Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

[Σήμερα η ομορφιά, η ποίηση και ο ερωτισμός απουσιάζουν  από την καθημερινότητα των Ελλήνων. Κάποιοι φρόντισαν πολύ καλά για αυτό και τα κατάφεραν. Όμως κάποιοι «αδιόρθωτοι» κάνουν βουτιές ελεύθερης κατάδυσης στα βάθη της Ελληνίδος Ψυχής χωρίς σωσίβιο και χωρίς αναπνευστήρα, για να κρατηθούν εκεί βαθειά. Διότι αυτή η Ψυχή, η Ελληνίδα, η προικισμένη από τους Ολυμπίους πατέρες μας, μας δίνει αναζωογονητικές ανάσες, και όσο πιο βαθειά της μπεις τόσο περισσότερο θα ωφεληθείς, θα θυμηθείς, θα νοιώσεις, θα μάθεις και θα δυναμώσεις. Και όπως έχουμε ξανά πει, στα πολύ δύσκολα οι Έλληνες κρατιούνται από την Ψυχή τους. Σείριος]
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΑΚΡΕΟΝΤΟΣ
1. Ανακρέων, 22
εγώ δ’ έσοπτρον είην,
όπως αεί βλέπης με.
εγώ χιτών γενοίμην,
όπως αεί φορής με.
ύδωρ θέλω γενέσθαι,
όπως σε χρώτα λούσω.
μύρον, γύναι, γενοίμην,
όπως εγώ σ’ αλείψω.
και ταινίη δέ μασθώ
καί μάργαρον τραχήλω
και σάνδαλον γενοίμην.
μόνον ποσίν πάτει με.
Καθρέφτης σου να ήμουνα, εμένα να κοιτούσες
χιτώνας να γινόμουνα, πάντα να με φορούσες.
Νεράκι για να έτρεχα, το δέρμα σου να πλύνω
και μύρο, για να μ’ αλειφτείς, θα μπόραγα να γίνω.
Στηθόδεσμος στο στήθος σου, στολίδι στο κεφάλι,
τα πόδια σου να με πατούν, ας ήμουν και σανδάλι.
2. Ανακρέων, 36
Έρως ποτ’ εν ρόδοισι
κοιμωμένην μέλιτταν
ουκ είδεν, αλλ’ ετρώθη.
τόν δάκτυλον παταχθείς
τάς χειρός ωλόλυξε,
δραμών δέ καί πετασθείς
πρός τήν καλήν Κυθήρην
«όλωλα, μήτερ», είπεν,
«όλωλα καποθνήσκω.
όφις μ’ έτυψε μικρός
πτερωτός, όν καλούσιν
μέλιτταν οι γεωργοί.»
ά δ’ είπεν. « ει τό κέντρον
πονείς τό τάς μελίττας,
πόσον δοκείς πονούσιν,
Έρως, όσους σύ βάλλεις;»
Ο Έρωτας που κάποτε στα ρόδα είχε πάει
μια μέλισσα δεν πρόσεξε κι εκείνη τον τσιμπάει.
Το δάχτυλό του πόνεσε, οδύρεται και κλαίει
στη μάνα του Κυθέρεια πετάει και της λέει:
«Μάνα μου ,πάει…, χάνομαι, με τσίμπησε ,μανούλα
φίδι μικρό και φτερωτό -το λένε μελισσούλα.»
Κι εκείνη του ‘πε: «αν το κεντρί της μέλισσας πονάει,
το βέλος σου πόσο πονεί, αυτόν που αγαπάει;…»
ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ
ασπίδι μέν Σαΐων τις αγάλλεται,ήν παρά θάμνω,
έντος αμώμητον, κάλλιπον ουκ εθέλων.
αυτόν δ’ εξεσάωσα. τί μοι μέλει ασπίς εκείνη;
ερρέτω. εξαύτις κτήσομαι ου κακίω.
Ο Σάιος θ’ αγάλλεται που ‘βρε κοντά σε θάμνο
την όμορφη ασπίδα μου, που κι αν δε θέλω χάνω.
Μα αν τη ζωή μου έσωσα, η ασπίδα τι με νοιάζει;…
Μιαν άλλη, όχι κατώτερη, θα βρω- δε με πειράζει.
ΣΑΠΦΩ
Δέδυκε μεν α Σελάνα και Πληιάδες,
μέσαι δε νύκτες, παρά δ’ έρχεται ώρα,
εγώ δε μόνα καθεύδω.
Η σελήνη έχει δύσει και η Πούλια έχει λειώσει-
τα μεσάνυχτα με βρίσκουν μόνη εγώ να ‘χω ξαπλώσει.
ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ, Ζ 146-149
«οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δέ καί ανδρών.
φύλλα τά μεν τ’ άνεμος χαμάδις χέει, άλλα δε
θ’ ύλη τηλεθόωσα φύει, έαρος δ’ επιγίγνεται ώρη.
ως ανδρών γενεή η μέν φύει η δ’ απολήγει.»
Θνητές γενιές, σκορπάτε σαν τα φύλλα-
βάζει στη θέση σας άλλα η φύση,
ώσπου κι αυτά μια μέρα θα σκορπίσει
φύσημα ανέμου σαν ανατριχίλα.
(Έμμετρη απόδοση: Ι.Ν.Κυριαζή)

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΥΠΕΡΟΧΟ !!!
A.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου