Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΙ: Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΠΟΛΕΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΤΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ

Οι αποικίες των Ελλήνων Πυθαγορείων (Ιταλία)
Στο «Περί Σωκράτους Δαιμονίου» έργο του Πλουτάρχου του Χαιρωνέως, διατελέσαντος Ιερέας στο εν Δελφοίς ναό, μαθαίνουμε πως:
«Όταν κατέρρευσαν στην Ιταλία οι κατά πόλεις εταιρείες των Πυθαγορείων, οι οποίες είχαν ηττηθεί στην εμφύλια διαμάχη εντός των αυτών πόλεων, μια ομάδα τους στο Μεταπόντιο, συσπειρωμένη ακόμη, συνεδρίαζε σε κάποιο σπίτι. Τότε οι οπαδοί του Κύλωνα τους έβαλαν από γύρω φωτιά και μεμιάς τους αφάνισαν όλους, εκτός από το Φιλόλαο και το Λύση που ήταν νέοι ακόμη και σώθηκαν από την φωτιά χάρη στην ρώμη και την ευκινησία τους. Ο Φιλόλαος, λοιπόν, αφού διέφυγε στους  Λευκανούς επανήλθε σώος προς τους άλλους φίλους, οι οποίοι άρχισαν ήδη να συγκεντρώνονται και πάλι και να υπερισχύουν των οπαδών του Κύλωνα. Για τον Λύση, όμως, δεν ήταν γνωστό για πολύ καιρό που είχε πάει, έως ότου ο Γοργίας ο Λεοντίνος, επιστρέφοντας με πλοίο από την Ελλάδα στην Σικελία, ανακοίνωσε με βεβαιότητα στον κύκλο του Αρεσά ότι συναντήθηκε με τον Λύση που περνούσε τον καιρό του στην Θήβα.»
Επίσης σχετικά με τις εταιρίες των Πυθαγορείων και την καταστροφή αυτών εκ του Κύλωνος ο Ιάμβλιχος μας λέγει:
«Ήταν δε μερικοί, οι οποίοι αντιμάχονταν τους ανθρώπους αυτούς και επαναστάτησαν εναντίον τους. Το γεγονός βέβαια ότι κατά την διάρκεια της απουσίας του Πυθαγόρα καταστρώθηκε σχέδιο καταστροφής τους, αυτό όλοι το ομολογούν. Διαφορετικές όμως είναι οι πληροφορίες του ταξιδιού που έκανε ο Πυθαγόρας. Άλλοι μεν λέγουν ότι ο Πυθαγόρας είχε πάει στον Φερεκύδη τον Σύριο, άλλοι δε στ  Μετάποντιο. Οι δε αιτίες της επιβολής, οι οποίες σχεδιάστηκαν εναντίον του, αναφέρεται ότι ήταν πολλές.
Μία μεν ήταν εκείνη, προκλήθηκε από τους Κυλώνειους λεγόμενους άνδρες, και η οποία έχει ως εξής : ο Κύλων, άνδρας Κροτωνιάτης, κατέχοντας την πρώτη θέση μεταξύ των συμπολιτών του λόγω του γένους, της δόξας και του πλούτου του, από πλευράς όμως χαρακτήρα ήταν τραχύς και  βίαιος, θορυβώδης και τυραννικός, αφού έδειξε κάθε προθυμία να γίνει κοινωνός του Πυθαγορικού  βίου, και αφού προσήλθε προς τον ίδιο τον Πυθαγόρα, γέροντα πλέον, αποδοκιμάστηκε και δεν έγινε δεκτός για προαναφερόμενους λόγους.
Εξ αιτίας, λοιπόν, του περιστατικού αυτού, κήρυξε πόλεμο φοβερό ο ίδιος ο Κύλων και οι φίλοι του εναντίον του ίδιου του Πυθαγόρα και των συντρόφων του και τόσο σφοδρή και ασυγκράτητη υπήρξε η μανία και του ίδιου του Κύλωνος και αυτών που ήταν ταγμένοι με το μέρος του, ώστε να επεκταθεί  μέχρι και τους τελευταίους Πυθαγορείους. Για τον λόγο αυτό ο μεν Πυθαγόρας κατέφυγε στο  Μεταπόντιο, και εκεί, λέγεται ότι τελείωσε την ζωή του. Οι δε καλούμενοι Κυλώνειοι συνέχιζαν να δημιουργούν επαναστάσεις κατά των Πυθαγορείων και να δείχνουν κάθε μορφής εχθρική διάθεση προς εκείνους. Εξ αντιθέτου όμως επικρατούσε μέχρις ενός σημείου η καλοκαγαθία των  Πυθαγορείων και η θέληση των ίδιων των πόλεων, ώστε να επιθυμούν να ρυθμίζονται τα πολιτικά θέματα από εκείνους. Τελικά σε τέτοιο βαθμό επιβουλεύθηκαν τους Πυθαγορείους, ώστε ενώ συνεδρίαζαν εκείνοι στην οικία του Μίλωνος, συντρόφου των Πυθαγορείων, στον Κρότωνα και συσκέπτονταν για τα πολιτικά πράγματα, οι Κυλώνειοι πυρπολώντας την οικία έκαψαν τους  Πυθαγόρειους άνδρες, εκτός από δυο, Άρχιππον και τον Λύση. Αυτοί οι δύο, επειδή ήσαν νεώτεροι και πάρα πολύ εύρωστοι, κατόρθωσαν με κάποιο τρόπο να ξεφύγουν.
Αφού, λοιπόν, συνέβη αυτό και αφού οι κάτοικοι των πόλεων δεν έκαναν κανένα λόγο για την συμφορά, που έπαθαν οι άνδρες εκείνοι, οι Πυθαγόρειοι έπαυσαν να φροντίζουν για την διακυβέρνηση των πόλεων. Τούτο συνέβη για δυο αιτίες: για την αδιαφορία των πόλεων (διότι για ένα τέτοιου είδους και τόσο μεγάλο κακό που έγινε, δεν έδειξαν καμία προσοχή) και για την απώλεια των ικανότατων προς διακυβέρνηση των πολιτικών πραγμάτων ανδρών.
Από τους δυο οι οποίοι διασώθηκαν, που και οι δυο ήταν Ταραντίνοι, ο μεν Άρχιππος αναχώρησε για τον Τάραντα, ο δε Λύσης, επειδή αγανάκτησε από την αδιαφορία των πολιτών, κατέφυγε στην Ελλάδα και περνούσε τον καιρό του στην Αχαΐα της Πελοποννήσου και έπειτα μετοίκησε στην Θήβα υποκινούμενος από κάποια εσωτερική προτροπή. Εκεί στην Θήβα ο Επαμεινώνδας έγινε ακροατής του Λύση, τον οποίο απεκάλεσε και πατέρα. Εκεί τελείωσε και την ζωή του. Οι δε υπόλοιποι από τους  Πυθαγορείους έφυγαν από την Ιταλία, πλην του Αρχύτα του Ταραντίνου.
Οι δε υπόλοιποι, αφού συναθροιστήκαν στο Ρήγιο, διέμεναν εκεί όλοι μαζί. Καθώς όμως περνούσε ο καιρός και τα πολιτεύματα πήγαιναν προς το χειρότερο….
Οι σπουδαιότεροι δε ήταν: ο Φάντων και ο Εχεκράτης και ο Φλιάσιοι Πολύμναστος και ο Διοκλής, και επίσης ο Ξενόφιλος ο Χαλκιδεύς, ένας από τους Χαλκιδείς της Θράκης, Αυτοί, λοιπόν, διαφύλαξαν τα παραδοσιακά τους ήθη και την φιλοσοφία του Πυθαγόρα, αν και η σχολή έκλεισε, μέχρις ότου πέθαναν με αξιοπρέπεια.
Αυτά διηγείται ο Αριστόξενος. Ο δε Νικόμαχος ως προς μεν τα άλλα συμφωνεί με τα ανώτερα, αλλά για την επιβουλή λέγει ότι αυτή έγινε κατά την διάρκεια της αποδημίας του Πυθαγόρα στην Δήλο.
Διότι ο Πυθαγόρας πήγε στην Δήλο, προς τον διατελέσαντα διδάσκαλό του Φερεκύδη τον Σύριο, με σκοπό να τον νοσηλεύσει, επειδή είχε περιπέσει στην περιβόητη ασθένεια της φθειριάσεως, και, τελικά,  να τον κηδεύσει. Τότε, λοιπόν, αυτοί, οι οποίοι δεν έγιναν δεκτοί από τους Πυθαγόρειους και είχαν στηλιτευθεί, επιτέθηκαν εναντίων αυτών και όλους παντού τους έκαψαν, οι ίδιοι δε φονεύθηκαν από τους Ιταλιώτες δια λιθοβολισμού για αυτόν τον λόγο και ρίφθηκαν έξω μένοντας άταφοι.
Τότε συνέβη να εξαφανιστεί και η επιστήμη μαζί με τους γνωρίζοντες αυτή, διότι μέχρι τότε αυτή διαφυλασσόταν στον νου αυτών μυστική. Εκείνα δε, που ήταν δύσκολο να εννοηθούν και να αναπτυχθούν, συνέβη να διαφυλαχτούν στη μνήμη των μη ανηκόντων στην σχολή, εκτός από πολύ ολίγα, όσα μερικοί  Πυθαγόρειοι, που τότε έτυχε να βρίσκονται σε άλλες χώρες διέσωσαν σε άλλα ζώπυρα της επιστήμης πολύ αμυδρά και δυσκολοσύλληπτα.
Διότι και αυτοί, αφού απομονώθηκαν και λόγω της συμφοράς απογοητεύθηκαν, υπερβολικά, διασκορπίστηκαν άλλος εδώ και άλλος αλλού, και δεν έρχονταν σε καμία επικοινωνία με κανέναν άνθρωπο και, χωρίς να ανταλλάσουν με κανένα λόγια, ζούσαν με υπομονή, απομονωμένοι σε ερημικούς τόπους, όπου έτυχε να βρεθεί καθένας, και κατάκλειστοι τον περισσότερο καιρό, έμεναν ευχαριστημένοι προτιμώντας καθένας την συντροφιά με τον εαυτό του αντί της συντροφιάς με οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο.
Φοβούμενοι δε μήπως απολεσθεί παντελώς από τους ανθρώπους το όνομα της φιλοσοφίας και μήπως για τον λόγο αυτόν τους απεχθάνονται και αυτούς οι Θεοί, επειδή άφησαν να χαθεί για παντός το τόσης μεγάλης αξίας δώρο τους, συνέταξαν κάποια κεφαλαιώδη και συμβολικά υπομνήματα και, αφού συγκέντρωσαν μαζί με αυτά και τα συγγράμματα των παλαιότερων Πυθαγορείων και ακόμη όσα σχετικά διατηρούσαν στη μνήμη τους, τα άφησαν καθένας σε όποιον τύχαινε να παρευρίσκεται κοντά του κατά την ώρα του θανάτου του ή στους υιούς ή στις θυγατέρες ή στις συζύγους τους, αφού τους συνιστούσαν να μην τα δώσουν σε κανέναν από τους μη ανήκοντες στην οικογένεια. Οι οικογένειες δε αυτές των Πυθαγορείων διατήρησαν για πολύ  μακρό χρονικό διάστημα τούτο το παράγγελμα, μεταβιβάζοντας διαδοχικά στους απογόνους την ίδια αυτή εντολή από τις αρχαιότερες στις νεώτερες γενιές.
Αφού όμως και ο Απολλώνιος για τα ίδια στοιχεία διαφωνεί σε κάποια σημεία και πολλά προσθέτει, τα οποία δεν έχουν λεχθεί από τους προηγούμενους, εμπρός λοιπόν ας παραθέσουμε και την διήγηση αυτού την σχετική με την επιβουλή κατά των Πυθαγορείων. Λέγει, λοιπόν, ο Απολλώνιος ότι ο φθόνος εκ μέρους των άλλων παρακολουθούσε τον Πυθαγόρα ευθύς αμέσως από την παιδική του ηλικία. Διότι οι άνθρωποι, κατά το διάστημα που ο Πυθαγόρας συναναστρεφόταν με όλους όσοι τον πλησίαζαν, ήταν ευχαριστημένοι μαζί του.
Όταν όμως συνέβαινε να συναναστρέφεται με τους μαθητές του, ελαττώνονταν η εκτίμηση των ανθρώπων προς αυτόν. Και αποδεχόταν με το γεγονός να δείχνει την εύνοια του προς τους ερχόμενους από άλλα μέρη, αγανακτούσαν όμως, όταν διαπίστωναν ότι έδειχνε μεγαλύτερη προτίμηση προς μερικούς εγχώριους, διότι θεωρούσαν ότι κατά τις συναθροίσεις τους οι οπαδοί σχεδίαζαν εχθρικές πράξεις εναντίων τους. Έπειτα δε και από τους νέους εκείνοι που υπερείχαν στα αξιώματα και τον πλούτο, συνέβαινε, καθώς προχωρούσε η ηλικία τους, όχι μόνον οι ίδιοι να διατηρούν την πρώτη θέση σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και στο να διευθύνουν όλοι αυτοί από κοινού τις υποθέσεις της πόλεως. Αυτοί, λοιπόν, είχαν συστήσει μεγάλη εταιρία (διότι ήταν πάνω από τριακόσιοι) για την διακυβέρνηση της πόλεως, και συνεπώς μικρό μέρος των κατοίκων της πόλεως απέμεινε, το οποίο δεν πολιτεύονταν με τα ίδια έθιμα και τις ίδιες συνήθειες, που χρησιμοποιούσαν οι νέοι εκείνοι.
Αλλά, βέβαια, κατά το διάστημα που οι Κροτωνιάτες διατηρούσαν αυτεξούσια τη χώρα του και μαζί τους διέμενε ως δημότης και ο Πυθαγόρας, συνέχιζε να παραμένει η ίδια μορφή διακυβερνήσεως, που υπήρχε από τότε που ιδρύθηκε η πόλη. Η κατάσταση αυτή ήταν δυσάρεστη στους νέους και ζητούσαν να βρούνε την ευκαιρία για πολιτική μεταβολή. Όταν όμως κυρίευσαν την Σύβαριν, και ο Πυθαγόρας έφυγε, και έδωσε εντολή να μην εφαρμοσθεί η πολιτική της κληρουχίας στην πόλη, τότε εξεράγει το υποκρυπτόμενο μίσος και το πλήθος απομακρύνθηκε από τους Πυθαγορείους.
Αρχηγοί δε της εχθρικής αυτής στάσεως κατά των Πυθαγορείων έγιναν εκείνοι, οι οποίοι λόγω της συγγενείας και της οικειότητας είχαν βρεθεί πάρα πολύ κοντά στους Πυθαγόρειους. Αιτία δε αυτής της διαφοράς υπήρξε το γεγονός ότι πολλά από τα διαπραττόμενα εκ μέρους των Πυθαγορείων δυσαρεστούσαν αυτούς, καθώς επίσης και τους παρατυχόντες, διότι η συμπεριφορά τους είχε ιδιομορφία εν συγκρίσει με αυτήν των άλλων ανθρώπων, επειδή νόμιζαν ότι στο μεγαλύτερο μέρος των εκδηλώσεων τους αποτελούσαν ντροπή και σε αυτούς τους ίδιους. Διότι και κανείς από τους Πυθαγορείους δεν αποκαλούσε τον Πυθαγόρα με το όνομά του, αλλά όταν ζούσε και όποτε ήθελαν να υποδηλώσουν αυτόν, τον αποκαλούσαν “θείον”. Όταν όμως πέθανε, μιλούσαν για αυτόν με τις λέξεις “εκείνος ο άνδρας”, όπως ακριβώς ο Όμηρος εμφανίζει τον Εύμαιο να κάνει όταν αναφέρεται στον Οδυσσέα:
“Αυτόν μεν εγώ, ω ξένε, αν και δεν είναι παρών ντρέπομαι
να τον αποκαλέσω με το όνομά του.
Τόσο πολύ μου ήταν αγαπητός και πρόσωπο της φροντίδας μου”
(Οδύσσεια, 14,145).
Κατά τον ίδιο τρόπο και οι Πυθαγόρειοι δεν περίμεναν να σηκωθούν από την κλίνη μετά την ανατολή του ηλίου, ούτε να φορέσουν δακτυλίδι πού είχε παράσταση θεού, αλλά ξύπνιοι αφ’ ενός μεν προσεκτικά παρατηρούσαν τον ήλιο, καθώς ανέβαινε, για να προσευχηθούν, αφ’ ετέρου δεν απέφευγαν να φορέσουν τέτοιο δακτυλίδι. Προφυλάσσονταν δε να μην πλησιάσουν σε εκφορά νεκρού ή σε κάποιον τόπον ακάθαρτο. Ομοίως επίσης δεν προέβαιναν σε καμία πράξη, χωρίς προηγουμένη σκέψη και χωρίς υπευθυνότητα, αλλά από το πρωί σκεπτόταν τι έπρεπε να κάνουν και κατά την διάρκεια της νύκτας επανέφεραν στην μνήμη τους τι έπραξαν κατά την διάρκεια της ημέρας. Συγχρόνως με την εξέταση της διαγωγής τους ασκούσαν και την μνήμη τους. Παραπλησίως δε, αν κάποιος από τους συντρόφους τους καθόριζε να συναντηθούν σε κάποιο τόπο, εκεί θα περίμεναν μέχρι να έλθει καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας και της νύκτας.
Συνήθιζαν επίσης οι Πυθαγόρειοι να διατηρούν στην μνήμη τους ότι είχαν πει προηγουμένως και τίποτα  να μην λένε έτσι στην τύχη. Γενικώς η προσταγή διατηρούταν εν ισχύ μέχρι ότου εκτελεσθεί.
Κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του ο Πυθαγόρας συμβούλευε τους μαθητές του να μην  βλασφημούν, αλλά όταν πλησιάζει ο καιρός της αναχωρήσεως από την ζωή, να προσπαθούν να φανταστούν τον θάνατο με καλή διάθεση, όπως ακριβώς κάνουν εκείνοι που σχεδιάζουν να διαπλεύσουν την Αδριατική θάλασσα. Αυτού του είδους οι εκδηλώσεις, όπως προείπα, προκαλούσαν την αγανάκτηση όλων γενικά των ανθρώπων, εφ’ οσον διαπίστωναν την διαφορετική συμπεριφορά όλων αυτών των ανθρώπων, που συνεκπαιδεύονταν. Επίσης έδιδαν το δεξί τους χέρι μόνο στους Πυθαγορείους και σε κανέναν άλλο υπό τους οικείους εκτός από τους γονείς. Τις δε περιουσίες τους διαμοίραζαν αναμεταξύ τους και απέκλειαν τους συγγενείς τους από την κληρονομιά σαν να ήταν ξένοι, πράγμα το οποίο με μεγάλη δυσκολία και με πολύ βαριά καρδιά το ανέχονταν οι συγγενείς, οι υπόλοιποι πρόθυμα παρασύρονταν σε έχθρα κατά των Πυθαγορείων. Επίσης από τους “χιλίους” ο Ίππασος, ο Διόδωρος και ο Θεάγης έλεγαν ότι πρέπει όλοι να συμμετέχουν στην εξουσία και στην Εκκλησία του Δήμου και να δίδουν λόγο για τις ευθύνες τους αυτές στους άρχοντες, που εξελέγησαν με κλήρο εκ πάντων. Επειδή όμως εναντιώνονταν οι Πυθαγόρειοι Αλκίμαχος, Δείναρχος, Μέτων και Δημοδήκης και εμπόδιζαν να καταλυθεί το πάτριο πολίτευμα, επικράτησαν τελικά εκείνοι, που συμπορεύονταν με τις απόψεις του πλήθους.
Μετά, λοιπόν, από αυτά, όταν συναθροίστηκαν οι πολλοί από τους ρήτορες, ο Κύλων και ο Νίνων κατηγορούσαν τους Πυθαγορείους διαμοιράζοντας αναμεταξύ τους τις δημαγωγικές αγορεύσεις. Ο μεν Κύλων ήταν εκ μέρους των ευπόρων, ο δεν Νίνων εκ μέρους των δημοφιλών πολιτών. Τους δημαγωγικούς αυτούς λόγους, που κατά το μεγαλύτερο τους εκφώνησε ο Κύλων, συμπλήρωσε ο Νίνων, ο οποίος ισχυριζόταν ψευδώς ότι ο ίδιος είχε αναζητήσει τα μυστικά των Πυθαγορείων και, αφού με πλαστά στοιχεία έγραψε βιβλίο με το οποίο επρόκειτο να ενοχοποιήσει τούτους και, αφού έδωσε το  βιβλίο στον γραμματέα, διέταξε να το διαβάσει.
Υπήρχε δε στο βιβλίο αυτό η επιγραφή “Λόγος ιερός”, δείγμα δε του περιεχομένου του είναι το ακόλουθο: “Τους φίλους να τους σέβεσαι, όπως ακριβώς τους Θεούς, τους δε άλλους να τους μεταχειρίζεσαι, όπως ακριβώς τα θηρία.
Την ίδια ακριβώς αυτή γνώμη αποδίδουν στον Πυθαγόρα οι μαθητές του, η οποία διατηρούταν στην μνήμη τους εμμέτρως ως εξής: τους μεν φίλους ανήγαγε στην θέση των μακάριων Θεών, τους δε άλλους ανθρώπους τους θεωρούσε ασήμαντους και μηδαμινούς.
Τον Όμηρο άξιζε κατ’ εξοχήν να τον επαινούν, γιατί ονόμασε τον βασιλιά “ποιμένα λαών”. Επειδή αυτός ήταν φίλος των ολιγαρχικών, ήθελε να εμφανίζει τους έχοντας αντίθετες πολιτικές ιδέες ως ζώα. Τα κουκιά, έλεγε ότι τα απεχθανόταν ο Πυθαγόρας, διότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν ως κλήροι προκειμένου  να εκλεγούν άρχοντες για την διακυβέρνηση της πολιτείας. Έλεγαν ακόμη αυτοί ότι ο Πυθαγόρας τους προέτρεπε να επιθυμούν με σφοδρότητα την τυραννία και διακήρυττε ότι “είναι προτιμότερο να είναι κανείς μια ημέρα ταύρος παρά καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του βόδι.” Έλεγαν ακόμη ότι οι πολίτες έπρεπε να επαινούν τους θεσμούς των άλλων, και τους προέτρεπε να ζούνε σύμφωνα με αυτά που έχουν θεσμοθετηθεί από αυτόν. Γενικά ο Νίνων παρουσιάζει την φιλοσοφία των Πυθαγορείων ως συνωμοσία εναντίον των πολλών και τους προέτρεπε να μην ανέχονται ούτε την φωνή αυτών, όταν τους συμβουλεύουν, αλλά να ενθυμούνται ότι δεν θα είχαν καμία δυνατότητα να συμμετάσχουν στην εκκλησία του δήμου, αν εκείνοι, οι Πυθαγόρειοι, έπειθαν τους “χιλίους” να επικυρώσουν της συμβουλή τους. Ώστε δεν αρμόζει να αφήνουν αυτούς να ομιλούν, οποιαδήποτε στιγμή εκείνοι με την δύναμη τους εμπόδιζαν τους άλλους να ακούνε.
Αλλά το δεξί τους χέρι, που είχε αποδοκιμασθεί από εκείνους, να γίνει εχθρικό εναντίων τους, όταν τους ζητηθεί να εκφράσουν γνώμη δια της ανατάσεως του χεριού ή όταν πρόκειται να ρίξουν με αυτό ψήφο.  Έπειτα έπρεπε να το θεωρούν εντροπή, αυτοί, που συγκέντρωσαν τριάντα μυριάδες στρατό στον Τετράεντα ποταμό, να φανούν ότι ηττήθηκαν κατόπιν στάσεως ή συνωμοσίας από το ένα χιλιοστό μέρος της δυνάμεως των μέσω στην ίδια τους την πόλη.
Γενικά, τόσο πολύ εξαγρίωσε τους ακροατές εναντίων των Πυθαγορείων ο Νίνων, με την συκοφαντική δημηγορία του, ώστε μετά από λίγες ημέρες συγκεντρώθηκαν όλος ο λαός και ετοιμάσθηκαν να κάνουν επίθεση εναντίον των Πυθαγορείων κατά την ώρα, που εκείνοι θα προσέφεραν θυσία στις Μούσες εντός μιας οικίας πλησίον του ναού του Πύθιου Απόλλωνα. Οι Πυθαγόρειοι όμως προαισθανόμενοι τα τεκταινόμενα, οι περισσότεροι, κατέφυγαν σε κάποιο πανδοχείο, ο δε Δημοκήδης μετά των εφήβων κατέφυγαν στις Πλαταιές. Εκείνοι δε, αφού κατέλυσαν τους νόμους, χρησιμοποίησαν ψηφίσματα με τα οποία, αφού διατύπωσαν κατηγορίες εναντίον του Δημοκήδη, ότι δήθεν είχε συστήσει συνωμοσία με την μερίδα των νεώτερων για επιβολή της τυραννίας, διακήρυξαν ότι θα δώσουν τρία τάλαντα σε εκείνον που θα τον φονεύσει, και αφού έγινε αγώνας, κατά τον οποίο ο Θεάγης υπερίσχυσε του Δημοκήδη, στον Θεάγη απένειμαν τα τρία τάλαντα εκ μέρους της πόλεως.
Επειδή όμως πολλά μεγάλα δεινά έπεσαν στην πόλη και στην χώρα, οι φυγάδες παραπέμφθηκαν σε δίκη και η διεξαγωγή της δίκης ανατέθηκε σε αντιπροσωπεία από τις τρείς μεγάλες πόλεις, δηλαδή σε Ταραντίνους, Μεταπόντιους και Καυλωνιάτες. Αυτοί όμως που εστάλησαν να δικάσουν τους αιτίους, έλαβαν αργύρια με σκοπό να φυγαδεύσουν τους αιτίους, όπως έχει γραφεί στα υπομνήματα των Κροτωνιατών. Τελικά οι έχοντες την εξουσία αποφάσισαν την εξορία των Πυθαγορείων και έτσι τους εξεδίωξαν όλους με την κατηγορία, ότι οι ίδιοι οι Πυθαγόρειοι δυσαρεστούνται από την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση, συγχρόνως όμως φυγάδευσαν μαζί και όλους τους οικείους τους. Διότι ισχυρίζονταν ότι δεν πρέπει να ασεβούν και ότι δεν έπρεπε να αποσπούν τα παιδιά από τους γονείς τους. Διέγραψαν επίσης και τα χρέη και την γη την κατέστησαν αδιαίρετη.
Αφού πέρασαν, λοιπόν, πολλά έτη από το γεγονός αυτό, και αφού ο Δείναρχος και οι ακόλουθοί τους εφονεύθησαν σε άλλη μάχη, πέθανε και ο Λιτάτης, που ήταν ο δυναμικώτερος ηγέτης των στασιαστών, κάποιος οίκτος και μεταμέλεια φάνηκε στους πολίτες και θέλησαν να επαναφέρουν από την εξορία τους Πυθαγορείους, οι οποίοι είχαν απομείνει ζωντανοί. Έστειλαν, λοιπόν, πρεσβευτές και τους προσκάλεσαν από την Αχαΐα, αφού συμφιλιώθηκαν με τους εξόριστους αυτούς Πυθαγορείους μέσω των πρεσβευτών και τους σχετικούς όρκους κατέθεσαν στους Δελφούς.
Ήταν δε οι Πυθαγόρειοι που γύρισαν από την εξορία περί τους εξήντα των αριθμό, εκτός από τους γεροντότερους, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και μερικοί ασχολούμενοι με την ιατρική, που με την δίαιτα θεράπευαν τους αρρώστους, και οι οποίοι κατέστησαν πρωτεργάτες της θεραπευτικής μεθόδου. Συνέβη όμως, οι Πυθαγόρειοι που σώθηκαν και έτυχαν ιδιαιτέρως εκτιμήσεως εκ μέρους των πολλών, να έλθουν προς βοήθεια των συμπολιτών τους, κατά την εποχή, που δημιουργήθηκε στην πόλη η παροιμία “δεν είναι τα πράγματα όπως επι της εποχής του Νίνωνος”, και που απευθυνόταν προς τους παραβάτες του  νόμου. Βοήθησαν δε κατά την εποχή που εισέβαλαν στην χώρα οι Θούριοι και διακινδύνευσαν την ζωή τους κατά την διάρκεια της μάχης βοηθώντας ο ένας τον άλλο. Αλλά οι κάτοικοι της πόλεως άλλαξαν τόσο σύντομα διαθέσει, ώστε πέραν από τους επαίνους, που έκαναν προς τους Πυθαγορείους άνδρες, θεώρησαν ότι η εορτή που θα γινόταν για τα επινίκια έπρεπε να είναι αφιερωμένη μάλλον στις Μούσες κατά την διάρκεια, που θα έκαναν δημόσια θυσία στο ιερό των Μουσών, το οποίο αυτό πρώτα ίδρυσαν και τιμούσαν τις θεές αυτές.
Διάδοχος δε του Πυθαγόρα ομολογείται από όλους ότι έγινε ο Αρισταίος υιός τοτ Δαμοφώντος, ο Κροτωνιάτης, που έζησε κατά την αυτή εποχή με τον Πυθαγόρα, επτά γενεές προς από τον Πλάτων. Και αναδείχθηκε όχι μόνον αντάξιος διάδοχος της σχολής του Πυθαγόρα, αλλά ανάθρεψε κατάλληλα και τον υιό του, που νυμφέυθηκε τη Θεανω, την κόρη του Πυθαγόρα, ακριβώς διότι κατείχε απολύτως τα Πυθαγορικά δόγματα.
Διασώζεται επίσης η πληροφορία ότι ο Πυθαγόρας δίδαξε στη σχολή τεσσεράκοντα πρά ένα έτη και ότι έζησε συνολικά περί τα εκατό έτη, επι πλέον δε ότι παρέδωσε την σχολή στον Αρισταίο, όταν βρισκόταν πλέον σε προχωρημένη γεροντική ηλικία, μετά από αυτόν ανέλαβε την σχολή ο Μνήμαρχος ο υιός του Πυθαγόρα. Και εκείνος λένε ότι την παρέδωσε στον Βουλαγόρα, κατά την εποχή του οποίου συνέβει να διαρπαγή η πόλη των Κροτωνιατών. Μετά τον Βουλαγόρα έγινε διάδοχος ο Γορτύδας ο Κροτωνιάτης, όταν επανήλθε από το ταξίδι, το οποίο έκανε πριν από τον πόλεμο, ο οποίος όμως προώρως απέθαν εξ αιτίας της συμφοράς που επληξε την πατρίδα του.
Στους δε άλλους Πυθαγορείους υπήρχε συνήθεια, όταν έφθαναν σε βαθειά γεράματα, σαν από φυλακή να απελευθερώνονται από τα σώματά τους. Ύστερα όμως από ένα χρονικό διάστημα ο Άρεσας από τους  Λευκανούς, αφού διασώθηκε από κάποιους ξένους, ανέλαβε της διεύθυνση της σχολής.
Μετά τον Άρεσα ήλθε ο Διόδωρος ο Ασπένδιος, ο οποίος και τον διαδέχθηκε στην σχολή λόγω του μικρού αριθμού των Πυθαγορείων. Αυτός, λοιπόν, αφού επανήλθε στην Ελλάδα, διέδωσε τις Πυθαγόρειες θεωρίες, αναφέρεται επίσης γραπτώς, ότι έγιναν ζηλωτές Πυθαγόρειοι: στην Ηράκλεια ο Κλεινίας και ο Φίλόλαος, στο Μεταπόντιο ο Θεοδωρίδης και ο Εύρυτος, στον δε Τάραντα ο Αρχύτας.
Από δε τους εξωτερικούς ακροατές ήταν ο Επίχαρμος, ο οποίος όμως δεν προερχόταν από Πυθαγορική σχολή.
Ο Επίχαρμος, όταν έφθασε στις Συρακούσες, απέφυγε να φιλοσοφεί φανερά, λόγω της τυρανίδας του Ιέρωνος, αλλα κατέγραψε έμμετρα τις φιλοσοφικές συλλήψεις των ανδρών εκείνων και υπο μορφή κωμωδιών παρουσίασε τα κρυφά φιλοσοφικά δόγματα αυτών.
Όπως είναι φυσικό, από όλους τους Πυθαγορείους οι μεν περισσότεροι παραμένουν άγνωστοι και μερικοί άλλοι ανώνυμοι, των δε γνωστών Πυθαγορείων τα ονόματα είναι τα ακόλουθα:
<Κροτωνιᾶται> Ἱππόστρατος, Δύμας, Αἴγων, Αἵμων, Σύλλος, Κλεοσθένης, Ἀγέλας, Ἐπίσυλος, Φυκιάδας,  Ἔκφαντος, Τίμαιος, Βοῦθος, Ἔρατος, Ἰταναῖος, Ῥόδιππος, Βρύας, Εὔανδρος, Μυλλίας, Ἀντιμέδων, Ἀγέας,  Λεόφρων, Ἀγύλος, Ὀνάτας, Ἱπποσθένης, Κλεόφρων, Ἀλκμαίων, Δαμοκλῆς, Μίλων, Μένων
<Μεταποντῖνοι> Βροντῖνος, Παρμίσκος, Ὀρεστάδας, Λέων, Δαμάρμενος, Αἰνέας, Χειλᾶς, Μελησίας,  Ἀριστέας, Λαφάων, Εὔανδρος, Ἀγησίδαμος, Ξενοκάδης, Εὐρύφημος, Ἀριστομένης, Ἀγήσαρχος, Ἀλκίας, Ξενοφάντης, Θρασέας, Εὔρυτος, Ἐπίφρων, Εἰρίσκος, Μεγιστίας, Λεωκύδης, Θρασυμήδης, Εὔφημος, Προκλῆς, Ἀντιμένης, Λάκριτος, Δαμοτάγης, Πύρρων, Ῥηξίβιος, Ἀλώπεκος, Ἀστύλος, Λακύδας, Ἁνίοχος,  Λακράτης, Γλυκῖνος
<Ἀκραγαντῖνος> Ἐμπεδοκλῆς
<Ἐλεάτης> Παρμενίδης
<Ταραντῖνοι> Φιλόλαος, Εὔρυτος, Ἀρχύτας, Θεόδωρος, Ἀρίστιππος, Λύκων, Ἑστιαῖος, Πολέμαρχος,  Ἀστέας, Καινίας, Κλέων, Εὐρυμέδων, Ἀρκέας, Κλειναγόρας, Ἄρχιππος, Ζώπυρος, Εὔθυνος, Δικαίαρχος, φιλωνίδης, Φροντίδας, Λῦσις, Λυσίβιος, Δεινοκράτης, Ἐχεκράτης, Πακτίων, Ἀκουσιλάδας, Ἴκκος, Πεισικράτης, Κλεάρατος, Λεοντεύς, Φρύνιχος, Σιμιχίας, Ἀριστοκλείδας, Κλεινίας, Ἁβροτέλης, Πεισίρροδος, Βρύας, Ἕλανδρος, Ἀρχέμαχος, Μιμνόμαχος, Ἀκμονίδας, Δικᾶς, Καροφαντίδας
<Συβαρῖται> Μέτωπος, Ἵππασος, Πρόξενος, Εὐάνωρ, Λεάναξ, Μενέστωρ, Διοκλῆς, Ἔμπεδος, Τιμάσιος, Πολεμαῖος, Ἔνδιος, Τυρσηνός
<Καρχηδόνιοι> Μιλτιάδης, Ἄνθης, Ὁδίος, Λεώκριτος
<Πάριοι> Αἰήτιος, Φαινεκλῆς, Δεξίθεος, Ἀλκίμαχος, Δείναρχος, Μέτων, Τίμαιος, Τιμησιάναξ, Εὔμοιρος, Θυμαρίδας
<Λοκροὶ> Γύττιος, Ξένων, Φιλόδαμος, Εὐέτης, Εὔδικος, Σθενωνίδας, Σωσίστρατος, Εὐθύνους, Ζάλευκος, Τιμάρης
<Ποσειδωνιᾶται> Ἀθάμας, Σῖμος, Πρόξενος, Κραναός, Μύης, Βαθύλαος, Φαίδων
<Λευκανοὶ> Ὄκκελος καὶ Ὄκκιλος ἀδελφοί,  Ἀρέσανδρος, Κέραμβος
<Δαρδανεὺς> Μαλίων
<Ἀργεῖοι> Ἱππομέδων, Τιμοσθένης, Εὐέλθων, Θρασύδαμος, Κρίτων, Πολύκτωρ
<Λάκωνες> Αὐτοχαρίδας, Κλεάνωρ, Εὐρυκράτης
<Ὑπερβόρειος> Ἄβαρις (Διαβάστε: Η χώρα των Υπερβορείων και η χαμένη γνώση πρώτο μέρος και δεύτερο. Διαβάστε επίσης: Ο Υπερβόρειος Άβαρις
<Ῥηγῖνοι> Ἀριστείδης, Δημοσθένης, Ἀριστοκράτης, Φύτιος, Ἑλικάων, Μνησίβουλος, Ἱππαρχίδης, Εὐθοσίων, Εὐθυκλῆς, Ὄψιμος, Κάλαϊς, Σελινούντιος
<Συρακούσιοι> Λεπτίνης, Φιντίας, Δάμων
<Σάμιοι> Μέλισσος, Λάκων, Ἄρχιππος, Ἑλώριππος, Ἕλωρις, Ἵππων
<Καυλωνιᾶται> Καλλίμβροτος, Δίκων, Νάστας, Δρύμων, Ξενέας
<Φλιάσιοι> Διοκλῆς, Ἐχεκράτης, Πολύμναστος, Φάντων
<Σικυώνιοι> Πολιάδης, Δήμων, Στράτιος, Σωσθένης
<Κυρηναῖοι> Πρῶρος, Μελάνιππος, Ἀριστάγγελος, Θεόδωρος
<Κυζικηνοὶ> Πυθόδωρος, Ἱπποσθένης, Βούθηρος, Ξενόφιλος
<Καταναῖοι> Χαρώνδας, Λυσιάδης
<Κορίνθιος> Χρύσιππος
<Τυρρηνὸς> Ναυσίθοος
<Ἀθηναῖος> Νεόκριτος
<Ποντικὸς> Λύραμνος.
οἱ πάντες 218.
Πυθαγορίδες δε γυναίκες οι επιφανέστερες:
Η Τιμύχα, η σύζυγος του Μυλλία του Κροτωνιάτου.
Η Φιλτύς θυγατέρα Θεόφριος του Κρωτωνιάτου.
Η αδελφή του Βανδάκου.
Η Οκκελώ και Εκκελώ, οι αδελφές, από τους Λευκανούς.
Η Χειλωνίς, θυγατέρα Χείλωνος του Λακεδαιμόνιου.
Η Κρατησίκλεια Λάκαινα σύζυγος Κλεάνορος του Λακεδαιμόνιου.
Η Θεανώ, σύζυγος του Βρόντιου του Μεταπόντιου.
Η Μυία, σύζυγος του Μίλωνος του Κροτωνιάτου.
Η Λασθένεια εξ Αρκαδίας.
Η Αβροτέλεια, θυγατέρα του Αβροτέλους του Ταραντίνου.
Η Εχεκράτεια η Φλιάσια.
Η Τυρσήνη η Συβαρίτης.
Η Πεισιρρόδη η Ταραντινίς.
Η Θεαδούσα η Λάκαινα.
Η Βοιώ η Αργεία.
Η Βεβελύκα η Αργεία.
Η Κλεαίχμα η αδελφή του Αυτοχαρίδα του Λάκωνος.
Σύνολο 17.
Του Ευστάθιου Δ. Κεφάλα (Αμφικτύων) - 11/9/2014: Ακάδημος, αμφικτυονία Πανελλήνιας (Ορφικής) Θεολογίας & Πλατωνικής Φιλοσοφίας.

ΑΡΜΑΤΑ ΘΕΩΝ

Σχολιάζοντας ο Ερμείας το θέμα των αρμάτων των Θεών που παρουσιάζεται στον Πλατωνικό «Φαίδρο», μεταξύ άλλων αναφέρει:
«Για εκείνα [εννοεί τα άρματα] των Θείων ψυχών – αυτές λέγει θεούς – δεν είπε ότι ηνιοχούν ζεύγος ίππων αλλά το άφησε αόριστο [εννοεί τον αριθμό] δηλώνοντας έτσι την άμετρη και άπλετη δύναμη που έχουν αυτές∙ όπως έχει ειπωθεί, οι θεολόγοι, υποβάλλουν διαφόρους ίππους αναλόγως τις ιδιότητες και το τι είναι συγγενικό προς τους Θεούς, και αναλόγως το τι είναι συμβατό με τον εκάστοτε Θεό, προσφέρουν και τον ανάλογο αριθμό∙ βλέπεις λοιπόν ότι το άρμα του Ηλίου το κάνουν να είναι τέθριππο, και για άλλον [εννοεί Θεό] έχουν άλλο αριθμό. Συγγενικό προς τον Ήλιο επί ίππους κάνουν ολόκληρο το κινητικό [αίτιο] ολόκληρης της φύσεως που υποβάλλεται σε αυτόν, τη δε σελήνη την έχουν σε ταύρους επειδή είναι προστάτιδα της γενέσεως και από αυτή εξαρτούν τη γένεση (διότι σύμβολο της γενέσεως είναι ο ταύρος) και τους έχουν πτερωτούς, όπως τον Έρωτα, τη Νίκη, τον Ερμή, δηλώνοντας έτσι την αναγωγική τους δύναμη.»
(Βλ., Ερμείας «Υπόμνημα εις τον Πλάτωνος Φαίδρον» 127.21 – 128.1)

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΗΡΟΣ ΣΤΗΝ «ΠΟΛΙΤΕΙΑ» ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

Εξ’ αριστερών Ραδάμανθυς, Μίνως, Αίακος
 ερυθρόμορφος κρατήρας
Η «Πολιτεία» αποτελείται από δέκα βιβλία και σε αυτά περιέχονται δύο μύθοι: στο βιβλίο Ζ’ ο Μύθος του Σπηλαίου (Διαβάστε: Οι συμβολισμοί στην αλληγορία του Σπηλαίου.και στο Ι’ περιγράφεται ο Μύθος του Ηρός και μάλιστα έτσι τελειώνει και η «Πολιτεία». Είναι από τους πιο συναρπαστικούς και πολύ αναλυτικούς μύθους  γεμάτος από πλούσιες παραστατικές εικόνες. Αξίζει να διαβάσει κανείς αυτόν τον μύθο και ας είναι εκτεταμένος – παρά την προσπάθεια για μία κατά το δυνατόν συνοπτική παράθεσή του.
Αναφέρεται στη μεταθανάτια κρίση των ψυχών. Στον καθορισμό και στην περιγραφή των αμοιβών του δικαίου μετά θάνατον η διαλεκτική παραχωρεί τον λόγο στον μύθο, όπως πολλές φορές καταφεύγει ο Πλάτωνας για τη συμπλήρωση των φιλοσοφικών του θεωριών.
Ως γνωστόν ο Πλάτωνας ήταν μυημένος στη φιλοσοφία των Πυθαγορείων και όσον αφορά τη μεταφυσική βάση του φιλοσοφικού δόγματός του, πίστευε στην αθανασία της ψυχής, αποδεικνύοντας ότι είναι το επακόλουθο μιας θεμελιώδους Θεωρίας (των Ιδεών) που φαίνεται να προσφέρει το λογικό νήμα για τη δομή του Σύμπαντος. Η ψυχή μετέχει σε πολλές διαδοχικές ζωές (μετενσάρκωση).
Κάθε εξέλιξη στη φύση είναι εν γένει κυκλική άρα η ίδια κυκλική πορεία ισχύει και στην περίπτωση του θανάτου και του ερχομού στη ζωή. Αυτό που ονομάζουν οι άνθρωποι «μάθηση» είναι στην πραγματικότητα ανάμνηση, που σημαίνει ότι η ψυχή είναι ανεξάρτητη από το σώμα και αθάνατος.
Η ώρα της κρίσεως – ποιοτική κατάταξη της ψυχής
ΚΑΙ Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΟΥ ΗΡΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΛΙ ΔΙΑ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗ.
Ο Σωκράτης, αρχίζει, λέγοντας ότι δεν θα πει την ιστορία του Αλκίνου (ο Αλκίνοος είναι βασιλιάς των Φαιάκων από την Οδύσσεια, και ο μέγας ιδεολόγος κάνει εδώ μια παρονομασία, προφανώς ειρωνευόμενος) αλλά ενός ανδρός αλκίμου (γενναίου), του Ηρός, γιου  του Αρμενίου, που σκοτώθηκε σε μάχη. Όταν ύστερα από δέκα ημέρες  πήραν τα πτώματα των άλλων πολεμιστών που βρίσκονταν σε αποσύνθεση από το πεδίο της μάχης, το δικό του σώμα παρέμενε ανέπαφο. Με την παρέλευση δώδεκα ημερών, αφού τον είχαν μεταφέρει στην πατρίδα του για να τον θάψουν, τη στιγμή που τον  είχαν πάνω στη νεκρική πυρά ο ήρωας αναστήθηκε και διηγήθηκε αυτά που είχε δει η ψυχή του.
Είπε λοιπόν ο Ηρ ότι, όταν βγήκε η ψυχή του από το σώμα πορεύτηκε μαζί με άλλες ψυχές σε έναν τόπο δαιμονικό (ευδαίμονα). Εκεί υπήρχαν δύο χάσματα πάνω στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο και άλλα δύο αντικριστά πάνω στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές, που εξέδιδαν την απόφασή τους, και πρόσταζαν τους δίκαιους να προχωρήσουν δεξιά και προς τα επάνω,  μέσω της ουράνιας οδού, αφού πρώτα τους κρεμούσαν μια πινακίδα μπροστά με την απόφαση, και τους άδικους αριστερά και κάτω με την πινακίδα από πίσω τους να γράφει τα κακά που είχαν διαπράξει.
Όταν ήρθε η σειρά του  Ηρός  να δικαστεί, τον συμβούλευσαν να ακούει και να βλέπει προσεκτικά ό,τι συνέβαινε, για να γίνει κατόπιν αγγελιαφόρος στους ανθρώπους για τα συμβαίνοντα σε αυτόν τον τόπο. Έβλεπε εκεί τις ψυχές μόλις τελείωνε η δίκη τους να προχωρούν προς τα δύο χάσματα, και άλλες ψυχές, από την άλλη, να ανέρχονται από τη γη  ή να κατέρχονται από τον ουρανό. Όσες ανέβαιναν από τη γη ήταν κατασκονισμένες και βρώμικες, ενώ όσες κατέβαιναν από τον ουρανό ήταν ωραίες και καθαρές. Όλες οι ψυχές φαίνονταν ότι είχαν διανύσει μεγάλη πορεία και προχωρούσαν μετά με ευχαρίστηση προς ένα λιβάδι για να κατασκηνώσουν εκεί σαν να ήταν σε πανηγύρι, αφού χαιρετιούνταν όσες γνωρίζονταν και όλες αντάλλασσαν πληροφορίες οι μεν με τις δε για τα χθόνια και τα ουράνια. Όσες  έρχονταν από  τη γη έκλαιγαν και οδύρονταν για όσα είχαν υποστεί στην πορεία τους εκεί – μια πορεία που κρατάει  χίλια χρόνια. Όσες έρχονταν από τον ουρανό διηγούνταν όλες τις μεγάλες απολαύσεις και το άφατο κάλλος που είχαν αντικρίσει. Ο καθένας για τις αδικίες που είχε διαπράξει και όσους ανθρώπους είχε βλάψει, για καθεμία ξεχωριστά η ψυχή του τιμωρείτο δέκα φορές, η κάθε φορά είχε διάρκεια εκατό χρόνια, όσο η ανθρώπινη ζωή, για να πληρώσουν δεκαπλάσια ποινή το κάθε αδίκημά τους. Επίσης με την ίδια αναλογία, δεκαπλάσιες ήταν και οι ανταμοιβές για όσες ψυχές είχαν φανεί δίκαιες και ενάρετες εν ζωή. Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι ποινές για όσους είχαν ασεβήσει προς τους θεούς ή τους γονείς καθώς και για ιδιόχειρο φόνο. Ειδικά, τους χείριστους των ανθρώπων, όπως κάποιοι τύραννοι ή αυτοί που είχαν υποπέσει σε μεγάλα κακουργήματα, όταν προσπαθούσαν να ανέβουν ακουγόταν ένα μουγκρητό και άγριοι άνδρες με κόκκινη όψη τούς έριχναν ξανά από το στόμιο για να τους πετάξουν στα Τάρταρα.
Όπως είδαμε  περιγράφεται  με ζωντάνια μια πυθαγόρεια αντίληψη, η χιλιετής περίοδος των ψυχών, δικαίων και αδίκων,  όταν εγκαταλείψουν το φθαρτό σώμα. Στον αέναο κύκλο της η  ψυχή κάνει το ταξίδι είτε από τη γη είτε από τον ουρανό για να ενσαρκωθεί διασχίζοντας το αντίστοιχο χάσμα, με το δεξί πάντα να είναι το ευώνυμο επειδή εκεί βρίσκεται η Ανατολή και συνάμα η κατεύθυνση των φωτεινών αστέρων. Στον τόπο της κρίσεως τους περιμένουν οι αυστηροί δικαστές, γνωρίζουμε τα ονόματά τους, είναι ο Μίνωας, ο Ραδάμανθυς και ο Αιακός, οι οποίοι αποφασίζουν με δικαιοσύνη για την τύχη τους. Οι ψυχές που ανεβαίνουν από τη γη ξεχωρίζουν γιατί είναι γεμάτες ακαθαρσία και σκόνη, επειδή όσο είναι ενσαρκωμένες ασθενούν και χρέος τους επί της γης είναι η έρευνα και η μάθηση,  και επιβάλλεται να εκτίσουν τις ποινές που τους έχουν υποβληθεί, να πληρώσουν για τα ανομήματά τους και τα κακουργήματά τους χίλια χρόνια. Η εικόνα που μας δίνεται είναι όμοια με τη χριστιανική κόλαση με τους «κολάζοντες αγγέλους» της αποκαλύψεως. Οι ψυχές κατατάσσονται ποιοτικά, και ο ενάρετος βίος οφελεί την ψυχή και της δίνει το δικαίωμα επιστροφής στους αστέρες.
Οι Τρεις Μοίρες
ΘΕΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ
Συνεχίζοντας ο Ηρ, λέει ότι ύστερα από επτά ημέρες παραμονής των ψυχών στο λιβάδι, την όγδοη σηκώθηκαν και ήταν υποχρεωμένες να βαδίσουν πάλι, και τέσσερεις ημέρες μετά έφθασαν σε έναν τόπο από όπου μπορούσαν να δουν ένα τεντωμένο ευθύ φως, σαν κίονας, που διαπερνούσε ουρανό και γη και έμοιαζε με την ίριδα, αλλά πολύ λαμπρότερο και καθαρότερο. Εκεί, ύστερα από μιας ημέρας δρόμο, είδαν να είναι τεντωμένες από τον ουρανό οι άκρες  των  δεσμών που το συγκρατούν. Το φως αυτό  ήταν ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών του ήταν σφιχτά στερεωμένο το αδράχτι της Ανάγκης. Το αδράχτι είχε άξονα και  αγκίστρι που ήταν κατασκευασμένα από χάλυβα και το σφοντύλι από ανάμεικτα  μέταλλα. Το αδράχτι γύριζε πάνω  στο γόνατο της Ανάγκης. Το σφοντύλι είναι περίπου σαν αυτό που ξέρουμε στη γη, αλλά φαντάσου το σαν ένα μεγάλο σφοντύλι, κοίλο, σκαμμένο εσωτερικά, ένα άλλο μικρότερο προσαρμοσμένο, κατόπιν ένα τρίτο, ένα τέταρτο και άλλα τέσσερα. Οκτώ στο σύνολο, το ένα καλά ταιριασμένο στο άλλο. Ο κύκλος του μεγαλύτερου και εξωτερικού σφοντυλιού ήταν καταστόλιστος. Το αδράχτι ολόκληρο περιστρεφόταν προς την ίδια κατεύθυνση ενώ οι επτά εσωτερικοί κύκλοι έκαναν μια ήρεμη περιστροφή αντίθετη προς τη διεύθυνση του συνόλου.  Επάνω στον καθένα από τους κύκλους ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν Σειρήνες, μια πάνω σε κάθε κύκλο. Κάθε Σειρήνα έψαλλε με φωνή πάνω στον ίδιο τόνο και όλες μαζί σχημάτιζαν ένα αρμονικό ταίριασμα από νότες, μια συμφωνία. Την κυκλική κίνηση των σφοντύλων  παρακολουθούσαν καθισμένες πάνω σε θρόνους οι τρεις Μοίρες, η Λάχεσις, η Κλωθώ και η Άτροπος, φορούσαν λευκά φορέματα, είχαν στέμματα στο κεφάλι και συνόδευαν με το άσμα τους την αρμονία των Σειρήνων. Η Λάχεσις τραγουδούσε τα παρελθόντα, η Κλωθώ τα παρόντα και  η Άτροπος τα μέλλοντα.
Εδώ ο Πλάτωνας ξεκινάει την αστρονομική περιγραφή του Σύμπαντος, τη μεγάλη θέαση. Η ανθρώπινη ψυχή και η ανθρώπινη πολιτεία πρέπει να προσαρμοσθούν στο εναρμόνιο σύστημα της πολιτείας του Σύμπαντος, όπως λέει και στον «Τίμαιο». Οι ψυχές φθάνουν μετά τον λειμώνα στο υπέρλαμπρο φως με τις δέσμες από τις οποίες κρεμόταν το αδράχτι, δηλαδή ο άξονας περιστροφής των ουρανίων σωμάτων, της Ανάγκης με το στέρεο γόνατο, δηλαδή της απόλυτης αρχής, της πρωταρχικής αιτίας της συμπαντικής τάξεως (Ο ρόλος της Ανάγκης καταδεικνύεται και στο «Ανάγκα και θεοί πείθονται»).
Οι οκτώ κύκλοι εξηγούνται ως οι αστέρες: 1. Απλανείς, 2. Κρόνος, 3. Ζευς, 4. Άρης, 5. Ερμής, 6. Αφροδίτη, 7. Ήλιος και 8. Σελήνη. Τα σφοντύλια είναι οι πλανητικές τροχιές. Η σφαίρα των απλανών έχει την ίδια πάντα κίνηση από Ανατολάς προς Δυσμάς και οι άλλες σφαίρες έχουν τις δικές τους κινήσεις, αλλάζοντας έτσι θέση στο ουράνιο διάστημα. Η μουσική των Σειρηνών και των Μοιρών (Κλωθώ είναι ο ουρανός και η Άτροπος οι πλανήτες), που μοιράζουν τα μερίδια, ταυτίζεται με την πυθαγόρεια αντίληψη ότι η κίνηση όλων μαζί των πλανητών έδινε τους τόνους του επτάχορδου. Είναι η αρμονία των ουρανίων σφαιρών, η παγκόσμια μουσική. Ήρθε η επιστήμη και απέδειξε ότι όντως  υπάρχει παλμική κίνηση των ουρανίων σωμάτων.
ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ - ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ
Φθάνοντας εκεί οι ψυχές, αφηγείται ο Ηρ, ήταν αναγκασμένες να διαλέξουν το είδος της ζωής που ήθελαν να ζήσουν κατά την επόμενη ενσάρκωσή τους. Ένας προφήτης έπειτα έπαιρνε από τα γόνατα της Λάχεσης πολλά παραδείγματα βίου, τα τοποθετούσε μπροστά στις ψυχές και ανεβαίνοντας σε ένα βήμα ψηλό έλεγε: «Σας μιλεί η παρθένος Λάχεση, ψυχές εφήμερες, μέλλει να αρχίσετε άλλη περίοδο ζωής, σε σώμα θνητό. Δεν θα κληρωθείτε αλλά εσείς θα επιλέξετε την τύχη σας.
Εκείνου που ο κλήρος θα βγει πρώτος, θα διαλέξει τον βίο που θα ακολουθήσει. Η Αρετή δεν είναι κτήμα αδέσποτο, αναλόγως αν θα την εκτιμήσετε ή θα την περιφρονήσετε, θα είναι και το μερίδιό σας. Ο καθένας ευθύνεται για την επιλογή του, ο θεός δεν έχει καμία ευθύνη». Έπειτα έβγαλε άπειρα παραδείγματα βίου, περισσότερα από τους παρόντες γιατί ήταν και όλων των ζώων και των ανθρώπων ανεξαιρέτως, και κάθε λογής, ανακατεμένα, τυραννίες, εξορίες, ζητιανιές, ομορφιά, δύναμη, αγωνιστικότητα, καταγωγή, πλούτος. Ο καθένας έτσι έπρεπε  ανάλογα με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος του, να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής.
Σε αυτό το σημείο ο Σωκράτης παρεμβαίνοντας ο ίδιος επισημαίνει, εκτεταμένα, πόσο δύσκολο είναι αυτό, και πόσο σημαντική είναι η Παιδεία  σε έναν άνθρωπο στη διάρκεια της επίγειας ζωής του, αλλά και στη μέλλουσα ζωή του, ώστε να λάβει τις γνώσεις για να μπορεί να ξεχωρίσει τον καλό από τον κακό τρόπο ζωής,  γιατί μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται ευδαιμονέστερος και με πορεία προς τα επάνω.
Οι χωρίς υγιή φιλοσοφία ψυχές έσπευσαν να επιλέξουν βίους ένδοξους, χωρίς να υπολογίσουν πόση δυστυχία κρύβουν μέσα τους τα αξιώματα και τα μεγαλεία. Σε τέτοια λάθη έπεφταν περισσότερο οι  ουρανοφερμένες ψυχές, που επειδή είχαν ζήσει σε μια κοινωνία συντεταγμένη και είχαν αποκτήσει την αρετή από συνήθεια και όχι από φιλοσοφική μόρφωση, δεν ήξεραν τα κακά της επίγειας ζωής. Όσες  όμως  ψυχές είχαν δοκιμαστεί σκληρά στην προηγούμενη ζωή τους, τώρα πρόσεχαν και δεν έκαναν την εκλογή τους με βιασύνη.
Ο Ηρ είδε μαζί με άλλες ψυχές (Ορφέα, Αγαμέμνονα, Αίαντα κ.ά.) και την ψυχή του Οδυσσέα, που είχε τον τελευταίο κλήρο, ο οποίος εξαιτίας της ανάμνησης των δεινών του επί της γης, επέλεξε την ήσυχη ζωή  ενός απλού ανθρώπου, που άλλοι την είχαν περιφρονήσει ενώ εκείνος όταν την είδε αναφώνησε ότι και τον πρώτο κλήρο να είχε πάλι την ίδια εκλογή θα έκανε.
Μετά την επιλογή της κάθε ψυχή πήγαινε μπροστά στη Λάχεση και εκείνη έδινε στην καθεμιά τον δαίμονα που η ψυχή είχε επιλέξει για να τη συνοδεύσει μαζί με τον βίο που είχε διαλέξει. (Διαβάστε: H Συνοδός Οντότητα).
O δαίμονας πήγαινε πρώτα την ψυχή  στην Κλωθώ για να επικυρώσει αυτή την επιλογή της μοίρας τής κάθε ψυχής και μετά την πήγαινε στην Άτροπο, η οποία έκανε αμετάστροφη την επικύρωση της Κλωθώς.
Έπειτα όλες οι ψυχές, χωρίς να κοιτάζουν πίσω, περνούσαν κάτω από τον θρόνο της Ανάγκης και έβγαιναν από την άλλη μεριά, προχωρούσαν προς το πεδίο της Λήθης, γυμνό από δέντρα, όπου επικρατούσε φοβερός και αποπνικτικός καύσωνας. 
Όταν έφθασε το βράδυ, οι ψυχές κατασκήνωσαν όλες κοντά στον Αμέλητα ποταμό, που δεν μπορούσε το νερό του να το κρατήσει κανένα αγγείο. Κάθε ψυχή ήταν αναγκασμένη να πιεί  με μέτρο το νερό, αλλά οι άφρονες που δεν κατάφερναν να συγκρατηθούν και έπιναν περισσότερο από ό,τι έπρεπε, λησμονούσαν τα πάντα. Αφού κοιμήθηκαν, και ήρθαν τα μεσάνυχτα, ακούσθηκε δυνατή βροντή  και έγινε σεισμός, και ξαφνικά εκσφενδονίσθηκαν άλλος από εδώ άλλος από εκεί, σαν διάττοντες αστέρες, όπου έμελλε να αρχίσει η νέα τους γένεση. Τον ΄Ηρα μόνο δεν τον άφησαν να πιει νερό από τον Αμέλητα ποταμό.
Το πώς ξαναγύρισε στο σώμα του δεν το ήξερε. Ξαφνικά, ανοίγοντας τα μάτια του, απλώς ήταν πρωί και είδε τον εαυτό του ξαπλωμένο πάνω στην πυρά.
Της ψυχής της προσφέρονται όλες οι ευκαιρίες των επιλογών της για την επόμενη ενσάρκωσή της. Οι ψυχές που έχουν προηγούμενη εμπειρία και αυτές που έχουν αποκτήσει Φιλοσοφική Παιδεία επιλέγουν προσεκτικά. Σε αντίθεση οι αγνές ψυχές του ουρανού, όντας ακατέργαστες, κατέβαιναν χωρίς ανάμνηση για ενσάρκωση και βάπτιση με τη ζωή, με τον μεγαλύτερο κίνδυνο να κάνουν μια λαθεμένη επιλογή.
Ο προφήτης τους λέει: «Δεν θα σας εκλέξει ο δαίμονάς σας, αλλά εσείς θα τον εκλέξετε». Είναι αυτός ο δαίμονας-προστάτης  που βρίσκεται με τον  άνθρωπο μαζί από τη γέννηση ως τον θάνατό του, είναι το θεϊκό στοιχείο της ψυχής (όπως το δαιμόνιο του Σωκράτη). Είναι ο «φύλακας άγγελος» της χριστιανικής αντίληψης.
Η Αρετή είναι ελεύθερη, συνεχίζει, δεν μπορεί να μπει στην κλήρωση. Την κατακτά όποιος είναι άξιος γι’ αυτήν. «Αιτία ελομένου• θεός αναίτιος», γράφει κατά λέξη ο Πλάτωνας, δηλαδή αυτός που διαλέγει έχει την ευθύνη, ο θεός δεν έχει καμία συμμετοχή.  Στο τέλος οι ψυχές θα περάσουν την τελευταία δοκιμασία πηγαίνοντας στο πεδίο της Λήθης, όπου θα σβήσουν οι αναμνήσεις της ψυχής, αλλά πρέπει να πιουν νερό από τον Αμέλητα ποταμό με μέτρο ώστε οι εκπαιδευμένες στη φιλοσοφία να μη λησμονήσουν τα πάντα.
Συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ψυχή διανύονταςτροχούς γεννήσεων κατά τον Πλάτωνα κατατάσσεται σε επίπεδα, ερχόμενη  από το Σύμπαν και επιστρέφοντας εξαγνισμένη και τελειοποιημένη  σε αυτό. Ο μύθος αυτός, μαζί με  τους άλλους του Πλάτωνα, που όλοι εμπλέκονται και έχουν συνοχή, υποκρύπτει  ένα μεγάλο φιλοσοφικό σύστημα αξιών, δίνοντας ένα διαφορετικό νόημα ζωής, αλλάζοντας το νοητικό πεδίο, με γνώμονα διάκρισης την Παιδεία και πάντα την απόκτηση της Αρετής  με βάση τη  δικαιοσύνη, και απώτερο σκοπό την αφύπνιση της ψυχής και τον φωτισμό της.
Ιδανικά κείμενα που προσφέρουν το ερέθισμα για έναν εσωτερικό και βαθύ διαλογισμό.

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ο Αριστείδης Κοϊντιλιανός, στο έργο του Περί Μουσικής, μας παραθέτει μία περιγραφή της καθόδου της Ψυχής, λέγοντάς μας ότι είναι αρχαία και μάς παραδόθηκε από άνδρες που εξυμνήθηκαν για την σοφία τους.
«Η Ψυχή, καθ’ όσον ευρίσκεται στο καθαρώτερον μέρος του Παντός και δεν είναι μεμιγμένη με σώματα, είναι αγνή (ακίβδηλος) και άχραντος, και περιφέρεται μαζί με τον Ηγεμόνα τού Παντός. Αλλά, όταν λόγω της κλίσεώς της προς τα κατώτερα λαμβάνει κάποιες φαντασίες από τους τόπους περί την γην, τότε βαθμιαίως αποκτά λήθη τών εκεί καλών και ταυτοχρόνως εκπίπτει. Όσο περισσότερον χωρίζεται από τις ανώτερες φύσεις, τόσο περισσότερον πλησιάζει τις κατώτερες γεμίζοντας με άγνοια και τρεπομένη στο σωματικόν σκότος∙ επειδή, λόγω της ελλατώσεως της προηγουμένης αξίας της δεν μπορεί να εκτείνεται πλεόν νοητώς μαζί με το Παν∙ αλλά, εξ’ αιτίας της λήθης τών εκεί καλών και της εκπλήξεως, κατέρχεται εις στερεότερες γήϊνες φύσεις και δεσμεύεται από την ύλη.
Όθεν, όταν η επιθυμία για το σώμα ξεκινά, λαμβάνει και έλκει από καθένα εκ των ανωτέρων τόπων κάποιες μερίδες σωματικής μίξεως. Καθώς, όμως, κινείται μέσω των αιθερίων κύκλων λαμβάνει ό,τι δήποτε το φωτεινόν (αυγοειδές) και κατάλληλον να θερμαίνει και να συνέχει φυσικώς το σώμα, διαπλέκοντας τον εαυτόν της, μέσω μίας ατάκτου φοράς, σε κάποιους δεσμούς εξ’ αυτών των κύκλων και των αμοιβαίων κινήσεων των γραμμών τους, κατά τον τρόπον του δικτύου. Αλλά όταν αυτή φέρεται στους τόπους περί την Σελήνην, οι οποίοι έχουν επικοινωνία με αέρα και με αντίκτυπο πνεύμα, καθώς παράγει έναν βίαιον θόρυβον λόγω τής φυσικής της κινήσεως, γεμίζει από ένα υποκείμενο πνεύμα∙ και εκτείνοντας τις επιφάνειες και τις γραμμές των κύκλων, και απ’ την μία ελκομένη από τους όγκους του πνεύματος, και απ’ την άλλη συμφώνως προς την φύσιν αγωνιζομένη για τις επέκεινα ουσίες, χάνει το σφαιροειδές σχήμα της και λαμβάνει το ανθρώπινον. Επομένως, μεταβάλλει τις επιφάνειες, που έχουν λάβει υπόστασιν συμφώνως προς την φωτεινήν (αυγοειδήν) και αιθέριαν ύλην, σε υμενοειδήν μορφήν. Αλλά τις γραμμές που πλησιάζουν την εμπύριον κατάστασιν και έχουν χρωματισθή με την ξανθότητα του πυρός, τις μετατρέπει στην μορφήν των νεύρων, και κατόπιν προσλαμβάνει ένα υγρόν πνεύμα απ’ αυτές τις κατώτερες περιοχές. Άρα, κατά πρώτον, αυτό γίνεται ένα κάποιο φυσικό σώμα στην ψυχήν, έχοντας συγκροτηθή από κάποιες υμενοειδείς επιφάνειες, νευροειδείς γραμμές και πνεύμα. Αυτό, το ονόμασαν ρίζα του σώματος και αρμονία∙ και λένε ότι μέσω αυτού το (εξωτερικόν) οστρεώδες όργανόν (σώμα) μας τρέφεται και συνέχεται»
—(Βλ., Αριστείδης Κοϊντιλιανός «Περί Μουσικής» 2.17.18 – 2.17.58)–
Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων) https://odysseus69.wordpress.com
______________________________
Ο Αριστείδης ο Κοϊντιλιανός ήταν Αρχαίος Έλληνας μουσικός και συγγραφέας που έζησε τον +3ο αιώνα. Συνέγραψε το σύγγραμμα Περί Μουσικής σε τρία βιβλία που σώθηκαν. Στο πρώτο βιβλίο, ο Αριστείδης ο Κοϊντιλιανός πραγματεύεται την «αρμονική» και τη «ρυθμική». Το Β΄ και το Γ΄ βιβλίο ωστόσο είναι περισσότερο φιλοσοφικού και αισθητικού περιεχομένου: Μιλούν για την επίδραση της μουσικής και των ρυθμών στα ήθη των ανθρώπων, για την αναγωγή των ρυθμών σε αριθμητικές σχέσεις, ακόμα και για τη δύναμη των αριθμών στο Σύμπαν, σύμφωνα με τις θεωρίες των Πυθαγορείων. https://el.wikipedia.org

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΑΤΙΑ

«Στην Υπατία, που στην λάμψη σου,
στα λόγια σου κλίνω γόνυ και υψώνω το βλέμμα μου
προς τον έναστρο ουρανό του πνεύματός σου.
Γιατί προς τον ουρανό τοξεύει η πράξη σου,
προς τον ουρανό οδηγεί των λόγων σου η ομορφιά,
θεϊκή Υπατία.
Ω συ των πνευματικών επιστημών υπέρλαμπρο αστέρι».
Παλλαδάς - Ύμνος εις την Υπατία

ΑΓΓΕΛΟΙ, ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΙΕΡΕΙΣ: ΚΑΘΑΡΣΕΙΣ ΨΥΧΩΝ.

«Όπως στο σύμπαν τις ψυχές τις αποκαθαίρουν και οι Άγγελοι, αποκόβοντας τις εκ της γενέσεως κηλίδες και υψώνοντάς τες προς τους Θεούς, έτσι αποκαθαίρουν και κάποιοι δαίμονες κοντινοί προς την ύλη, βασανίζοντας τις ψυχές που έχουν το βλέμμα στραμμένο στην ύλη “ρίχνοντάς τες πάνω στους ασπαλάθους” (όπως παραδίδεται στην “Πολιτεία, 615.c” ότι κάνουν στην περίπτωση του Αριδαίου). Έτσι και οι Ιερείς κατά τον τρόπο των Αγγέλων βγάζουν από μπροστά μας οτιδήποτε μας εμποδίζει να αντιληφθούμε τα ανώτερα όντα».
—- Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 121. 1 – 18». —-
Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων) https://odysseus69.wordpress.com/

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΦΘΕΙΡΕΤΑΙ ΠΟΤΕ, ΜΟΝΟ ΤΗ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΟΡΑΤΟ - ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ Ο ΤΥΑΝΕΥΣ

Ο Απολλώνιος ο Τυανεύς στην επιστολή του προς τον  αυτοκράτορα Βαλέριο, η οποία έχει διασωθεί, μιλώντας περί ζωής και θανάτου, δείχνει καθαρά και με απόλυτο τρόπο, ότι ήταν γνώστης όσων σήμερα η επιστήμη πρεσβεύει περί μη αντικειμενικότητας της πραγματικότητας και ότι αυτή στην ουσία είναι "κατασκεύασμα" του εγκεφάλου μας, όπως και διάφορα άλλα, που αποτελούν σημερινές κατακτήσεις της επιστήμης και εξάγονται μέσα από πολύ σύγχρονες θεωρίες όπως της "σχετικότητας" και του "χάους".
Ο Απολλώνιος o Τυανέας στον αυτοκράτορα Βαλέριο
Μία επιστολή που έστειλε ο Απολλώνιος o Τυανέας στον αυτοκράτορα Βαλέριο, όταν ο δεύτερος έχασε τον γιό του. 
    «Θάνατος δεν υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά, ούτε γέννηση υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά. 'Όταν η ουσία μετατρέπεται σε φύση, αυτό θεωρείται γέννηση, κι όταν η φύση μετατρέπεται σε ουσία, ανάλογα, αυτό είναι θάνατος. Στην πραγματικότητα τίποτε δεν γεννιέται και τίποτα δεν φθείρεται ποτέ, μόνο τη μια στιγμή φαίνεται και μετά γίνεται αόρατο. Φαίνεται εξαιτίας της πυκνότητας της ύλης και γίνεται αόρατο εξαιτίας της αραιότητας της ουσίας, που είναι πάντα η ίδια και απλώς αλλάζει κίνηση και κατάσταση. Αυτό είναι αναγκαστικά το ίδιον της μεταβολής, που δεν οφείλεται σε εξωτερικούς παράγοντες, αλλά το σύνολο μεταβάλλεται σε μέρη και τα μέρη μετατρέπονται σε σύνολο χάριν της ενότητας του σύμπαντος. Αν ρωτήσει κάποιος τι είναι αυτό που άλλοτε είναι ορατό, άλλοτε αόρατο και υπάρχει άλλοτε με την ίδια μορφή και άλλοτε με την άλλη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το χαρακτηριστικό των διαφόρων γενών του κόσμου να είναι ορατά όταν είναι πλήρη, εξαιτίας της πρόσπτωσης της πυκνότητάς τους στις αισθήσεις μας, και να είναι αόρατα, όταν είναι άδεια εξαιτίας της αραιότητας της ύλης, η οποία με βίαιο τρόπο χύνεται γύρω και ρέει έξω από το αιώνιο μέτρο που την περιβάλλει και που είναι αγέννητο και άφθαρτο.
     Γιατί λοιπόν επικρατεί τέτοια ανεξέλεγκτη πλάνη; Επειδή μερικοί νομίζουν πως ό,τι τους συμβαίνει αυτοί το προκαλούν και δεν ξέρουν πως όποιος γεννιέται έρχεται στον κόσμο μέσω των γονιών του και όχι από τους γονείς του, όπως τα φυτά φυτρώνουν μέσω της γης και όχι από τη γη. Κανένα από τα φαινομενικά παθήματα δεν αναφέρεται σε μεμονωμένο αντικείμενο, αλλά μάλλον τα παθήματα του μεμονωμένου αντικειμένου αναφέρονται σε ένα και μόνο φαινόμενο.
      Με ποιο άλλο τρόπο θα μπορούσε να το ονομάσει κανείς σωστά εκτός από το να το ονομάσει πρωταρχική ουσία του, γιατί αυτή είναι η μόνη που και ενεργεί και πάσχει και γίνεται τα πάντα για όλα και μέσα από όλα, ο αιώνιος θεός, και χάνει τον χαρακτήρα της μέσω ονομάτων και προσώπων και κακοποιείται. Αυτό είναι το λιγότερο. Το πιο σημαντικό είναι ότι κλαίμε κάποιον όταν από άνθρωπος γίνεται θεός αλλάζοντας τόπο και όχι φύση. Αφού αυτή είναι η αλήθεια δεν πρέπει να πενθείς για τον θάνατο, αλλά να τον τιμάς και να τον σέβεσαι. Η καλύτερη και πιο ταιριαστή τιμή είναι να αφήνεις στον θεό όποιον πήγε σ' αυτόν και ν' ασχολείσαι όπως και προηγουμένως με τους ανθρώπους που σου έχουν εμπιστευτεί να κυβερνάς. Είναι ντροπή, αν γίνεσαι καλύτερος με την πάροδο του χρόνου και όχι με τη σκέψη σου, αφού ο χρόνος διώχνει τη λύπη και από τους κακούς. Η σωστή άσκηση της εξουσίας είναι το σπουδαιότερο, και ο καλύτερος άρχοντας των πιο σπουδαίων πραγμάτων είναι αυτός που κυβερνά πρώτα πρώτα τον εαυτό του.
      Δεν είναι ανόσιο να προσεύχεσαι για την αποφυγή αυτού που συμβαίνει εξαιτίας της θείας βούλησης; Αν υπάρχει κάποια τάξη πραγμάτων - που πράγματι υπάρχει - και την επιβλέπει ο θεός, ο δίκαιος δεν θα αρνηθεί τα αγαθά, γιατί κάτι τέτοιο είναι δείγμα πλεονεξίας και θα ανέτρεπε την τάξη, αλλά θα σκεφτεί πως ό,τι γίνεται είναι για καλό. Προχώρα λοιπόν και κάνε το καλό, μοίρασε δικαιοσύνη, παρηγόρησε τους δυστυχισμένους. 'Έτσι θα διώξεις τα δάκρυα. Μη βάζεις πιο ψηλά το προσωπικό από το κοινό καλό, αλλά το κοινό από το προσωπικό. 'Έτσι θα παρηγορηθείς. Πένθησες τον γιό σου μαζί με όλο το λαό. Αντάμειψε αυτούς που μοιράστηκαν τη θλίψη σου, και θα τους ανταμείψεις γρηγορότερα αν πάψεις να πενθείς παρά αν κλειστείς στο σπίτι σου. Δεν έχεις φίλους; ΄Εχεις γιό. Αυτόν που έχει πεθάνει; Ναι, αυτόν, θα σου έλεγε ο κάθε λογικός. 'Ο,τι υπάρχει δεν χάνεται, γιατί θα υπάρχει για πάντα. Αυτό που δεν υπάρχει, γίνεται. Πώς θα γινόταν, αν δεν χανόταν το υπάρχον; Μπορεί κάποιος άλλος να πει πως είσαι ασεβής και άδικος, ασεβής προς τον θεό και άδικος προς τον γιό σου, ή μάλλον ασεβής προς τον γιό σου όσο και προς τον θεό.
      Θέλεις να μάθεις τι είναι ο θάνατος; Στείλε και σκότωσέ με μετά απ' αυτά τα λόγια, που, αν δεν με περιβάλλεις πάλι με σάρκα, αμέσως με έχεις κάνει ανώτερο από τον εαυτό σου.»
 Απολλώνιος o Τυανέας
------------------------------------------------------------
«Ότι παλαιός ο λόγος, Ορφικός τε γαρ και Πυθαγόρειος, ο πάλιν άγων τας ψυχάς εις το σώμα και πάλιν από του σώματος ανάγων και τούτο κύκλω πολλάκις».
(Ορφικόν Απόσπασμα 29)
Πλούταρχος, «Προς Κολώτην» 1111f: «Άλλο πάλι θα σου πω: απ’ όλα τα θνητά κανένα δεν γεννιέται (σ.σ. δεν έχει φυσική αρχή) ούτε τελειώνει με τον επάρατο θάνατο. Υπάρχει μόνον ανάμειξη και ανταλλαγή των αναμεμειγμένων, και γέννηση είναι το όνομα που έδωσαν σε αυτό οι άνθρωποι.»
Πλούταρχος, «Προς Κολώτην» 1113c: «Ανόητοι· γιατί οι σκέψεις τους μακριά δεν φτάνουν, αφού νομίζουν, ότι γεννιέται κάτι που πριν δεν υπήρχε και πως κάτι που πεθαίνει ολότελα αφανίζεται.»
Η αέναος κυκλική εναλλαγή ζωής / θανάτου των επανενσαρκώσεων της ψυχής είναι «ο παλαιός λόγος» των Ορφικών, τον οποίον ενεστερνίσθησαν οι Πυθαγόρειοι και διεξοδικώς ανέλυσεν ο Πλάτων εις τους Διαλόγους του «Μένων», «Φαίδρος», «Φαίδων», «Πολιτεία» κ.ά.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου