Σύμφωνα με την ιστορία που διδάσκεται σήμερα, ο τελευταίος χρησμός που δόθηκε από το Μαντείο των Δελφών, διά στόματος Πυθίας, συνέβη το 362 μ.Χ. και αποδέκτης ήταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο Ιουλιανός (ο «Παραβάτης» κατά την εκκλησία), ο οποίος όταν αποφάσισε να εκστρατεύσει κατά των Περσών έστειλε ανθρώπους να ρωτήσουν το μαντείο των Δελφών αν θα έπρεπε να κάνει αυτή την εκστρατεία.
Ο υποτιθέμενος αυτός χρησμός που σήμερα όλοι γνωρίζουμε, είναι ο εξής: «Εἴπατε τῷ βασιλῆι, χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά, οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβαν, οὐ μάντιδα δάφνην, οὐ παγὰν λαλέουσαν, ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ». Δηλαδή: «Πείτε στον βασιλιά πως έπεσε κατάχαμα το περίτεχνο οίκημα. Ο Φοίβος (Απόλλων) δεν έχει πια κατοικία, ούτε προφητική δάφνη, ούτε πηγή που να μιλάει, στέρεψε και το νερό που κελαηδούσε.»
Η Ψευδεπίγραφη Πηγή και η Ιστορική Αμφισβήτηση
Η ιστορικότητα αυτού του χρησμού αμφισβητείται από την πρώτη ως την τελευταία του λέξη. Είναι ένα χριστιανικό εφεύρημα που επινοήθηκε 700 χρόνια αργότερα, από τον Βυζαντινό χρονογράφο και μοναχό, Γεώργιο Κεδρηνό, ο οποίος έζησε προς το τέλος του 11ου και στις αρχές του 12ου αιώνα μ.Χ. (https://www.pare-dose.net/2672). Έγινε γνωστός (ο χρησμός) μέσα από το βιβλίο του «Σύνοψις ιστοριών, από Κτίσεως Κόσμου και μέχρι της βασιλείας Ισαακίου του Κομνηνού», το οποίο γράφτηκε 700 χρόνια αργότερα από το “γεγονός” που καταμαρτυρεί.
Υπάρχουν νύξεις ότι ο Κεδρηνός αντλεί τις πληροφορίες του από τον ιστορικό Αγαθία. Σε ένα σημείο που μιλάει για το μαντείο και το χρησμό του Ιουλιανού για την περσική εκστρατεία, λέει «Ἰουλιανὸς δὲ μαντείαις καὶ θυσίαις καὶ ἐπῳδαῖς δαιμόνων καὶ ἀπάταις φραξάμενος, ὡς φησὶν Ἀγαθίας, κατὰ Περσῶν ἐστράτευσεν, ὅτε καὶ χρησμὸν ἔλαβεν». Υπάρχουνε δηλαδή υπόνοιες ότι ο Κεδρηνός αντλεί τις πληροφορίες του από τον Αγαθία (ο οποίος παρεμπιπτόντως γράφει δύο αιώνες μετά τον υποτιθέμενο χρησμό).
Ο Κεδρηνός (11ος-12ος αι.) χρησιμοποιεί το όνομα του έγκριτου ιστορικού Αγαθία (6ος αι.) για να προσδώσει κύρος στο κείμενό του και να ενισχύσει μια θεολογική αφήγηση. Στην πραγματικότητα, ο Κεδρηνός αντέγραφε το ανώνυμο χειρόγραφο Codex Parisinus graecus 1712 του 10ου αιώνα. Το χειρόγραφο αυτό απείχε ήδη 600 χρόνια από την εποχή του Ιουλιανού και αναπαρήγαγε εκκλησιαστικούς θρύλους. Όπως ορθά επισημαίνει ο Walter Kaegi, η ιστορική αξία αυτών των πηγών για τα γεγονότα του 4ου αιώνα είναι πρακτικά μηδενική, καθώς πρόκειται για μεταγενέστερη χριστιανική χρονογραφική παράδοση.
Αλλά ο Cameron στο έργο του «Agathias and Cedrenus on Julian» απέδειξε ότι όχι μόνο δεν αντλεί τις πληροφορίες του ο Κεδρηνός απ’ ευθείας από τον Αγαθία, αλλά τις παίρνει από το ανώνυμο χρονικό του «Cod. Par. gr. 1712» το οποίο γράφτηκε τον 10ο αιώνα και έχει περιορισμένη έως μηδαμινή ιστορική αξία για τα γεγονότα που διαδραματίζονται στον 4ο αιώνα (σε αυτό συμφωνεί και ο Kaegi). O Cameron με ενάργεια και σαφήνεια προτείνει επίσης ότι όλοι αυτοί οι χρησμοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά χριστιανικά χαλκεύματα.
Το όνομα της Πυθίας που έδωσε τον εν λόγω “χρησμό” στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. δεν έχει διασωθεί στις ιστορικές πηγές και πως να διασωθεί, αφού επί Ιουλιανού, το Μαντείο των Δελφών, ΔΕΝ χρησμοδοτούσε ενεργά όπως άλλοτε, καθώς είχε περιέλθει σε παρακμή (https://www.ysee.gr). Την εποχή του Ιουλιανού (361–363 μ.Χ.), το Μαντείο είχε ουσιαστικά πάψει να λειτουργεί εδώ και δεκαετίες. Το ιερό βρισκόταν σε κατάσταση ερείπωσης, λεηλατημένο και εγκαταλελειμμένο.
Η απόλυτη σιωπή των πηγών της εποχής
Ο σημαντικότερος ιστορικός της εποχής και υποστηρικτής του Ιουλιανού, ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, περιγράφει αναλυτικά τη ζωή του αυτοκράτορα. Αναφέρει την αποστολή στους Δελφούς, αλλά δεν γράφει λέξη για έναν τέτοιο δραματικό χρησμό.
Πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι ο “χρησμός” αυτός μπορεί να μην ειπώθηκε ποτέ από την ίδια την Πυθία. Θεωρείται πιθανό να αποτελεί χριστιανικό κατασκεύασμα της εποχής, προκειμένου να τονιστεί η οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού έναντι της Ελληνικής Θρησκείας. Η μελέτη του Alan Cameron (1969) αποτελεί σημείο αναφοράς στην ιστορική έρευνα για την αποδόμηση της εγκυρότητας του Κεδρηνού. Η Ιστορική Αλυσίδα της Παραχάραξης φωτίζει το πώς κατασκευαζόταν η «ιστορία» κατά τον Μεσαίωνα. Η χριστιανική γραμματεία χρειαζόταν έναν «θρίαμβο» επί του Ιουλιανού, ο οποίος είχε επιχειρήσει να ανατρέψει τον Χριστιανισμό. Η κατασκευή ενός χρησμού, όπου το ίδιο το “είδωλο” (ο Απόλλων) ομολογεί την ήττα του, ήταν το ιδανικότερο θεολογικό και πολιτικό επιχείρημα.
Για την πρώιμη Εκκλησία, οι θεοί των εθνικών ήταν υπαρκτές οντότητες. Ήταν έκπτωτοι άγγελοι (δαίμονες) που παραπλανούσαν την ανθρωπότητα. Οι χριστιανοί συγγραφείς δεν θεωρούσαν τους χρησμούς απλώς «ψεύτικους» με την έννοια της ανυπαρξίας, αλλά δαιμονικούς. Αλλά αφού οι χρησμοί της Πυθίας για τους χριστιανούς, είναι μια καθαρά "παγανιστική πλάνη", ο "τελευταίος" γιατί δεν είναι;
Η αποδοχή του συγκεκριμένου «τελευταίου χρησμού» ως αληθινού εξυπηρετούσε συγκεκριμένες θεολογικές και πολιτικές σκοπιμότητες. Οι χριστιανοί συγγραφείς όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς ή ο Ευσέβιος, συχνά χρησιμοποιούσαν στοιχεία της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας (π.χ. Πλάτων, Σίβυλλες) υποστηρίζοντας ότι η Αρχαία σοφία είχε κάποιες «εκλάμψεις αλήθειας» που δήθεν προμήνυαν τον Χριστιανισμό. Ο τελευταίος χρησμός εντάχθηκε σε αυτή τη λογική.
Επιμέλεια Σείριος (Χ.Γ.)







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου