Σύμφωνα με τη βυζαντινή αντίληψη του χρόνου (το λεγόμενο Βυζαντινό Ημερολόγιο ή Έτος Κόσμου), η μέτρηση των ετών δεν γινόταν όπως σήμερα (π.Χ. και μ.Χ.), αλλά από την Κτίση του Κόσμου, την οποία οι Βυζαντινοί υπολόγιζαν στο 5508 π.Χ.
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης έγινε στις 29 Μαΐου του 1453. Προσθέτοντας απλώς το 5508 (1453 + 5508 = 6961) η Άλωση της Κωνσταντινούπολης έγινε το βυζαντινό έτος 6961. Επιπλέον, το βυζαντινό έτος δεν ξεκινούσε την 1η Ιανουαρίου, αλλά την 1η Σεπτεμβρίου.
Η εγκατάλειψη αυτού του συστήματος χρονολόγησης δεν έγινε ξαφνικά, αλλά σταδιακά και σε διαφορετικές φάσεις, ανάλογα με το αν αναφερόμαστε στο κράτος, την Εκκλησία ή τα υπόλοιπα ορθόδοξα έθνη. Για το ίδιο το Βυζάντιο, η επίσημη χρήση της αρίθμησης «από κτίσεως κόσμου» σταμάτησε απότομα με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και την κατάλυση της αυτοκρατορίας. Από εκεί και πέρα, δεν υπήρχε πλέον βυζαντινή κρατική μηχανή για να εκδίδει επίσημα έγγραφα με αυτή τη χρονολόγηση.
Η Ρωσία, η οποία είχε κληρονομήσει το βυζαντινό ημερολόγιο μαζί με την Ορθοδοξία, συνέχισε να το χρησιμοποιεί ως επίσημο κρατικό ημερολόγιο για αιώνες μετά την πτώση της Πόλης. Η αλλαγή έγινε από τον Τσάρο Πέτρο τον Μέγα που εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε ότι η 31η Δεκεμβρίου του έτους 7208 (από κτίσεως κόσμου) θα κατελήγε στην 1η Ιανουαρίου του 1700.
Η Εκκλησία κράτησε τη βυζαντινή αρίθμηση για τους περισσότερους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Η σταδιακή αντικατάστασή ξεκίνησε δειλά στα τέλη του 16ου αιώνα από ορισμένους Πατριάρχες (όπως ο Θεοφάνης Α΄ και αργότερα ο Κύριλλος Λούκαρις το 1626). Η οριστική και επίσημη καθιέρωση της σημερινής μας αρίθμησης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έγινε το 1728.
Στο νεότερο Ελληνικό κράτος η μετάβαση των απλών ανθρώπων στην σημερινή χρονολόγηση δεν έγινε βέβαια μέσα από σχολικά βιβλία, αλλά μέσα από την Εκκλησία και το εμπόριο. Οι απλοί άνθρωποι του 1821 γνώριζαν το έτος 1821 επειδή η αλλαγή είχε εμπεδωθεί στη λαϊκή συνείδηση σταδιακά κατά τη διάρκεια των προηγούμενων 200 ετών, δηλαδή από τον 17ο και κυρίως τον 18ο αιώνα.
Πώς ακριβώς έφτασε στα αυτιά του απλού κόσμου; Στην Τουρκοκρατία, το μόνο μέρος όπου μαζευόταν όλο το χωριό κάθε εβδομάδα ήταν η εκκλησία. Ο παπάς του χωριού, ακόμα κι αν ήταν ημιμαθής, διάβαζε τα επίσημα έγγραφα του Πατριαρχείου, ή τις εγκυκλίους. Όπως είδαμε, η Εκκλησία άρχισε να χρησιμοποιεί τη χρονολόγηση «από Χριστού» στα έγγραφά της ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα, και την καθιέρωσε απόλυτα το 1728. Όταν λοιπόν ο παπάς διάβαζε μια επιστολή του Δεσπότη που έλεγε «Εγράφη εν έτει Σωτηρίω 1780», ο απλός λαός άκουγε αυτό το νούμερο ξανά και ξανά.
Οι απλοί άνθρωποι δεν είχαν βιβλία ιστορίας, αλλά έβλεπαν την ιστορία σκαλισμένη στους τοίχους. Όταν χτιζόταν μια εκκλησία, ένα γεφύρι ή μια βρύση, οι μάστορες σκάλιζαν στην πέτρα τη χρονολογία. Από τις αρχές του 17ου αιώνα, οι κτήτορες σταμάτησαν να γράφουν τα βυζαντινά έτη (π.χ. 7100) και έγραφαν: 1620, 1745, 1790. Το ίδιο συνέβαινε και με τις φορητές εικόνες. Ο πιστός που πήγαινε να φιλήσει την εικόνα του Αγίου Γεωργίου έβλεπε στο κάτω μέρος το όνομα του αγιογράφου και το έτος. «Δέησις του δούλου του Θεού... 1763». Με αυτόν τον οπτικό τρόπο, οι αριθμοί αυτοί έγιναν οικείοι.
Ο 18ος αιώνας ήταν ο αιώνας που οι Έλληνες πήραν στα χέρια τους το εμπόριο της Μεσογείου και των Βαλκανίων (ειδικά μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή το 1774). Χιλιάδες απλοί άνθρωποι έγιναν ναυτικοί, αγωγιάτες, τεχνίτες, έμποροι ή μετανάστες στη Βιέννη, την Οδησσό και την Τεργέστη. Όλες οι συναλλαγές, τα κατάστιχα (λογιστικά βιβλία), οι ομολογίες (χρεωστικά γραμμάτια) και τα συμβόλαια που υπέγραφαν ακόμα και οι απλοί άνθρωποι στα χωριά τους με τους εμπόρους, έπρεπε να αναγράφουν το ευρωπαϊκό έτος για να είναι έγκυρα.
Τις δεκαετίες πριν το 1821, στα πανηγύρια και στα παζάρια κυκλοφορούσαν φτηνά, λαϊκά έντυπα. Ήταν τα λεγόμενα «Καλεντάρια» ή «Μηνολόγια». Αυτά τα μικρά βιβλιαράκια, που τα αγόραζαν ακόμα και οι αγράμματοι για να τους τα διαβάζουν οι ελάχιστοι που ήξεραν γράμματα, περιείχαν τις γιορτές των αγίων, τις φάσεις της σελήνης, προβλέψεις για τον καιρό και... το τρέχον έτος. Στο εξώφυλλο έγραφαν με μεγάλα γράμματα: «Ημερολόγιον του Έτους 1815».
Ο απλός κόσμος δεν χρειάστηκε να κάνει κάποιο μάθημα ιστορίας για να μάθει το έτος. Το ήξερε βιωματικά. Το άκουγε στην εκκλησία, το έβλεπε σκαλισμένο στην είσοδο του ναού του χωριού του, το έγραφαν οι αποδείξεις των εμπόρων και τα λιγοστά έντυπα της εποχής. Είχε γίνει πλέον το κοινό κτήμα της καθημερινότητάς τους.
Από που και πως προέκυψε ότι ο κόσμος έγινε το 5508 πΧ;
Το νούμερο 5508 π.Χ. δεν βγήκε τυχαία, ούτε ήταν μια αυθαίρετη μαντεψιά. Προέκυψε μέσα από εξαιρετικά κοπιαστικές μαθηματικές και ιστορικές προσθέσεις που έκαναν οι πρώτοι Χριστιανοί λόγιοι, βασιζόμενοι αποκλειστικά στα κείμενα της Αγίας Γραφής. Η βασική πηγή των Βυζαντινών ήταν η Παλαιά Διαθήκη, αλλά στη συγκεκριμένη Ελληνική της μετάφραση που είχε γίνει στην Αλεξάνδρεια τον 3ο αιώνα π.Χ.. Οι Βυζαντινοί χρονογράφοι πήραν τα κείμενα και άρχισαν να προσθέτουν τη ζωή κάθε προσώπου, βήμα προς βήμα. Συνδέοντας το τέλος της Βιβλικής ιστορίας με γνωστά ιστορικά γεγονότα (όπως η βασιλεία του Κύρου της Περσίας ή του Μεγάλου Αλεξάνδρου), κατάφεραν να «γεφυρώσουν» το παρελθόν με την εποχή τους και να φτάσουν μέχρι τη Γέννηση του Χριστού.
Διάφοροι λόγιοι είχαν βγάλει ελαφρώς διαφορετικά νούμερα (π.χ. 5500 π.Χ. ή 5493 π.Χ. ή 5404). Τελικά, τον 7ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, οι αστρονόμοι και οι θεολόγοι συνδύασαν τους βιβλικούς υπολογισμούς με τους αστρονομικούς κύκλους της Σελήνης και του Ήλιου για να βρουν πότε «έπεφτε» το Πάσχα. Το μαθηματικό αποτέλεσμα που γεφύρωνε τέλεια τη Βίβλο, την αστρονομία και την ημερομηνία της Γέννησης του Χριστού ήταν το έτος 5508 π.Χ., το οποίο υιοθετήθηκε επίσημα από την Αυτοκρατορία και την Εκκλησία.
Εν κατακλείδι οι Βυζαντινοί πίστευαν στη Βίβλο «τοις μετρητοίς» επειδή για εκείνους η πίστη, η επιστήμη και η ιστορία ήταν ένα και το αυτό. Αν η Βίβλος έδινε μια πληροφορία, η δουλειά του επιστήμονα/αστρονόμου της εποχής δεν ήταν να την αμφισβητήσει, αλλά να βρει τα μαθηματικά και την αστρονομία που θα την αποδείκνυαν.
Συναντήθηκαν η θεωρία με την πράξη και δεν αντάλλαξαν κουβέντα! Γι αυτό όταν μια θεωρία δεν συμφωνεί με τα γεγονότα, τότε αλλάζουμε την θεωρία.
Επιμέλεια Σείριος (Χ.Γ.)







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου