Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Ο ΠΗΓΑΣΟΣ

Πέρα σε μια κακοτοπιά της Ρούμελης, εκεί κατά το φουμιστό της κυρα-Ρήνης κάστρο,
το καλοκαίρι μιαν αυγή τ’ άλογο ασάλευτο γερμένο προς τη γη λαμπύριζε σαν άστρο·
και τα φτερά του το καθένα σα σπαθί, και το βαθύ γαλάζιο τους τα ’δειχνε σάμπως μαύρα,
κι ο ανασασμός του λάβρα.
Και γνώρισα τον Πήγασο· κι έκραξα: —Εσύ εδώ;
Και μ’ αποκρίθηκε·«—Προσμένω από του Μπάιρον τον καιρό. Τον έχασα τον καβαλάρη, χρόνια θα διάβηκαν και χρόνια, τον ήβρε ο Χάροντας, παλέψανε στα μαρμαρένια αλώνια.
Χάθηκε ο καβαλάρης, πάει· στον τάρταρο; στα ηλύσια; δε γνωρίζω πού· στέκω σα να ’χασα τη στράτα, στέκω σα χήρα, στέκω δίχως νιάτα, σαν το κορμί φωτοκαμένου είμαι δέντρου.
Μιλούσαμε μαζί καθώς μιλάτ’ αδέρφι τ’ αδερφού· τέτοια δε θα ’χε συντυχιά τ’ άλογο ο Ξάνθος με τον Αχιλλέα.
Σύρθηκα εδώ πεντάρφανος από τα ρήχια τ’ άχαρα κι από το Μισολόγγι, και παραδέρνω μοναχός και παραστρατισμένος·
τα όρνια, τα πλάγια, και οι σπηλιές και οι ποταμοί και οι λόγγοι, σα μ’ αγναντέψουνε, ξαφνιάζονται.
Είμαι ξένος. Ένας ύπνος βαρύς με μολυβώνει, ο καβαλάρης μού έδειχνε το δρόμο ο χρυσοχέρης, ζηλεύω και τ’ ανάλαφρο του Μάρτη χελιδόνι… Ποιός είσ’ Εσύ και πού με ξέρεις;—»
«—Κι εγώ είμαι καβαλάρης, έλα, στη διαμαντένια σου τη σέλα γνωρίζω πώς να κρατηθώ. Μόνο μ’ εσένα το ταξίδι τ’ αγαπώ. Εγώ είμαι από το γένος το μεγάλο που πρωτανάθρεψε κι εσέ. Γιά πάρε με και φέρε με, υποταχτικέ, ψηλότερα κι από τον άλλο!—»
Κωστής Παλαμάς 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αρχειοθήκη ιστολογίου