Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

H «Ατομικότητα» είναι μια από τις κλασικές διαλέξεις τού  αμερικανού αγνωστικιστή ρήτορα Robert Green Ingersoll (1833-1899). Στό απόσπασμα από τη διάλεξη αυτή, που ακολουθεί, o Ingersoll υμνεί την ελεύθερη σκέψη, που αναζητά την αλήθεια, αδιαφορώντας για την Εξουσία και θέτοντας υπεράνω όλων την προσωπική πληρότητα. «Η αξία τής μονάδας είναι αδιαμφισβήτητη», έλεγε o Ingersoll, «το Σύμπαν δεν θα ήταν πλήρες χωρίς εσένα».
Σε κάθε μας βήμα συναντάμε τούς εχθρούς τής ατομικότητας και τής πνευματικής ελευθερίας. Η παράδοση μάς ακολουθεί από τη γέννηση μέχρι το θάνατο. Οι πρώτες μας ερωτήσεις προσκρούουν στην άγνοια και οι τελευταίες στις προκαταλήψεις. Χιλιάδες χέρια μάς σπρώχνουν στην πεπατημένη και η εκπαίδευσή μας συνοψίζεται σε μία λέξη: καταπίεση.
 Όταν θέλουμε κάτι, θεωρείται αυτονόητο, ότι δεν πρέπει να το έχουμε, και όταν θέλουμε να κάνουμε κάτι, θεωρείται αυτονόητο, ότι δεν πρέπει να το κάνουμε. Σε κάθε περίπτωση έχουμε να αντιμετωπίσουμε κάποιο χερουβείμ ή κάποια σπάθη, που εμποδίζουν την είσοδο στην Εδέμ τής επιθυμίας μας. Μάς επιτρέπεται να ερευνήσουμε οποιοδήποτε θέμα που δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μάς και να εκφράσουμε τη γνώμη τής πλειοψηφίας με απόλυτη ελευθερία. Μάς έχουν γαλουχήσει, ότι η ελευθερία τού λόγου δεν θα πρέπει να προσκρούει στις δοξασίες τού λαού. Η κοινωνία προσφέρει συνεχείς επιβραβεύσεις για την προδοσία τού εαυτού μας.
Η Εκκλησία αντίθετη σε Επιστήμη και Φιλοσοφία
Ας υποθέσουμε, ότι οι αστρονόμοι έλεγχαν την επιστήμη τής Αστρονομίας, οι γιατροί την επιστήμη τής Ιατρικής, ότι οι βασιλείς μπορούσαν να ορίσουν, όπως εκείνοι ήθελαν, την μορφή διακυβέρνησης, ότι οι γονείς μας είχαν ακολουθήσει την συμβουλή τού Παύλου, που είπε, «να υποτάσσεσθε στην Εξουσία, γιατί την έχει ορίσει ο θεός», ότι η Εκκλησία μπορούσε να ελέγξει τον κόσμο σήμερα. Θα γυρίζαμε πίσω στο χάος και το σκοτάδι. Η Φιλοσοφία θα χαρακτηριζόταν επονείδιστη, η Επιστήμη θα απαγορευόταν και η ελευθερία θα έδινε μάχη με τη μισαλλοδοξία.
 Είναι ευλογία, το ότι σε κάθε εποχή υπήρχαν άτομα, προσωπικότητες με το απαιτούμενο θάρρος, για να υπερασπισθούν τις δικές τους πεποιθήσεις, το μεγαλείο, για να πουν το δικό τους λόγο. Νομίζω, ότι είναι ο Μαγγελάνος εκείνος, ο οποίος είπε: «Η Εκκλησία ισχυρίζεται, ότι η Γη είναι επίπεδη· εγώ όμως, έχω δει τη σκιά της στο φεγγάρι και εμπιστεύομαι περισσότερο μια σκιά από την Εκκλησία.» 
Η εκπαίδευση, που λαμβάνει κάποιος στα παιδικά του χρόνια, επιδρά καταλυτικά στην πορεία του, στη ροπή του προς τις προκαταλήψεις και τη δεισιδαιμονία. Πρώτα μαθαίνουμε στα παιδιά, ότι υπάρχει ένα βιβλίο, που διδάσκει την απόλυτη Αλήθεια, ότι γράφτηκε από τον ίδιο το θεό, έπειτα τούς λέμε, ότι το να αμφισβητήσουμε την αλήθεια του είναι αμαρτία, το να την αρνηθούμε είναι έγκλημα κι ότι, αν φθάσουμε στο θάνατο χωρίς να το πιστεύουμε, θα είμαστε για πάντα καταραμένοι και χωρίς έλεος από τον Κλήρο. Όταν τα παιδιά διαβάζουν τη Βίβλο, δεν έχουν την πνευματική ωριμότητα, για να ελέγξουν την εγκυρότητα των όσων διαβάζουν. Την δέχονται ως θέσφατο.
 Μεγάλο πρόβλημα συνιστά η ανεντιμότητα των δασκάλων. Διδάσκουν ως βεβαιότητες, ως τεκμηριωμένες αλήθειες, πράγματα, για τα οποία αυτοί οι ίδιοι έχουν αμφιβολίες. Δεν λένε, «νομίζουμε, ότι είναι έτσι», αλλά, «ξέρουμε, ότι είναι έτσι». Δεν απευθύνονται στο έλλογο τού μαθητή, αλλά απαιτούν την πίστη του. Κρατούν όλες τις αμφιβολίες για τον εαυτό τους. Δεν εξηγούν, επιβάλλουν. Όλα αυτά είναι αθλιότητες. Έτσι μπορείς να φτιάξεις χριστιανούς, αλλά δεν μπορείς να φτιάξεις άνδρες, δεν μπορείς να φτιάξεις γυναίκες. Μπορείς να αποκτήσεις οπαδούς αλλά όχι ηγέτες. Υπόσχεσαι δύναμη, τιμή και ευτυχία σε όσους σε ακολουθήσουν τυφλά, αλλά δεν μπορείς να κρατήσεις την υπόσχεση σου...
  Από καιρού εις καιρόν κάποιος ερευνά, καταφέρνει να παραμείνει άνθρωπος και έχει το θάρρος να ενστερνισθεί το Λόγο. Τότε μαζεύονται οι ευσεβείς και επαναλαμβάνουν «σοφές συμβουλές», νουθεσίες και προφητείες.
Η Εκκλησία μισεί τούς στοχαστές, με τον ίδιο τρόπο, που ο κλέφτης μισεί τον αστυνόμο ή το μάρτυρα κατηγορίας. Οι τύραννοι αγαπούν τούς ακόλουθους, τούς κόλακες, τούς απατεώνες, και η προκατάληψη θέλει πιστούς, οπαδούς, ζηλωτές, «μέλη». Η Εκκλησία ζήτα από τούς πιστούς λατρεία, εκείνο δηλαδή, που κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να δίνει ούτε σε άνθρωπο ούτε σε θεό. Η λατρεία σημαίνει δέος, τρόμο, απροσδιόριστο φόβο και τυφλή ελπίδα. Μέσα σ΄ αυτό το πνεύμα ένας κυριαρχεί και  πολλοί υποτάσσονται. Έτσι κτίζονται παλάτια για επίδοξους ληστές, ανεγείρονται μνημεία για εγκλήματα και κατασκευάζονται χειροπέδες για τα δικά μας χέρια. Το πνεύμα τής λατρείας είναι το πνεύμα τής τυραννίας. Εκείνος που λατρεύει, πάντα στενοχωριέται,  που δεν τον λατρεύουν.
 Ο διανοούμενος «δεν έχει γόνατα», όποια κι αν είναι η στάση τού σώματος, είναι πάντα ορθός. Όποιος λατρεύει, παραιτείται. Όποιος πιστεύει στην ισχύ τής Εξουσίας, καταργεί την ατομικότητά του και αφαιρεί από τον εαυτό του ο,τιδήποτε τον ξεχωρίζει από το κτήνος.
Όταν κάτι μπορεί να αποδειχθεί, δεν είναι ανάγκη να κάνουμε χρήση βίας· όταν κάτι δεν μπορεί να αποδειχθεί, η χρήση βίας είναι επονείδιστη. Μπροστά στο άγνωστο όλοι έχουμε το δικαίωμα τής σκέψης.
Robert Green Ingersoll

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου