εργαλείο το «ένδυμα» για να εκφράσουν τη θεολογία τους με τρόπο επιστημονικά αξιοπρεπή για τα δεδομένα του 4ου αιώνα.

Οι Καππαδόκες δεν δίωξαν τη φιλοσοφία ως γνώση ή ως επιστήμη, αλλά πολέμησαν τη φιλοσοφία ως θρησκευτικό ανταγωνιστή. Στον 4ο αιώνα, η φιλοσοφία, ειδικά ο Νεοπλατωνισμός δεν ήταν άθεη επιστήμη. Ήταν η πνευματική ραχοκοκαλιά της Εθνικής θρησκείας. Όταν ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραστάτης του Ελληνισμού προσπάθησε να επαναφέρει την Ελληνική θρησκεία, χρησιμοποίησε τη φιλοσοφία ως όπλο και απαγόρευσε στους Χριστιανούς να διδάσκουν τα Ελληνικά γράμματα.

Οι Καππαδόκες αντέδρασαν έντονα. Η στρατηγική τους δεν ήταν να κάψουν τα βιβλία του Πλάτωνα, αλλά να τα οικειοποιηθούν.

Ο Βασιλείος στο διάσημο έργο του «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων», προτρέπει τους χριστιανούς μαθητές να σπουδάζουν τους Αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και φιλοσόφους! Χρησιμοποιεί τη μεταφορά της μέλισσας. Όπως η μέλισσα κάθεται σε όλα τα λουλούδια αλλά ρουφάει μόνο το νέκταρ και αφήνει το δηλητήριο, έτσι και οι Χριστιανοί πρέπει να κρατούν τη σοφία, την ηθική και τη λογική των Ελλήνων, απορρίπτοντας τη λατρεία των δώδεκα θεών.

Κινδύνευε το αφήγημα τους και το ήξεραν καλά πως αν άφηναν τη φιλοσοφία ελεύθερη να αμφισβητεί τα δόγματα, όπως την Αγία Τριάδα ή τη Δημιουργία, το οικοδόμημα της Εκκλησίας, που τότε ακόμα διαμορφωνόταν, θα κατέρρεε. Η λύση που έδωσαν ήταν ο υποβιβασμός της φιλοσοφίας σε «θεραπαινίδα». Την έκαναν υπηρέτρια της θεολογίας. Είπαν δηλαδή πως «Η φιλοσοφία είναι εξαιρετική για να ακονίζει το μυαλό και να κατανοεί τη φύση, αλλά σταματά εκεί που ξεκινά η Θεία Αποκάλυψη».

Το τελικό παράδοξο και η πραγματική ιστορική ειρωνεία είναι διπλή. Από τη μία, η στάση τους περιόρισε την ελευθερία της σκέψης και προετοίμασε το έδαφος για τις μετέπειτα βίαιες διώξεις κατά των εθνικών και το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών όπως έκανε ο Ιουστινιανός το +529. Από την άλλη, όμως, εξαιτίας του ότι ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος αγαπούσαν και υπερασπίστηκαν την Ελληνική Παιδεία, διασώθηκαν τα κείμενα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Ομήρου. Αν είχαν επικρατήσει οι πιο φανατικοί και αμόρφωτοι Χριστιανοί της εποχής που ήθελαν να εξαφανίσουν καθετί Ελληνικό ως διαβολικό, η Αρχαία Γραμματεία, αυτή που έχουμε σήμερα, θα είχε χαθεί για πάντα.

Ήταν μια κυνική πολιτική κίνηση για να σωθεί το αφήγημα, ή μια ειλικρινής προσπάθεια να παντρέψουν δύο κόσμους; Ίσως και τα δύο. Η λέξη «πάντρεμα» όμως ακούγεται σαν κακόγουστο αστείο. Είναι η ωραία θεωρία των μετέπειτα ιστορικών. Στην πραγματικότητα, ο όρος που περιγράφει καλύτερα αυτό που συνέβη είναι η πολιτισμική υποταγή και αφομοίωση.

Όταν μιλάμε για «πάντρεμα», εννοούμε ότι πήραν τη μορφή, δηλαδή τη γλώσσα, τη λογική, τη ρητορική και πέταξαν το περιεχόμενο, την ελευθερία της σκέψης, την αμφισβήτηση, την κοσμοθεωρία.

Η ιστορική πραγματικότητα του 4ου και 5ου αιώνα ήταν σκληρή, γεμάτη βία και φανατισμό που... όποιος σήμερα μελετήσει την μη συμβατική ιστορία, και προσπαθήσει νοερά να μεταφερθεί αλλά με ενσυναίσθηση σε εκείνη την εποχή, ίσως νιώσει έστω στο ελάχιστο τι έζησαν εκείνοι οι πρόγονοι μας. Χαρακτηριστικοί οι στίχοι που μας άφησε ο Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς +5ος αι.

Είμαστε αλήθεια ζωντανοί, ώ Έλληνες,

καθώς μας πήρε τώρα η συμφορά
κι έγινε η ζωή μας εφιάλτης;
Ή μήπως ζούμε εμείς κι έχει η ζωή πεθάνει;

Ας δούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η βία δεν ήταν μόνο πνευματική, ήταν σωματική και υλική. Φανατισμένοι καλόγεροι και χριστιανικοί όχλοι συχνά με την ανοχή ή την παρότρυνση των αρχών, γκρέμισαν μνημεία που σήμερα θεωρούνται παγκόσμια κληρονομιά. Το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας, ένας από τους μεγαλύτερους ναούς και βιβλιοθήκες του Αρχαίου κόσμου ισοπεδώθηκε το +391. Ναοί μετατράπηκαν σε εκκλησίες ή χρησιμοποιήθηκαν ως «λατομεία» για οικοδομικά υλικά. Αγάλματα αποκεφαλίστηκαν ή χαράχτηκαν με σταυρούς στο μέτωπο (βλ. εικόνες) για να «εξαγνιστούν» από τα δαιμόνια.

Οι Καππαδόκες Πατέρες μπορεί να μην κρατούσαν οι ίδιοι βαριοπούλες, αλλά η θεολογία τους, που παρουσίαζε την Αρχαία θρησκεία ως «λατρεία των δαιμόνων», έδινε το ιδεολογικό πράσινο φως, για αυτές τις πράξεις.

Η ελεύθερη σκέψη δέχτηκε θανάσιμο πλήγμα. Η φιλοσοφία, από εκεί που ήταν μια ζωντανή αναζήτηση της αλήθειας χωρίς όρια, μετατράπηκε σε εργαλείο απολογητικής. Μπορούσες να χρησιμοποιήσεις τη λογική του Αριστοτέλη για να αποδείξεις το δόγμα της Αγίας Τριάδας, αλλά αν χρησιμοποιούσες την ίδια λογική για να αμφισβητήσεις την Ανάσταση ή τη Δημιουργία, ήσουν αιρετικός ή παγανιστής. Και η ποινή δεν ήταν απλά ακαδημαϊκή. Σήμαινε εξορία, δήμευση περιουσίας ή και θάνατο, με αποκορύφωμα τη φρικτή δολοφονία της φιλοσόφου Υπατίας στην Αλεξάνδρεια το +415.


Πώς προκύπτει λοιπόν το «πάντρεμα» που λένε οι ιστορικοί; Αυτό που επιτεύχθηκε ήταν μια πολιτισμική μίξη, αλλά με τους όρους του νικητή. Ο Χριστιανισμός κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κυβερνήσει μια αυτοκρατορία με αμόρφωτους φανατικούς. Χρειαζόταν τη διοίκηση, τον νόμο και την παιδεία των Ελλήνων. Έτσι, έκαναν μια ιδιοφυή επιλογή. Κράτησαν τα γράμματα. Την ορθογραφία, τη γραμματική, τη ρητορική, τη γεωμετρία. Αφαίρεσαν το δικαίωμα της φιλοσοφικής αμφισβήτησης και ο Πλάτωνας έγινε αποδεκτός μόνο επειδή κάποιες ιδέες του όπως η αθανασία της ψυχής ή ο «Δημιουργός» μπορούσαν να παρερμηνευθούν ως προαναγγελία του Χριστιανισμού.

Η ωμή αλήθεια. Ανέφερα πριν ότι χάρη σε αυτούς διασώθηκαν τα κείμενα. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά έγινε ως παρενέργεια, όχι από καθαρό αλτρουισμό. Τα κείμενα διασώθηκαν επειδή οι Βυζαντινοί χρειάζονταν τα Αρχαία Ελληνικά για να γράφουν τα δικά τους θεολογικά κείμενα και τους νόμους τους. Τα αντέγραφαν στα μοναστήρια σαν σχολικά εγχειρίδια γλώσσας, κρατώντας τα κλειδωμένα σε μια πνευματική «καραντίνα». Δεν ήταν ένας ισότιμος γάμος αγάπης. Ήταν ένας αναγκαστικός συμβιβασμός όπου ο Χριστιανισμός πήρε την Αρχαία Ελληνική Παιδεία, της έκοψε τα φτερά της ελεύθερης έρευνας και την ανάγκασε να υπηρετεί το δικό του αφήγημα για τους επόμενους αιώνες.

Όποιος προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει την Αρχαία φιλοσοφία για να αμφισβητήσει την Εκκλησία, αντιμετώπιζε βαριές συνέπειες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ιωάννης Ιταλός. Ήταν κορυφαίος Βυζαντινός φιλόσοφος του 11ου αιώνα (περίπου 700 χρόνια μετά τον Μέγα Βασίλειο), ο οποίος αγαπούσε τόσο πολύ τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, που άρχισε να διδάσκει ότι η φιλοσοφία μπορεί να λύσει θεολογικά προβλήματα και ότι ο κόσμος μπορεί να είναι αιώνιος όπως έλεγαν οι Αρχαίοι (Ηράκλειτος, πυρ αείζωον) και όχι κτισμένος από το μηδέν. Η αντίδραση του κράτους και της Εκκλησίας ήταν αμείλικτη. Το 1082 καταδικάστηκε επίσημα, αφορίστηκε και κλείστηκε σε μοναστήρι. 

Μάλιστα, προστέθηκε ένα ειδικό άρθρο στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας», ένα κείμενο που διαβάζεται μέχρι σήμερα στις εκκλησίες την Κυριακή της Ορθοδοξίας, το οποίο λέει, «Ανάθεμα σε όσους ακολουθούν τις ανόητες γνώμες των Ελλήνων φιλοσόφων και δεν δέχονται τις ιδέες τους απλώς ως μέρος της εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης (διά παιδείαν μόνον), αλλά τις πιστεύουν ως αλήθεια». Αυτό το «ανάθεμα» συμπυκνώνει απόλυτα τη γραμμή που ξεκίνησε τον 4ο αιώνα. Επιτρέπεται να διαβάζεις τους Αρχαίους φιλοσόφους μόνο για να μαθαίνεις γράμματα («διά παιδείαν μόνον»), αλλά απαγορεύεται να τους παίρνεις στα σοβαρά ως προς την ουσία της σκέψης τους. Και αυτή η πνευματική καραντίνα, επιβλήθηκε με σιδηρά πυγμή για έντεκα ολόκληρους αιώνες, μέχρι το τέλος του Βυζαντίου.

Το σύστημα αυτό όμως ισχύει αυτούσιο μέχρι σήμερα. Το δόγμα, εξ ορισμού, θεωρείται από την Εκκλησία «αιώνια και αμετακίνητη αλήθεια» που αποκαλύφθηκε από τον Θεό. Επομένως, οι κανόνες και οι περιορισμοί που τέθηκαν τον 4ο αιώνα δεν έληξαν το 1453. Αν κοιτάξουμε γύρω μας σήμερα, θα δούμε ότι αυτή η «βυζαντινή καραντίνα» της σκέψης επιβιώνει ανέπαφη.

Το παράδειγμα που αναφέραμε με τον Ιωάννη τον Ιταλό δεν είναι μια ξεχασμένη ιστορία σε κάποιο σκονισμένο αρχείο. Το κείμενο αυτό (το Συνοδικό της Ορθοδοξίας) διαβάζεται ζωντανά σε όλους τους ορθόδοξους ναούς την Κυριακή της Ορθοδοξίας (την πρώτη Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Σαρακοστής) κάθε χρόνο. Ακόμη και σήμερα, το 2026, η Εκκλησία αναθεματίζει επίσημα από τον άμβωνα όσους δέχονται τις ιδέες των Αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων ως πραγματική αλήθεια και όχι απλώς ως «εγκυκλοπαιδική μόρφωση».

Στο Βυζάντιο ο κίνδυνος για το αφήγημα ήταν η Φιλοσοφία, αλλά σήμερα, ο κίνδυνος είναι και η Επιστήμη. Αν και η επίσημη Εκκλησία συχνά τηρεί μια πιο διπλωματική στάση λέγοντας ότι η Βίβλος δεν είναι βιβλίο βιολογίας, στην πράξη, ένα τεράστιο κομμάτι του εκκλησιαστικού σώματος, των θεολόγων και των μοναστηριών απορρίπτει κατηγορηματικά τον Δαρβίνο. Γιατί; Γιατί αν ο άνθρωπος προήλθε από την εξέλιξη των ειδών, τότε δεν υπήρξε ποτέ ο Αδάμ, άρα δεν υπήρξε Προπατορικό Αμάρτημα και έτσι κλονίζεται ολόκληρη η θεολογική ανάγκη για την ανθρώπινη σωτηρία.

Η σύγχρονη αστροφυσική και γεωλογία αποδεικνύουν ότι το σύμπαν είναι περίπου 13,8 δισεκατομμυρίων ετών. Το αφήγημα της Δημιουργίας, ακόμα και αν το δει κανείς συμβολικά, πιέζεται ασφυκτικά από την επιστημονική πραγματικότητα.

Ακόμα και στο σύγχρονο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, η σχέση μας με την Αρχαιότητα είναι βαθιά επηρεασμένη από αυτό το βυζαντινό φίλτρο. Στα σχολεία διδασκόμαστε τους Αρχαίους Έλληνες κυρίως για τη γλώσσα τους, τη γραμματική τους και για μια γενική «υπερηφάνεια», αλλά σπάνια εμβαθύνουμε στο πόσο αμφισβητιακή ήταν η σκέψη πολλών από αυτούς όπως των Προσωκρατικών, του Δημόκριτου ή των Επικούρειων.

Το κράτος της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας (Βυζάντιο) δεν υπάρχει σήμερα, αλλά ο πνευματικός μηχανισμός που έστησε για να προστατεύσει το αφήγημά του παραμένει ενεργός, αμετακίνητος και σε πλήρη λειτουργία μέχρι τις μέρες μας.

Η αλήθεια είναι ότι η Ιστορία που δεν διδάσκεται, είναι γεμάτη αντιφάσεις, σκοτάδια, κυνισμό και πολιτική σκοπιμότητα και όπως έχω ξανα πει, εκεί βρίσκονται οι περισσότερες αιτίες της παρακμης...

Το «ναι μεν αλλά» είναι συχνά το καταφύγιο όσων θέλουν να κρατήσουν τις ισορροπίες για να μην ξεβολευτεί κανείς. Όμως, αν θέλουμε να καταλάβουμε πώς φτάσαμε στο σήμερα, το να «χαϊδεύουμε αυτιά» είναι το χειρότερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε.

Η ιστορία της σύγκρουσης του Χριστιανισμού με τον Αρχαίο κόσμο δεν ήταν ένας ειρηνικός, πνευματικός διάλογος. Ήταν ένας αδυσώπητος πόλεμος επικράτησης. Όταν μια νέα ιδεολογία παίρνει την εξουσία, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να υποτάξει την προηγούμενη. Το ότι το Βυζάντιο επέβαλε μια πνευματική λογοκρισία που επιβιώνει μέχρι σήμερα είναι ένα ιστορικό γεγονός, καταγεγραμμένο στις δικές του πηγές, στους δικούς του νόμους (Ιουστινιάνειος & Θεοδοσιανός κώδικας) και στα δικά του αναθέματα. Το να το κρύβουμε πίσω από ωραίες λέξεις απλώς μας εμποδίζει να σκεφτούμε ελεύθερα.
Η ελεύθερη σκέψη, άλλωστε, ξεκινά ακριβώς εκεί που σταματά ο φόβος να δούμε την πραγματικότητα κατάματα, χωρίς φίλτρα και ωραιοποιήσεις.

Έρευνα επιμέλεια Σείριος (Χ.Γ.)

-----------------------------

Ήταν οι Αρχαίοι Έλληνες ειδωλολάτρες;;; Προσκυνούσαν πράγματι πέτρες;;; 

Ωδή στη Φύση και την Ταπεινότητα

Η ψευδαίσθηση της «Κορωνίδας»

Η φύση γύρω μας είναι ένας ζωντανός, παλλόμενος οργανισμός απαράμιλλης ομορφιάς. Από το πιο μικρό πέλμα ενός εντόμου μέχρι το θρόισμα των φύλλων στα Aρχαία δάση και τη βουβή δύναμη των βράχων, κάθε τι γύρω μας εκπέμπει την δική του, μοναδική συχνότητα.

Μέσα σε αυτό το απέραντο πλέγμα, όλα τα πλάσματα είναι ισότιμα. Κάθε ύπαρξη, κάθε μορφή ζωής, έχει τη δική της ξεχωριστή αξία και έναν συγκεκριμένο σκοπό που εξυπηρετεί την ισορροπία του όλου. Δεν υπάρχουν «ανώτερες» και «κατώτερες» ζωές στη φύση. Υπάρχει μόνο η σοφή, αλληλένδετη αλυσίδα.

Για αιώνες, ο άνθρωπος αυτοανακηρύχθηκε «κορωνίδα της δημιουργίας». Τοποθετήσαμε τους εαυτούς μας στην κορυφή μιας αυθαίρετης πυραμίδας, θεωρώντας ότι τα πάντα φτιάχτηκαν για να υπηρετούν τις ανάγκες μας. Πόσο αλαζονική, όμως, φαντάζει αυτή η άποψη αν αναλογιστούμε το μέγεθος του σύμπαντος;

Πώς μπορούμε να είμαστε τόσο σίγουροι για την απόλυτη ανωτερότητά μας, όταν αγνοούμε την πιθανή ύπαρξη άλλων οντοτήτων σε ανώτερες σφαίρες; Σε πνευματικές ή ενεργειακές διαστάσεις που οι περιορισμένες μας αισθήσεις δεν μπορούν καν να συλλάβουν; Η πεποίθηση ότι είμαστε το αποκορύφωμα της ύπαρξης ίσως δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εκδήλωση της πνευματικής μας μυωπίας.

Και το πιο οδυνηρό είναι η συμπεριφορά αυτής της υποτιθέμενης «κορωνίδας». Η Αλαζονεία του «Κυρίαρχου». Αντί για προστάτες και θεματοφύλακες, γίναμε δυνάστες. Ο άνθρωπος φαίνεται να μην σέβεται το ίδιο του το σπίτι: τη Γη. Ένας Φιλοξενούμενος που Ξέχασε τους Τρόπους του.

Ξεχνάμε ότι ο πλανήτης αυτός δεν ανήκει αποκλειστικά σε εμάς. Είναι το κοινό σπίτι όλων των όντων. Του ορυκτού βασιλείου, που κρατά τα θεμέλια και τη μνήμη του πλανήτη. Του φυτικού βασιλείου, που μας χαρίζει την ίδια την ανάσα της ζωής. Του ζωικού βασιλείου, που μοιράζεται μαζί μας την ευαισθησία και τον πόνο. Η εκμετάλλευση των πόρων, η καταστροφή των βιοτόπων και η αδιαφορία για τα υπόλοιπα βασίλεια της φύσης είναι μια πληγή που αιμορραγεί.

Ίσως η πραγματική εξέλιξη για τον άνθρωπο να μην βρίσκεται στην κατάκτηση νέων τεχνολογιών ή στην επιβολή του πάνω στο περιβάλλον, αλλά στην επιστροφή στην ταπεινότητα. Στην αναγνώριση ότι είμαστε απλώς ένα μικρό κομμάτι αυτού του θαύματος που λέγεται Γη. Ας αρχίσουμε να κοιτάζουμε γύρω μας με σεβασμό, δέος και ευγνωμοσύνη. Γιατί το να είσαι μέρος της φύσης είναι προνόμιο και είναι ώρα να συμπεριφερθούμε ως υπεύθυνοι φιλοξενούμενοι, και όχι ως αλόγιστοι δήθεν ιδιοκτήτες.

«Θνητός γεγονώς άνθρωπε, μη φρόνει μέγα»

Άνθρωπε, αφού γεννήθηκες θνητός, μην έχεις μεγάλες ιδέες (μην υπερηφανεύεσαι/μην έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου)

Σείριος

-------------------------------

ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ....

ΑΠΛΑ, ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΥΜΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ…

“Αληθής Λόγος” Κέλσου, έτος 178:  ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΑΝ... ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ;;;;

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Αναξίμανδρος, Επίκουρος, Ηράκλειτος - Το Τρίπτυχο της Πνευματικής Ελευθερίας

Πώς Τρεις Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι Καταρρίπτουν τον Φανατισμό

Ο Αναξίμανδρος εύστοχα και ξεκάθαρα, ονόμασε την συμπαντική νοημοσύνη, αυτό που λέμε Θεό, Άπειρον.

«Αποκλείεται ως πρώτη αρχή των όντων πάσα γνωστή ουσία, διότι εφ όσον θα ήταν γνωστή, αυτομάτως παύει να είναι Άπειρος».
Το Άπειρο κατά τον Αναξίμανδρο, το οποίο είναι ποιοτικώς ακαθόριστο και ποσοτικώς απεριόριστο, είναι αδύνατον να κατανοηθεί από την ανθρώπινη νοημοσύνη και τις ανθρώπινες αισθήσεις, οι οποίες έχουν περιορισμένες δυνατότητες με αρχή και τέλος.

Ο Επίκουρος λέει, «Το μακάριο και άφθαρτο Ον (ο θεός) ούτε το ίδιο γνωρίζει ενοχλήσεις ούτε σε άλλους προξενεί ενοχλήσεις. Ώστε δεν επηρεάζεται ούτε από θυμούς ούτε από ευχαριστίες. Διότι όλα αυτά είναι γνωρίσματα ενός αδύναμου όντος». 

Αυτές οι δυο ρήσεις (του Αναξιμάνδρου και του Επίκουρου), δίνουν πολλαπλές απαντήσεις και δεν αφήνουν περιθώρια για αναλύσεις ερμηνείες και πολλά λόγια. Συμπυκνώνουν με εκπληκτική ακρίβεια μια ολόκληρη φιλοσοφική στάση απέναντι στο Θείο, κόβοντας τον δρόμο σε ανθρωπομορφικές υπερβολές και δογματικές προκαταλήψεις. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, οι δύο αυτοί στοχαστές βάζουν ένα «φρένο» στην ανθρώπινη αλαζονεία με δύο διαφορετικούς, αλλά συμπληρωματικούς τρόπους.

Πράγματι, όταν η σκέψη φτάνει σε τέτοιο βάθος, τα πολλά λόγια περισσεύουν.

Ο Αναξίμανδρος ξεκαθαρίζει τα όρια της νόησης. Αν ορίσεις τον Θεό, ή την πρώτη αρχή ως κάτι συγκεκριμένο π.χ. νερό, φωτιά, ή με ανθρώπινη μορφή..., αυτομάτως τον περιορίζεις. Τον βάζεις σε καλούπι, άρα παύει να είναι άπειρος, παύει να είναι η πηγή των πάντων. Το Άπειρον είναι η μόνη λογική απάντηση, ακριβώς επειδή ξεπερνά τις αισθήσεις μας.

Ο Επίκουρος ξεκαθαρίζει τα όρια της ψυχολογίας. Αποδομεί πλήρως την ιδέα ενός Θεού τιμωρού που λειτουργεί με θυμό, εκδίκηση, ή ανάγκες. Αυτά είναι ανθρώπινα πάθη. Για τον Επίκουρο, η τελειότητα σημαίνει απόλυτη γαλήνη, αταραξία.

Αν αποδεχτεί κανείς αυτές τις δύο θέσεις, καταρρέει κάθε ανάγκη για θρησκευτικό φανατισμό, ενοχές ή δεισιδαιμονίες. Ο Θεός του Αναξιμάνδρου είναι πολύ μεγάλος για να χωρέσει στο μυαλό μας, και ο Θεός του Επίκουρου είναι πολύ ανώτερος για να ασχολείται με τις μικρότητές μας.

Είναι η απόλυτη απελευθέρωση του ανθρώπου. Μας αφήνει υπεύθυνους για τη ζωή μας, χωρίς τον φόβο ενός ουράνιου δικαστή, αλλά με απόλυτο δέος απέναντι στο Άπειρο του σύμπαντος.

Και θα κλείσω την ανάρτηση με τον Ηράκλειτο, ο οποίος εισχώρησε με την σκέψη του βαθιά στο Σύμπαν, λέγοντας ότι «Αυτόν εδώ τον Κόσμο, που είναι ίδιος για όλα τα όντα, δεν τον έπλασε ούτε κανένας Θεός, ούτε κανένας Άνθρωπος, αλλά ήταν πάντα και είναι και θα είναι πυρ αείζωον που ανάβει με μέτρον και σβήνει με μέτρον…» (Κόσμον τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλά ήν αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα..).

Αν ο κόσμος είχε υιοθετήσει την Ηρακλείτεια αυτή ρήση δεν θα είχαν χυθεί ποταμοί αίματος σε θρησκευτικούς πολέμους μέσα στους αιώνες και ο κόσμος θα είχε ήδη μπει στην Εποχή της Γνώσης.

Σείριος (Χ.Γ.)

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ - Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ - ΠΑΝΑΡΧΑΙΟΝ ΕΘΙΜΟΝ - Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Το έθιμο του Κλήδονα έχει βαθιές ρίζες στην Αρχαία Ελλάδα. Η ίδια η λέξη προέρχεται από την Αρχαία Ελληνική «κληδών» (ή κλήδων), που σήμαινε φωνή, ψίθυρος, προφητικός ήχος ή οιωνός. 

ΚΛΗΔΟΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΓΕΤΟ Ο ΔΙΔΟΜΕΝΟΣ ΧΡΗΣΜΟΣ

Στην Αρχαιότητα, «κληδονισμό» ονόμαζαν μια μέθοδο μαντείας κατά την οποία οι άνθρωποι προσπαθούσαν να προβλέψουν το μέλλον ακούγοντας τυχαίες λέξεις ή φράσεις που λέγονταν στον δρόμο, έξω από τον ναό, αμέσως μετά από μια προσευχή. Μάλιστα, ο Δίας και ο Ερμής είχαν και την προσωνυμία «Κληδόνιος», ως οι θεοί που έστελναν αυτούς τους μαντικούς ψιθύρους στους θνητούς.

Το έθιμο δεν είναι απλώς μια θεωρία των λαογράφων, αλλά καταγράφεται σε σπουδαία Αρχαία κείμενα.

Στην Οδύσσεια του Ομήρου, ο Οδυσσέας χρησιμοποιεί μια μορφή αυτής της μαντικής και ζητά ένα σημάδι από τον Δία για να καταλάβει αν θα πετύχει η εξόντωση των μνηστήρων.
Ο περιηγητής Παυσανίας στα Βοιωτικά του, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στη Θήβα, κοντά στον βωμό του Απόλλωνα, υπήρχε η συνήθεια να ασκείται η «μαντική από κληδόνων», κάτι που συνήθιζαν πολύ και οι Σμυρνιοί.
Ο Αισχύλος στον "Προμηθέα Δεσμώτη", αναφέρει τον κλήδονα με όσα λέγει στο χορό των ωκεανίδων νυμφών: Τρόπους δε μαντικής εστοίχισα κάκρινα πρώτος εξ ονειράτων α χρη ύπαρ γενέσθαι κληδόνας δε δυσηκρίτους εγνώρισ' αυτοίς...

Στην Αρχαιότητα, οι τελετές αυτές μαζί με το άναμμα των φωτιών που συνοδεύει τον Κλήδονα γίνονταν κατά το Θερινό Ηλιοστάσιο. Ήταν μια περίοδος "μετάβασης" του Ήλιου, όπου οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι πύλες του αόρατου κόσμου άνοιγαν και η μαγεία ή η μαντεία είχαν μεγαλύτερη δύναμη.

Όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία προσπάθησε να σταματήσει τα Αρχαιοελληνικά έθιμα. Επειδή όμως και αυτό το έθιμο ήταν πολύ βαθιά ριζωμένο στον λαό, τελικά "μετατοπίστηκε" ημερολογιακά στις 24 Ιουνίου, ημέρα που η Εκκλησία γιορτάζει τη Γέννηση του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (εξού και Άι-Γιάννης ο Κλήδονας ή Ριγανάς). Πρόκειται για μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις Αρχαίων λατρευτικών και μαντικών παραδόσεων που κατάφεραν να επιβιώσουν ανά τους αιώνες, "ντυμένες" με χριστιανικό μανδύα.

Στην Αρχαιότητα ο Κλήδονας χρησιμοποιούνταν για γενικότερες προβλέψεις και χρησμούς. Στο πέρασμα των αιώνων όμως περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην ερωτική μαντεία με το «αμίλητο νερό» και τα «ριζικάρια», όπου οι ανύπαντρες κοπέλες προσπαθούν να μάθουν ποιον θα παντρευτούν.

"ΕΘΗ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΕ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΑ".

Πανελλήνιο έθιμο. Στη Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά, Νησιά, Κρήτη και Πελοπόννησο παντού τελείται το έθιμο με φωτιές και πηδήματα. Ο Ζωναράς (12ος αι.) βυζαντινός χρονογράφος, θεολόγος και νομικός που έζησε στην Κωνσταντινούπολη, αποκαλεί τις αναπτόμενες φωτιές και τα πηδήματα "έθη Ελληνικά τε και Εθνικά".

Σείριος

-----------------------------------

ΔΕΛΦΟΙ & «Φ»

Η ΘΕΡΙΝΗ ΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ, Η ΠΥΛΗ ΕΙΣΟΔΟΥ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ 

ΠΟΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ;

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ - ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΡΟΥΣ και λίγα λόγια εξ αφορμής.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Ήταν οι Αρχαίοι Έλληνες ειδωλολάτρες;;; Προσκυνούσαν πράγματι πέτρες;;;

Ο όρος ειδωλολάτρης δεν υπήρχε κατά την Αρχαιότητα. Ποιοί πότε και γιατί καθιέρωσαν αυτόν τον όρο;

Οι Αρχαίοι Έλληνες δεν αυτοπροσδιορίζονταν ποτέ ως «ειδωλολάτρες». Για εκείνους, η λατρεία των θεών τους ήταν απλώς η πατρώα ευσέβεια, η θρησκεία τους. 

Ο όρος ειδωλολάτρης και ειδωλολατρία, είναι μια μεταγενέστερη «ταμπέλα», η οποία δημιουργήθηκε και καθιερώθηκε από την πλευρά του Χριστιανισμού με ρίζες στην Ιουδαϊκή παράδοση. Ο όρος γεννήθηκε μέσα στον ελληνοφωνούντα ιουδαϊκό και, κυρίως, τον πρώιμο χριστιανικό κόσμο κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες (1ο έως 4ο αιώνα) με ρίζες στην Παλαιά Διαθήκη.

Η λέξη «είδωλο» στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα σήμαινε απλώς την εικόνα, το ομοίωμα ή τη σκιά. Ωστόσο, οι Εβραίοι λόγιοι που μετέφρασαν την Παλαιά Διαθήκη στα Ελληνικά (η Μετάφραση των Εβδομήκοντα, -3ος, -2ος αιώνας) χρησιμοποίησαν τη λέξη «είδωλο» με υποτιμητική σημασία για να περιγράψουν τα αγάλματα των θεών των γειτονικών εθνών.

Η σύνθετη λέξη ειδωλο-λάτρης εμφανίζεται για πρώτη φορά γραπτώς στην Καινή Διαθήκη, στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, γύρω στα μέσα του 1ου αιώνα. Ο όρος πέρασε από το θεολογικό λεξιλόγιο στο επίσημο δίκαιο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 4ο αιώνα, όταν ο Χριστιανισμός νομιμοποιήθηκε από την Μέγα Κωνσταντίνο και αργότερα έγινε η επίσημη θρησκεία του κράτους από τον Θεοδόσιο Α'. Στον Θεοδοσιανό Κώδικα, η «ειδωλολατρία» πλέον ποινικοποιείται.

Το σκεπτικό πίσω από την ταμπέλα. Η καθιέρωση του όρου εξυπηρετούσε πολύ συγκεκριμένους θεολογικούς, ψυχολογικούς και πολιτικούς σκοπούς για την ανερχόμενη χριστιανική εκκλησία, όπως η υποτίμηση της αντίπαλης θρησκείας.

Στα μάτια ενός εθνικού (μη Χριστιανού), το άγαλμα του Δία ή της Αθηνάς ήταν ένα σύμβολο, ένα σημείο αναφοράς για να επικοινωνήσει με το θείο. Οι Χριστιανοί όμως ήθελαν να δείξουν ότι οι εθνικοί δεν λάτρευαν πραγματικούς θεούς, αλλά το ίδιο το υλικό αντικείμενο. Την πέτρα, το ξύλο και το μάρμαρο. Αποκαλώντας τους «ειδωλολάτρες» δηλαδή αυτούς που λατρεύουν τα ομοιώματα, τους παρουσίαζαν ως πνευματικά τυφλούς. Χρειαζόταν ξεκάθαρα όρια και έκαναν τον διαχωρισμό, «Εμείς» και «Αυτοί».

Στον μονοθεϊσμό, η λατρεία άλλων θεών θεωρείται η μέγιστη αμαρτία και αποστασία. Όταν ο Χριστιανισμός απέκτησε πολιτική ισχύ, ο όρος «ειδωλολάτρης» χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει νομικά το κλείσιμο των Αρχαίων ναών, την απαγόρευση των θυσιών την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων κλπ, καθώς όλα αυτά πλέον βαφτίστηκαν «λατρεία των ειδώλων» και, κατ' επέκταση, των δαιμόνων.

Παράλληλα με τον όρο «ειδωλολάτρης», στη Δύση χρησιμοποιήθηκε ο λατινικός όρος paganus παγανιστής. Η λέξη αρχικά σήμαινε «άνθρωπος της υπαίθρου, χωρικός». Καθιερώθηκε επειδή, όταν οι πόλεις είχαν πλέον εκχριστιανιστεί, η Αρχαία θρησκεία άντεχε ακόμα στα απομονωμένα χωριά.

Το πιο καθοριστικό χαρακτηριστικό της Αρχαίας Ελληνικής σκέψης ήταν η αναζήτηση της πρώτης αιτίας και της βαθύτερης εξήγησης των πραγμάτων. Οι Αρχαίοι Έλληνες δεν αρκούνταν στο να παρατηρούν τι συμβαίνει, αλλά φλέγονταν από την επιθυμία να μάθουν γιατί συμβαίνει. Αυτή η στάση γέννησε τη φιλοσοφία και τις επιστήμες όπως τις γνωρίζουμε σήμερα. Για τους Αρχαίους Έλληνες, ο κόσμος δεν ήταν ένα χαοτικό και απρόβλεπτο μέρος, αλλά ένα Κόσμημα, από όπου βγαίνει η λέξη κόσμος, που σημαίνει τάξη και ομορφιά. Και αφού είχε τάξη, είχε και κανόνες, άρα και αιτίες που ο ανθρώπινος νους μπορούσε και όφειλε να ανακαλύψει. Άνθρωποι λοιπόν με αυτά τα χαρακτηριστικά, θα ήταν ποτέ δυνατόν να ήταν ειδωλολάτρες όπως το εννοούν υποτιμητικά οι χριστιανοί;

Αν απομονώσουμε τον όρο από τη χριστιανική πολεμική και κοιτάξουμε την αντικειμενική, ιστορική πραγματικότητα, η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Όχι! Οι Αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν «ειδωλολάτρες» με την υποτιμητική έννοια που τους αποδόθηκε και με καμία άλλη έννοια. Το να ισχυριστεί κανείς ότι οι άνθρωποι που γέννησαν τη λογική, την επιστήμη και τη φιλοσοφία, πίστευαν ότι ένα κομμάτι μάρμαρο ήταν το ίδιο ο θεός, είναι μια βαθιά παρανόηση της Αρχαίας Ελληνικής σκέψης.

Ας δούμε πώς έβλεπαν οι ίδιοι οι Αρχαίοι Έλληνες τα αγάλματα και τη λατρεία τους, μέσα από το πρίσμα της δικής τους λογικής. Δηλαδή να επισημάνουμε τα αυτονόητα. Για τον Αρχαίο Έλληνα, το άγαλμα δεν ήταν ο ίδιος ο θεός, αλλά το «άγαλμα» από το ρήμα αγάλλομαι, που σημαίνει ευχαριστιέμαι, στολίζω. Ήταν ένα αντικείμενο τέχνης φτιαγμένο για να τιμήσει τον θεό και να προσφέρει χαρά σε όποιον το βλέπει. Όταν ο Φειδίας έφτιαξε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, κανένας Έλληνας δεν πίστευε ότι ο πατέρας θεών και ανθρώπων κατοικούσε μέσα σε αυτό. Το άγαλμα λειτουργούσε ως «σημείο αναφοράς». Ήταν ένας οπτικός μεσολαβητής, ένα κανάλι επικοινωνίας του ανθρώπου με το άυλο και το θείο.

Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης μίλησαν για το «Αγαθόν» και το «Πρώτον Κινούν Ακίνητον», έννοιες εντελώς αφηρημένες, πέρα από κάθε υλική μορφή. Ακόμα και οι μετέπειτα φιλόσοφοι, όπως οι Νεοπλατωνικοί (π.χ. ο Πορφύριος), εξηγούσαν ότι τα αγάλματα είναι όπως τα βιβλία. Οι αγράμματοι βλέπουν μόνο πέτρες και μελάνι, αλλά οι μορφωμένοι διαβάζουν τα νοήματα που κρύβονται μέσα τους.

Τι είναι, λοιπόν, η θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων; Η Αρχαία Ελληνική θρησκεία είναι «κοσμοθεωρία» και «ποιητική μεταφορά». Οι θεοί του Ολύμπου αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις της φύσης και τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής και κοινωνίας. Ο Απόλλων είναι το φως, η αρμονία και η μουσική. Η Αθηνά είναι η σοφία και η στρατηγική σκέψη. Ο Ποσειδών είναι η ορμή της θάλασσας. Όταν ένας Αρχαίος Έλληνας θυσίαζε ή προσευχόταν μπροστά στο άγαλμα της Αθηνάς, δεν λάτρευε την πέτρα. Τιμούσε την ιδέα της Σοφίας και της Δικαιοσύνης που η Αθηνά ενσαρκώνει.

Η κατηγορία της «ειδωλολατρίας» λοιπόν, βασίστηκε σε μια σκόπιμη κυριολεξία και παρουσιάστηκε ως πρωτόγονη λατρεία αντικειμένων, αλλά η αντικειμενική αλήθεια είναι ότι ο Αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός ήταν πολύ ανεπτυγμένος πνευματικά για να πέσει στην παγίδα να θεοποιήσει το μάρμαρο.

Τώρα όμως έχουμε κάποιες πολύ βαθιές πολιτισμικές και ψυχολογικές αντιφάσεις της σύγχρονης Ελληνικής πραγματικότητας. Ας τις αναλύσουμε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα. Γιατί «μορφωμένοι» άνθρωποι χρησιμοποιούν ακόμα τον όρο "ειδωλολάτρες"; Είναι εντυπωσιακό, αλλά μήπως η ακαδημαϊκή ή τυπική μόρφωση δεν εξασφαλίζει πάντα την πνευματική ανεξαρτησία; Το γεγονός ότι μορφωμένοι άνθρωποι, ακόμα και ιστορικοί, φιλόλογοι ή θεολόγοι, αναπαράγουν τον όρο «ειδωλολάτρης» οφείλεται στους εξής κυρίως λόγους. Όταν ένας όρος χρησιμοποιείται επί 1.700 χρόνια, ενσωματώνεται στην γλώσσας της κυρίαρχης κουλτούρας. Έτσι πολλοί τον χρησιμοποιούν μηχανικά, χωρίς να μπαίνουν στη διαδικασία να αναλύσουν το υποτιμητικό του φορτίο.

Η ταυτότητα του σύγχρονου Έλληνα χτίστηκε πάνω στο δόγμα του «Ελληνοχριστιανισμού» σε μια προσπάθεια να "παντρευτεί" η Αρχαία Ελληνική κληρονομιά με την ορθόδοξη πίστη. Σε αυτό το αφήγημα, η Αρχαία Ελλάδα αναγνωρίζεται ως το «προπαρασκευαστικό στάδιο», η φιλοσοφία που προετοίμασε το έδαφος για τον Χριστιανισμό. Ό,τι όμως δεν ταίριαζε με αυτό το αφήγημα, όπως η λατρεία των θεών, έπρεπε να υποβαθμιστεί ως «πλάνη» ή «ειδωλολατρία» για να διατηρηθεί η ισορροπία. Ακόμα και ένας μορφωμένος άνθρωπος, αν νιώθει ότι απειλείται η θρησκευτική του ταυτότητα, θα επιστρατεύσει το δογματικό λεξιλόγιο της θρησκείας του, παραμερίζοντας την ιστορική αντικειμενικότητα.

Είμαστε ένας λαός που μιλάει υποτιμητικά για τους προγόνους του λόγω θρησκείας και δηλώνει περήφανος για αυτούς «όποτε συμφέρει». Παρόμοιες εσωτερικές συγκρούσεις αντιμετωπίζουν, για παράδειγμα και οι Αιγύπτιοι που είναι περήφανοι για τους Φαραώ αλλά η επίσημη κουλτούρα τους είναι ισλαμική, ή οι Ιταλοί με τη ρωμαϊκή κληρονομιά και το Βατικανό.

Στην Ελλάδα όμως το φαινόμενο αυτό παίρνει μια μοναδική διάσταση, λόγω της άμεσης γλωσσικής και γεωγραφικής συνέχειας. Αυτή η «επιλεκτική περηφάνια» «α λα καρτ» εκδηλώνεται ως εξής. Είμαστε υπερήφανοι για τον Παρθενώνα, τη δημοκρατία, το θέατρο και τη φιλοσοφία, επειδή αυτά μας δίνουν κύρος διεθνώς και ενισχύουν τον τουρισμό και το εθνικό μας εγώ. Εκεί, οι Αρχαίοι είναι «φωστήρες». 

Μόλις όμως η συζήτηση έρθει στα θρησκευτικά, τα πνευματικά ή τα μεταφυσικά τους πιστεύω, οι ίδιοι «φωστήρες» μετατρέπονται ξαφνικά σε «ειδωλολάτρες που προσκυνούσαν πέτρες». Αυτή η στάση κρύβει μια τεράστια αχαριστία και έλλειψη σεβασμού προς την ιστορική αλήθεια. Για να νιώθουμε εμείς ασφαλείς με τη δική μας σύγχρονη ταυτότητα, προτιμάμε να θεωρούμε τους προγόνους μας «κουτούς» στο θέμα της θρησκείας, αντί να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε το βαθύ, αλληγορικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο της κοσμοθεωρίας τους.

Η αληθινή ωριμότητα ενός λαού φαίνεται όταν μπορεί να κοιτάξει το παρελθόν του κατάματα, χωρίς την ανάγκη να το «λογοκρίνει» ή να το φέρει στα μέτρα των σημερινών του πεποιθήσεων. Όσο η σχέση μας με την Αρχαία Ελλάδα παραμένει επιφανειακή, μόνο για τα μάρμαρα και τους τουρίστες, θα συνεχίζουμε να ζούμε με αυτή την πνευματική αντίφαση.

Επιμέλεια Σείριος (Χ.Γ.)

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Όταν Ατενίζω των Άστρων τ' Ανακύκλισμα, Δεν Πατούν πια τα Πόδια μου τη Γη (Πτολεμαίου, Παλατινή Ανθολογία)

Οίδα ότι θνητός έφυν και εφήμερος. αλλά όταν άστρων μαστεύω πυκνάς αμφίδρομους έλικας,

ουκέτι επιψαύω Γαίης ποσίν αλλά παρ' αυτώ Ζηνί θεοτρεφέος πίμπλαμαι αμβροσίης.

IX 577 Πτολεμαίου - «Ελληνική ή Παλατινή Ανθολογία» 

Ξέρω θνητός πως είμ' εγώ, μόν' όταν ατενίζω των άστρων τ' ανακύκλισμα, τον κόσμο το σοφό,

δεν πατούν πια τα πόδια μου τη γη, δεν την αγγίζω μόνο παράπλευρα του Διός το νέκταρ του ρουφώ.

Πρόκειται για τον αστρονόμο, μαθηματικό και γεωγράφο, τον Κλαύδιο Πτολεμαίο (περ. 100 – 170), ο οποίος έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το συγκεκριμένο ποίημα επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας θεωρείται ένα από τα πιο όμορφα και συγκινητικά κείμενα που έχουν διασωθεί από την Αρχαιότητα σχετικά με το δέος της επιστημονικής ανακάλυψης. Μέσα σε μόλις τέσσερις στίχους, ο Πτολεμαίος περιγράφει πώς η μελέτη του σύμπαντος καταργεί τα ανθρώπινα όρια.

Λέει: Γνωρίζω καλά πως γεννήθηκα θνητός, εφήμερος, περαστικός. Όμως, όταν μελετώ τις πυκνές, κυκλικές τροχιές των άστρων, τα πόδια μου δεν αγγίζουν πια τη Γη. Βρίσκομαι δίπλα στον ίδιο τον Δία και χορταίνω με θεϊκή αμβροσία.

Είναι η προσωπική του εξομολόγηση. Την ώρα που παρατηρεί τον έναστρο ουρανό ή κάνει τους μαθηματικούς του υπολογισμούς για τους πλανήτες, νιώθει ότι ξεπερνά τη φθαρτή ανθρώπινη φύση του και αγγίζει την αιωνιότητα... 

Σείριος (Χ.Γ.)

--------------------------------------

Η Ήριννα της Άνοιξης, η ποιήτρια της Τήλου 

Μελέαγρος - ερωτικός ποιητής, επιγραμματοποιός

ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 

ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ - H ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΦΩΤΙΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Αλμαγέστη. Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο αστρονομικό σύγγραμμα της Αρχαιότητας από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Η Μέτρηση των Ετών στη Βυζαντινή Αντίληψη του Χρόνου

Σύμφωνα με τη βυζαντινή αντίληψη του χρόνου (το λεγόμενο Βυζαντινό Ημερολόγιο ή Έτος Κόσμου), η μέτρηση των ετών δεν γινόταν όπως σήμερα (π.Χ. και μ.Χ.), αλλά από την Κτίση του Κόσμου, την οποία οι Βυζαντινοί υπολόγιζαν στο 5508 π.Χ.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης έγινε στις 29 Μαΐου του 1453. Προσθέτοντας απλώς το 5508 (1453 + 5508 = 6961) η Άλωση της Κωνσταντινούπολης έγινε το βυζαντινό έτος 6961. Επιπλέον, το βυζαντινό έτος δεν ξεκινούσε την 1η Ιανουαρίου, αλλά την 1η Σεπτεμβρίου.

Η εγκατάλειψη αυτού του συστήματος χρονολόγησης δεν έγινε ξαφνικά, αλλά σταδιακά και σε διαφορετικές φάσεις, ανάλογα με το αν αναφερόμαστε στο κράτος, την Εκκλησία ή τα υπόλοιπα ορθόδοξα έθνη. Για το ίδιο το Βυζάντιο, η επίσημη χρήση της αρίθμησης «από κτίσεως κόσμου» σταμάτησε απότομα με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και την κατάλυση της αυτοκρατορίας. Από εκεί και πέρα, δεν υπήρχε πλέον βυζαντινή κρατική μηχανή για να εκδίδει επίσημα έγγραφα με αυτή τη χρονολόγηση.

Η Ρωσία, η οποία είχε κληρονομήσει το βυζαντινό ημερολόγιο μαζί με την Ορθοδοξία, συνέχισε να το χρησιμοποιεί ως επίσημο κρατικό ημερολόγιο για αιώνες μετά την πτώση της Πόλης. Η αλλαγή έγινε από τον Τσάρο Πέτρο τον Μέγα που εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε ότι η 31η Δεκεμβρίου του έτους 7208 (από κτίσεως κόσμου) θα κατελήγε στην 1η Ιανουαρίου του 1700.

Η Εκκλησία κράτησε τη βυζαντινή αρίθμηση για τους περισσότερους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Η σταδιακή αντικατάστασή ξεκίνησε δειλά στα τέλη του 16ου αιώνα από ορισμένους Πατριάρχες (όπως ο Θεοφάνης Α΄ και αργότερα ο Κύριλλος Λούκαρις το 1626). Η οριστική και επίσημη καθιέρωση της σημερινής μας αρίθμησης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έγινε το 1728.

Στο νεότερο Ελληνικό κράτος η μετάβαση των απλών ανθρώπων στην σημερινή χρονολόγηση δεν έγινε βέβαια μέσα από σχολικά βιβλία, αλλά μέσα από την Εκκλησία και το εμπόριο. Οι απλοί άνθρωποι του 1821 γνώριζαν το έτος 1821 επειδή η αλλαγή είχε εμπεδωθεί στη λαϊκή συνείδηση σταδιακά κατά τη διάρκεια των προηγούμενων 200 ετών, δηλαδή από τον 17ο και κυρίως τον 18ο αιώνα.

Πώς ακριβώς έφτασε στα αυτιά του απλού κόσμου; Στην Τουρκοκρατία, το μόνο μέρος όπου μαζευόταν όλο το χωριό κάθε εβδομάδα ήταν η εκκλησία. Ο παπάς του χωριού, ακόμα κι αν ήταν ημιμαθής, διάβαζε τα επίσημα έγγραφα του Πατριαρχείου, ή τις εγκυκλίους. Όπως είδαμε, η Εκκλησία άρχισε να χρησιμοποιεί τη χρονολόγηση «από Χριστού» στα έγγραφά της ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα, και την καθιέρωσε απόλυτα το 1728. Όταν λοιπόν ο παπάς διάβαζε μια επιστολή του Δεσπότη που έλεγε «Εγράφη εν έτει Σωτηρίω 1780», ο απλός λαός άκουγε αυτό το νούμερο ξανά και ξανά.

Οι απλοί άνθρωποι δεν είχαν βιβλία ιστορίας, αλλά έβλεπαν την ιστορία σκαλισμένη στους τοίχους. Όταν χτιζόταν μια εκκλησία, ένα γεφύρι ή μια βρύση, οι μάστορες σκάλιζαν στην πέτρα τη χρονολογία. Από τις αρχές του 17ου αιώνα, οι κτήτορες σταμάτησαν να γράφουν τα βυζαντινά έτη (π.χ. 7100) και έγραφαν: 1620, 1745, 1790. Το ίδιο συνέβαινε και με τις φορητές εικόνες. Ο πιστός που πήγαινε να φιλήσει την εικόνα του Αγίου Γεωργίου έβλεπε στο κάτω μέρος το όνομα του αγιογράφου και το έτος. «Δέησις του δούλου του Θεού... 1763». Με αυτόν τον οπτικό τρόπο, οι αριθμοί αυτοί έγιναν οικείοι.

Ο 18ος αιώνας ήταν ο αιώνας που οι Έλληνες πήραν στα χέρια τους το εμπόριο της Μεσογείου και των Βαλκανίων (ειδικά μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή το 1774). Χιλιάδες απλοί άνθρωποι έγιναν ναυτικοί, αγωγιάτες, τεχνίτες, έμποροι ή μετανάστες στη Βιέννη, την Οδησσό και την Τεργέστη. Όλες οι συναλλαγές, τα κατάστιχα (λογιστικά βιβλία), οι ομολογίες (χρεωστικά γραμμάτια) και τα συμβόλαια που υπέγραφαν ακόμα και οι απλοί άνθρωποι στα χωριά τους με τους εμπόρους, έπρεπε να αναγράφουν το ευρωπαϊκό έτος για να είναι έγκυρα.

Τις δεκαετίες πριν το 1821, στα πανηγύρια και στα παζάρια κυκλοφορούσαν φτηνά, λαϊκά έντυπα. Ήταν τα λεγόμενα «Καλεντάρια» ή «Μηνολόγια». Αυτά τα μικρά βιβλιαράκια, που τα αγόραζαν ακόμα και οι αγράμματοι για να τους τα διαβάζουν οι ελάχιστοι που ήξεραν γράμματα, περιείχαν τις γιορτές των αγίων, τις φάσεις της σελήνης, προβλέψεις για τον καιρό και... το τρέχον έτος. Στο εξώφυλλο έγραφαν με μεγάλα γράμματα: «Ημερολόγιον του Έτους 1815».

Ο απλός κόσμος δεν χρειάστηκε να κάνει κάποιο μάθημα ιστορίας για να μάθει το έτος. Το ήξερε βιωματικά. Το άκουγε στην εκκλησία, το έβλεπε σκαλισμένο στην είσοδο του ναού του χωριού του, το έγραφαν οι αποδείξεις των εμπόρων και τα λιγοστά έντυπα της εποχής. Είχε γίνει πλέον το κοινό κτήμα της καθημερινότητάς τους.

Με τη δημιουργία του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα, η πολιτική διοίκηση χρησιμοποίησε πλέον αποκλειστικά τη χρονολόγηση μ.Χ. Ως ιστορική και εκκλησιαστική αναφορά όμως το «έτος δημιουργίας του κόσμου» εξακολουθεί να εμφανίζεται  και σήμερα.

Από που και πως προέκυψε ότι ο κόσμος έγινε το 5508 πΧ;

Το νούμερο 5508 π.Χ. δεν βγήκε τυχαία, ούτε ήταν μια αυθαίρετη μαντεψιά. Προέκυψε μέσα από εξαιρετικά κοπιαστικές μαθηματικές και ιστορικές προσθέσεις που έκαναν οι πρώτοι Χριστιανοί λόγιοι, βασιζόμενοι αποκλειστικά στα κείμενα της Αγίας Γραφής. Η βασική πηγή των Βυζαντινών ήταν η Παλαιά Διαθήκη, αλλά στη συγκεκριμένη Ελληνική της μετάφραση που είχε γίνει στην Αλεξάνδρεια τον 3ο αιώνα π.Χ.. Οι Βυζαντινοί χρονογράφοι πήραν τα κείμενα και άρχισαν να προσθέτουν τη ζωή κάθε προσώπου, βήμα προς βήμα. Συνδέοντας το τέλος της Βιβλικής ιστορίας με γνωστά ιστορικά γεγονότα (όπως η βασιλεία του Κύρου της Περσίας ή του Μεγάλου Αλεξάνδρου), κατάφεραν να «γεφυρώσουν» το παρελθόν με την εποχή τους και να φτάσουν μέχρι τη Γέννηση του Χριστού.

Διάφοροι λόγιοι είχαν βγάλει ελαφρώς διαφορετικά νούμερα (π.χ. 5500 π.Χ. ή 5493 π.Χ. ή 5404). Τελικά, τον 7ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, οι αστρονόμοι και οι θεολόγοι συνδύασαν τους βιβλικούς υπολογισμούς με τους αστρονομικούς κύκλους της Σελήνης και του Ήλιου για να βρουν πότε «έπεφτε» το Πάσχα. Το μαθηματικό αποτέλεσμα που γεφύρωνε τέλεια τη Βίβλο, την αστρονομία και την ημερομηνία της Γέννησης του Χριστού ήταν το έτος 5508 π.Χ., το οποίο υιοθετήθηκε επίσημα από την Αυτοκρατορία και την Εκκλησία.

Εν κατακλείδι οι Βυζαντινοί πίστευαν στη Βίβλο «τοις μετρητοίς» επειδή για εκείνους η πίστη, η επιστήμη και η ιστορία ήταν ένα και το αυτό. Αν η Βίβλος έδινε μια πληροφορία, η δουλειά του επιστήμονα/αστρονόμου της εποχής δεν ήταν να την αμφισβητήσει, αλλά να βρει τα μαθηματικά και την αστρονομία που θα την αποδείκνυαν.

Συναντήθηκαν η θεωρία με την πράξη και δεν αντάλλαξαν κουβέντα! Γι αυτό όταν μια θεωρία δεν συμφωνεί με τα γεγονότα, τότε αλλάζουμε την θεωρία. 

Επιμέλεια Σείριος (Χ.Γ.)

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αρχειοθήκη ιστολογίου