Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

ΟΝΕΙΡΟ

Ήτανε να 'ξημερώση Μεγάλο Σάββατο, που είδα στον ύπνο μου πως απέθανα.
Επέθανα, και ως στρίψη ματιού ευρέθηκα εις τον άλλον κόσμο. Εκεί ως από ενστίγματος, έτρεξα ευθύς για τον Παράδεισο κ' έλαβα την τόσον καλήν τύχη να φθάσω εις τη στιγμή που ο Θεός έβγαινε να 'πάη σε περίπατο.
Μιλιούνι Άγιοι τον επεριστοιχούσανε βαστώντες αγγελούδια λάτινα, 'σαν εκείνα των εκκλησιώνε, κ' εγώ εστοχάσθηκα να ωφεληθώ από εκείνην την αναστάτωση, από εκείνην τη σκοτούρα, δια να έμβω λαθρεμπορικώς πως εις τον Παράδεισο, αποφεύγοντας τελωνειακάς ερεύνας, 'σαν οπού κ' εγώ είχα κάτι να κρύψω.
Ανάτρεχα λοιπόν τον χείμαρρον των Αγίων, ανοίγοντας το δρόμο μου με τα δυο μου χέρια, όταν ο Άη-Πέτρος, ο ακοίμητος εκείνος θυρωρός των Ουρανίων Αναχτόρων, με αρπάζει από το λαιμοδέτη, και «Στάσου, λέει, αναξία κολασμένη ψυχή!»
«Άγιε, του είπα εγώ, γιατί με πιάνεις από το κολέτο, 'σα νάμουνα κλέφτης;»
«Σώπα, λέει, μπερ... –μα δεν το ετελείωσε– φεύγα εδώθε, και πήγαινε στο πυρ το εξώτερον, το ητοιμασμένον δια όσους ξεσκεπάζετε τα... τα... τα των ευσεβών ιερέων μας.»
Εγώ, για μια στιγμή ετρόμαξα, επειδή τα μάτια του Αγίου ερρίχνανε φωτιές από το θυμό του, και τα γένεια του ετρέμανε, κ' επέτα σπίθες σάλια από το στόμα του! Μα έπειτα, κάνοντας δύναμη στον εαυτό μου, έτρεξα κ' εσταμάτησα τον Θεόν, κ' έπεσα στα πόδια του, και γονυπετής του είπα: –«Θεέ Πατέρα, λάβε ευσπλαχνία δι' εμέ, και διόρισε του αγίου θυρωρού σου να με αφήση να έμβω εις την αιώνιαν χαράν και αγαλλίασην.»
Μα τότε και ο Άη Πέτρος –«Παναγιώτατε Θεέ, του λέει, τούτος είναι καταδικασμένος από τους αντιπροσώπους σου πληρεξούσιους παπάδες εις το πυρ το εξώτερον.»
«Α! λέει ο Θεός, τότε παιδί μου, δεν μπορώ να σου κάμω τίποτα!»
«Μα! είπα παλ' εγώ, Θεέ Πατέρα, κάμε έλεος!» Και ο καλός Θεός, στρεφόμενος τότε προς τον μονογενή του υιόν –«Εσύ, λέει, που εστάθηκες εκεί κάτου και γνωρίζεις τούτα καλήτερά μου, ιδές περί τίνος πρόκειται.» Με τούτο ετράβηξε το δρόμο του. Έτσι, ο Χριστός έμεινε με εμέ, και, με τη συνηθισμένη του καλοσύνη, μ' εχάϊδεψε.
Μα τότες ο Άη-Πέτρος έβγαλε μέσ' από τα ράσα του το αφοροχάρτι των 1856, και, «Διάβασε, λέει του Χριστού, διάβασε, Υπερένδοξε Διάδοχε, και 'πες αν ετούτος ο άνθρωπος ημπορή να έμπη στον Παράδεισό μας.»
Ο Χριστός επήρε το αφοροχάρτι, το εφυλλολόησε, εδιάβασε, και στραφείς προς εμέ, –«Μα τι τους έκαμες, μου είπε, που σε αφορέσανε;»
«Ω γλυκύτατέ μου Ιησού! του είπα εγώ, με αφορέσανε, επειδή τους έλεγξα τες ανοσιουργίες τους. Πρέπει να 'ξέρης, Ιησού μου, ότι η θρησκεία την οποίαν εδίδαξες εις τον Κόσμο, δεν υπάρχει πλέον εκεί κάτου, επειδή από καιρό σε καιρό και από 'λίγο σε 'λίγο, την αλλάξαν' όλην. Ώστε τώρα δεν έμεινε παρά τ' όνομά σου απάνου σε μια σωρεία θρησκευτικών εθίμων, οπού τα λένε θρησκεία σου. Μία τέτοια θρησκοκιβδήλωση φυσικώ τω λόγω, μακράν από του να φέρνη την ηθικοποίησιν του ατόμου, σκοπός τούτος της θρησκείας σου, διαφθείρει εξεναντίας, και αποχτηνώνει τα πλήθη. Οι δε παπάδες, αδιαφορώντες εις το εξαγόμενο τούτο, μετέρχονται την παπαδοσύνη τους ως έργον για να ζήσουνε. Και φυσικώ τω λόγω εξαγριώνονται εις όποιον προσπαθήση ν' ανοίξη τα μάτια των οπαδών τους. Έτσι, η εξάλειψη της θρησκείας σου από τον Κόσμο μας είναι, Ιησού μου, τώρα πλέον fait accompli.»
«Μου τόπαν κι' άλλοι, λέει, μου τόπαν κι' άλλοι»!... «Έτσι, εγώ επανέλαβα, κάποιες από τες κατάχρησές τους τες εστηλίτεψα σ’ ένα μου βιβλίον, οπού για τούτο το ονόμασα Μυστήρια της Κεφαλονιάς. Αλλά εκείνοι 'σαν ειδωθήκαν' ξεφαυλισμένοι εμπρός εις το ποίμνιόν τους, ελυσσιάξανε, Χριστέ μου, επαραφρονήσανε, και με αφορέσανε με όλην την πομπήν και παράταξην από την Εκκλησίαν τους.»
Ο Χριστός δεν ηθέλησε ν' ακούση περισότερο. Εκούνησε λυπημένος το κεφάλι του, και, 'ξαναλέγοντας πάντα, «Μου τόπαν κι' άλλοι, μου τόπαν κι' άλλοι», έστρεψε προς τον Άη-Πέτρο, και, –«Ασ' τονε, λέει, να έμπη, και βάλ' τονε σε μίαν αγκωνή να μη φαίνεται.»
«Αδύνατο, Χριστέ μου, αδύνατο! –είπεν ο άγριος εκείνος Κέρβερος. Κλονίζεται η πίστη, αν τούτο γίνη. Ενθυμίσου ότι συ αυτός έδωσες εις τους παπάδες την εξουσία να λυούν και να δένουνε, και υποσχέθηκες να εχτελής εις τον Ουρανόν ό,τι και όπως εκείνοι διορίσουνε στη Γη.»
«Corpo di Bacco! είπε τότες ο Χριστός φράγκικα. Ας είναι. Στείλε τόνε λοιπόν εις την Κόλαση. Μα δώσε του δύο γραμμές ένα συστατικό στον Εωσφόρο, για να μη σκληραγωγήση απάνου του.»
Είπε κ' έφυγε. Εγώ έμεινα με τον Άη-Πέτρο, όστις έβγαλε κομμάτι χαρτί, και ακουμπώντας απάνου στο γόνα του, έγραψε συστατικό, μου το εγχείρισε, και τότε μία ακαταμάχητη αόρατη βία με έσπρωξε στην Κόλαση.
Το εσωτερικόν της Κολάσεως ήτον φοβερό και επιβλητικό. Ο Μέγας Εωσφόρος, καθισμένος εις ένα ξάγναντο με τους αξιωματικούς του Αρχιδιαόλους δεξιά–ζερβιάθε, υψωνότουνε ανάμεσά τους 'σα βράχος. Εμπρός σε τούτους εκυλιόντανε πλήθος Διαολάκια έτοιμα για θέλημα. Η αόρατη βία που με έσπρωξε εκεί μέσα εξακολούθησε να με σπρώχνη, και με έφερε στους πόδας του Μεγάλου εκείνου Κυριάρχου της Κολάσεως.
Όταν με είδε κοντά του, αναγλύφτηκε, καθώς ήθελε κάμει λύκος για ν' αρπάξη αρνάκι! Αλλ' όταν του επαρουσίασα το συστατικό του Άη-Πέτρου, έτριξε τα δόντια του από τη λύσσα του! Εσείστηκε η Κόλαση σ' εκείνο το τρίξιμο και ο Άη-Πέτρος έκαμε το σταυρό του.
Μου έδωσε μια φρικώδη στραβοματιά, και, –«Εχθρέ, λέει, του Διαβόλου και της Κολάσεως! Εγώ επάντεχα να σε 'γδάρω με πρυοβολόπετρα, καθώς ο Νικολάκης ήθελε να γδάρη το φίλο μου τον παπά Μαντσαβίνο. Και όμως υποχρεούμαι να σε ξενίσω κ' εσέ, καθώς κάνω και εις τους φίλους μου, επειδή έτσι θέλει ο Αφέντης μου.»
Ένευσ' έπειτα σ' ένα Διαολάκι, κ' εκείνο κυλισμένο, μ' έσυρε ενεργώντας απάνου μου με μίαν έλξη σαν εκείνη του μαγνήτη, επιβλητική και άφευχτη. Έτσι, δεν αργήσαμε να φθάσουμε σε μια μεγάλη πόρτα, η οποία μας ανοίχθηκε αυτομάτως ευθύς εις το φθάσιμό μας. Αλλά οποία τότε η έχπληξή μου, όταν ευρέθηκα μεταξύ Ιερέων, Αρχιερέων και Πατριαρχών. [Η συνέχεια στα σχόλια]
Άπαντα Ανδρέα Λασκαράτου, τόμος Β', Εκδ. ΑΤΛΑΣ, 1959

2 σχόλια:

Σείριος είπε...

«Μπα! Δέσποτά μου, είπα του παπά Μαντσαβίνου, που τον εύρηκα ευθύς εμπρός μου. Εγώ σ' ενόμιζα στον Παράδεισο να ψάλλης το Ωσανά εν τοις Υψίστοις. Και σε βλέπω στην Κόλαση»!;...
«Άι, λέει ο παπάς, ως κ' εδώ δεν κακοπερνάμε. Εμείς οι ρασοφόροι, 'σα φίλοι που εσταθήκαμε πάντα του Κυρίου μας Εωσφόρου, κ' εκάμαμε πάντα τα συμφέροντά του στον πρώην Κόσμο μας, αποχτήσαμε δικαιώματα στην ευγνωμοσύνη του. Ούτε που είν' αχάριστος ο Κύριός μας τούτος. Και ιδού που τώρα, ευγνωμονώντας εις εμάς, μας ξενίζει μάλλον, παρά να μας κολάζει. Ο Διάολος δεν είναι τόσο κακός όσο φαίνεται, και τους φίλους του τους προσέχει, και ανταμοίβει όσους με πόθο τον υπηρετήσανε. Έτσι και σ' εμάς τώρα παρέχει σχετικήν καλοζωίαν εδώ στην Κόλαση. Ο Διάολος να ξέρης, κάνει για τους φίλους του εκείνο που ο Θεός δεν κάνει για τους εδικούς του. Επειδή ο Θεός τους λέει εκάματε το χρέος σας υπακούοντές με. Ενώ ο Διάολος εννοεί ότι επαραβήκαμε το χρέος μας για ναν τον υπακούσωμε».
«Μα γιατί λοιπόν δεν έκανε για σας τους φίλους του και το περισσότερο, κάνοντάς σας να πηαίνετε στον Παράδεισο;»
«Επειδή τότες, λέει, η αμοιβαία φιλία μας δεν ήθελ' έχει σκοπό. Όταν δεν ήθελε μας πειράζει. Όταν ήθελε μας αφήνει να γενωμάσθε άξιοι δια τον Παράδεισον, τότε δεν ήθελ' ήμασθε αθρώποι του, δεν ήθελ' ήμασθε φίλοι του. Και πάλε ο αφέντης μας δεν είναι Κυριάρχης του Ουρανού, για να κάνη ό,τι θέλει. Ο καϋμένος! Δεν είναι παρά ένας δεσμοφύλακας εις τας διαταγάς του Υψίστου, ένα είδος Κασελά Ροσβάνη. Και μόνον έχει την ημπόρεση, 'σαν κάθε δεσμοφύλακας την έχει, να μεταχειρίζεται άλλους καλήτερα, και άλλους χειρότερα».
«Καταλαβαίνω λοιπόν, είπα εγώ, ότι ο Διάολος αγαπώντας το κακό, γένεται αυστηρότερος εις εκείνους οπού 'λιγώτερο εκακουργήσανε, κ' εξεναντίας δείχνεται ευνοϊκώτερος εις εκείνους οπού περισσότερο εκακουργήσανε».
Και ο παπάς: «Σύ είπας».
«Και εσάς ποία είναι τα υποφέρματά σας, εις τα οποία ως φαίνεται θα υποκύψω και εγώ;»
Ο παπάς τότες εχαμήλωσε τα μάτια του, εστέναξε, κ' εσιώπησε.
«Δέσποτα, του είπα, δεν είναι γι' απλήν περιέργεια οπού σ' ερωτώ. Είναι για να 'ξέρω κ' εγώ τι θα υποφέρω».
«Εσύ, λέει τότες ο παπάς, εσύ δεν θα υποφέρεις. Αλλά εμείς υποφέρνουμε την έλλειψη της Θεότητος, η παρουσία της οποίας γιομίζει χαρά και αγαλλίαση τες ψυχές. Επειδή ο Πανταχού-Παρών τούτο μόνον αποστρέφεται και εγκαταλείπει, την Κόλαση. Έχουμε δε και τους ελέγχους της συνειδήσεώς μας, και...»
«Ω δέσποτά μου, τον αντίσκοψα εγώ, όλοι έχουμε κάτι να ελέγξωμε στον εαυτό μας. Και μάλιστα εμείς οι γέροντες, δεν πιστεύω να είναι ένας από εμάς οπού να μην επιθυμούσε να γυρίση οπίσω για να ξεκάμη τόσα που έκαμε, και να κάμη άλλα οπού δεν έκαμε».
«Ναι, λέει εκείνος, μ' αυτές είναι στιγμές της απερασμένης υπάρξεως, η οποίες τιμωρούνται ως τέτοιες. Εμείς όμως είχαμε κάμει έργον μας την απάτην, διδάσκοντες ψευδή Θεολογίαν εις τα πλήθη, και μετερχόμενοι την Θεοκαπηλίαν ως αληθείς θρησκέμποροι, για να ζούμε. Έτσι, έχουμε ολόκληρην ύπαρξην βασισμένην εις το κακούργημα.

Σείριος είπε...

Εμείς εδινόμασθε δια ιερείς του Υψίστου, ενώ ήμασθε ιερείς του εναντίου του. Ιερείς του Διαβόλου, ιερείς του ψεύδους και της απάτης! Εμείς...»
«Παπά μου, τον αντισκόψα πάλ' εγώ, άσ' τα τώρ' αυτά, και κάμε μου τη χάρη, παρουσίασέ με σε τούτους τους τώρα ποτέ Αξιωματικούς, της τώρα ποτέ Εκκλησίας μας, επειδή, αν θα συγκατοικήσω με αυτούς, είναι καλά να γνωρίζωμάσθε».
«Ω, λέει ο παπάς, εσύ δεν θα μείνης πολύ μαζύ μας. Εντός ολίγου θ' αναστηθή ο Κύριος του Ουρανού. Θαν του ανοιχθούν' η Πύλες του Άδου, θα 'βγάλη μέσασθε να πάρη μαζύ του όσους αδίκως εβαλθήκανε μέσα, και συ θέλ' είσαι ένας από εκείνους».
Η χαρά μου εκείνην τη στιγμή δε με άφηνε ν' ανανοηθώ πώς ο παπάς αναχρόνιζε τα πράματα, αλλά και όταν εξύπνησα, εσκέφθηκα ότι τέτοιος είναι μάλιστα ο χαραχτήρας των ονείρων. Αναχρονισμοί, αντίφασες, παράλογα, και άστατα παντός είδους.
Εν τοσούτω μ' επήρε ο παπάς από το χέρι, μ' επήγε και μ' επαρουσίασε στον πρώην Δεσπότη μας.
«Πανιερώτατε, του είπα εγώ, σου φιλώ το χέρι. Μα βλέπω που αφορεσμένοι και αφορεστάδες εις την ίδια τρύπα του Διαόλου καταντάμε»!
«Ω, παιδί μου! εφώναξ' εκείνος. –Πώς εδώ; Κάτι λάθος...»
«Όχι, Πανιερώτατε, είπα εγώ, δεν είναι λάθος, αλλ' είναι ο αφορεσμός των 1856, οπού με έφερε εδώ μέσα.»
«Ω, παιδί μου, λέει πάλι. Μου κακοφαίνεται, μα δε φταίω εγώ. Εγώ μάλιστα όταν μου εφέρανε και υπόγραψα, είπα πως αν ελείπανε δύο τρεις λέξες μέσ' από τα «Μυστήριά» σου, σου έδινα την ευχή μου, επειδή είπες όλην την αλήθεια» (1).
Ομίλουνα έτσι με τον πρώην Επίσκοπό μας, όταν αισθάνθηκα τραβηξιά οπίσωθέ μου. Γυρίζω, και βλέπω τον άλλοτε περιώνυμον παπά Ζερβό! Εδιατηρούσε μέσ' στην Κόλαση το Μεγαλόσχημον της Υποκρισίας! δια την οποίαν εδιακρίνετο εις τον Κόσμον.
Μ' επήρε κατά μέρος και «'Πές μου, λέει, οι συγγενείς της κοπελός εκείνης οπού εγώ... εν στιγμή εξομολογήσεως... εις το Μεσολόγγι... Μην ήλθανε στην Κεφαλονιά γυρεύοντάς με να με σκοτώσουνε;»
«Δεν ηξέρω, λέω, Αρχιμανδρίτη μου.»
«'Ξέρεις, λέει, αν οι Ηγούμενοι του Αγίου Όρους αναφερθήκανε στον Εισαγγελέα μας δια να με συλλάβη, και μην εκείνος έστειλε την υπόθεση στο Κακουργοδικείον;»
«Σου είπα, άγιέ μου Αρχιμανδρίτη, πως δεν ηξέρω από τέτοια πράματα».
«Καλά, λέει, βλέπω πως δε θέλεις να μου ειπής, κ' έτσι δε σε ρωτάω για περισσότερα».
Μα τότες ένας μεγάλος κρότος μ' εξύπνησε. Ήτανε το κανόνι του Μεγάλου Σαββάτου, που από το Δράπανο ειδοποιούσε την Ανάσταση. Έτσι, ο παπά Μαντζαβίνος εννοούσε βέβαια τούτο, όταν μου είπε πως η ανάσταση του Χριστού θα με 'βγάλη από την Κόλαση.

Πηγή: Άπαντα Ανδρέα Λασκαράτου, τόμος Β', Εκδ. ΑΤΛΑΣ, 1959

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου