Ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος όπως και ο Νύσσης ήταν κάτοχοι της κλασικής παιδείας. Σπούδασαν στην Αθήνα, την πρωτεύουσα της φιλοσοφίας, δίπλα στους κορυφαίους δασκάλους της εποχής, όπως ο Προαιρέσιος στην Αθήνα, ενώ είχαν στενή επαφή με το έργο κορυφαίων εθνικών ρητόρων όπως ο Λιβάνιος και γνώριζαν άριστα τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τους Στωικούς. Αλλά η σχέση τους με τη φιλοσοφία και η μετέπειτα στάση τους κρύβει μια βαθιά πολυπλοκότητα που ξεπερνά τον όρο του απλού «διώκτη» του Αρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Ας δούμε πώς διαχειρίστηκαν αυτή την αντίφαση ανάμεσα στην επιστήμη/φιλοσοφία και το βιβλικό αφήγημα.
Όταν ο Μέγας Βασίλειος γράφει την Εξαήμερον, χρησιμοποιεί τις γνώσεις του από τη φυσική του Αριστοτέλη και την κοσμολογία της εποχής. Για παράδειγμα απορρίπτει την ιδέα ότι ο Θεός έχει ανθρώπινα χέρια ή φωνή. Εξηγεί ότι το «φως» της πρώτης ημέρας δεν ήταν ο ήλιος αφού ο ήλιος έγινε την τέταρτη, αλλά μια διάχυτη κοσμική ενέργεια, μια προσέγγιση που θυμίζει φιλοσοφική κοσμογονία. Για εκείνους, η φιλοσοφία ήταν το εργαλείο το «ένδυμα» για να εκφράσουν τη θεολογία τους με τρόπο επιστημονικά αξιοπρεπή για τα δεδομένα του 4ου αιώνα.
Οι Καππαδόκες δεν δίωξαν τη φιλοσοφία ως γνώση ή ως επιστήμη, αλλά πολέμησαν τη φιλοσοφία ως θρησκευτικό ανταγωνιστή. Στον 4ο αιώνα, η φιλοσοφία, ειδικά ο Νεοπλατωνισμός δεν ήταν άθεη επιστήμη. Ήταν η πνευματική ραχοκοκαλιά της Εθνικής θρησκείας. Όταν ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραστάτης του Ελληνισμού προσπάθησε να επαναφέρει την Ελληνική θρησκεία, χρησιμοποίησε τη φιλοσοφία ως όπλο και απαγόρευσε στους Χριστιανούς να διδάσκουν τα Ελληνικά γράμματα.
Οι Καππαδόκες αντέδρασαν έντονα. Η στρατηγική τους δεν ήταν να κάψουν τα βιβλία του Πλάτωνα, αλλά να τα οικειοποιηθούν.
Κινδύνευε το αφήγημα τους και το ήξεραν καλά πως αν άφηναν τη φιλοσοφία ελεύθερη να αμφισβητεί τα δόγματα, όπως την Αγία Τριάδα ή τη Δημιουργία, το οικοδόμημα της Εκκλησίας, που τότε ακόμα διαμορφωνόταν, θα κατέρρεε. Η λύση που έδωσαν ήταν ο υποβιβασμός της φιλοσοφίας σε «θεραπαινίδα». Την έκαναν υπηρέτρια της θεολογίας. Είπαν δηλαδή πως «Η φιλοσοφία είναι εξαιρετική για να ακονίζει το μυαλό και να κατανοεί τη φύση, αλλά σταματά εκεί που ξεκινά η Θεία Αποκάλυψη».
Το τελικό παράδοξο και η πραγματική ιστορική ειρωνεία είναι διπλή. Από τη μία, η στάση τους περιόρισε την ελευθερία της σκέψης και προετοίμασε το έδαφος για τις μετέπειτα βίαιες διώξεις κατά των εθνικών και το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών όπως έκανε ο Ιουστινιανός το +529. Από την άλλη, όμως, εξαιτίας του ότι ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος αγαπούσαν και υπερασπίστηκαν την Ελληνική Παιδεία, διασώθηκαν τα κείμενα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Ομήρου. Αν είχαν επικρατήσει οι πιο φανατικοί και αμόρφωτοι Χριστιανοί της εποχής που ήθελαν να εξαφανίσουν καθετί Ελληνικό ως διαβολικό, η Αρχαία Γραμματεία, αυτή που έχουμε σήμερα, θα είχε χαθεί για πάντα.
Ήταν μια κυνική πολιτική κίνηση για να σωθεί το αφήγημα, ή μια ειλικρινής προσπάθεια να παντρέψουν δύο κόσμους; Ίσως και τα δύο. Η λέξη «πάντρεμα» όμως ακούγεται σαν κακόγουστο αστείο. Είναι η ωραία θεωρία των μετέπειτα ιστορικών. Στην πραγματικότητα, ο όρος που περιγράφει καλύτερα αυτό που συνέβη είναι η πολιτισμική υποταγή και αφομοίωση.
Η ιστορική πραγματικότητα του 4ου και 5ου αιώνα ήταν σκληρή, γεμάτη βία και φανατισμό που... όποιος σήμερα μελετήσει την μη συμβατική ιστορία, και προσπαθήσει νοερά να μεταφερθεί αλλά με ενσυναίσθηση σε εκείνη την εποχή, ίσως νιώσει έστω στο ελάχιστο τι έζησαν εκείνοι οι πρόγονοι μας. Χαρακτηριστικοί οι στίχοι που μας άφησε ο Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς +5ος αι.
Είμαστε αλήθεια ζωντανοί, ώ Έλληνες,
Ας δούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η βία δεν ήταν μόνο πνευματική, ήταν σωματική και υλική. Φανατισμένοι καλόγεροι και χριστιανικοί όχλοι συχνά με την ανοχή ή την παρότρυνση των αρχών, γκρέμισαν μνημεία που σήμερα θεωρούνται παγκόσμια κληρονομιά. Το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας, ένας από τους μεγαλύτερους ναούς και βιβλιοθήκες του Αρχαίου κόσμου ισοπεδώθηκε το +391. Ναοί μετατράπηκαν σε εκκλησίες ή χρησιμοποιήθηκαν ως «λατομεία» για οικοδομικά υλικά. Αγάλματα αποκεφαλίστηκαν ή χαράχτηκαν με σταυρούς στο μέτωπο (βλ. εικόνες) για να «εξαγνιστούν» από τα δαιμόνια.
Οι Καππαδόκες Πατέρες μπορεί να μην κρατούσαν οι ίδιοι βαριοπούλες, αλλά η θεολογία τους, που παρουσίαζε την Αρχαία θρησκεία ως «λατρεία των δαιμόνων», έδινε το ιδεολογικό πράσινο φως, για αυτές τις πράξεις.
Η ελεύθερη σκέψη δέχτηκε θανάσιμο πλήγμα. Η φιλοσοφία, από εκεί που ήταν μια ζωντανή αναζήτηση της αλήθειας χωρίς όρια, μετατράπηκε σε εργαλείο απολογητικής. Μπορούσες να χρησιμοποιήσεις τη λογική του Αριστοτέλη για να αποδείξεις το δόγμα της Αγίας Τριάδας, αλλά αν χρησιμοποιούσες την ίδια λογική για να αμφισβητήσεις την Ανάσταση ή τη Δημιουργία, ήσουν αιρετικός ή παγανιστής. Και η ποινή δεν ήταν απλά ακαδημαϊκή. Σήμαινε εξορία, δήμευση περιουσίας ή και θάνατο, με αποκορύφωμα τη φρικτή δολοφονία της φιλοσόφου Υπατίας στην Αλεξάνδρεια το +415.
Πώς προκύπτει λοιπόν το «πάντρεμα» που λένε οι ιστορικοί; Αυτό που επιτεύχθηκε ήταν μια πολιτισμική μίξη, αλλά με τους όρους του νικητή. Ο Χριστιανισμός κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κυβερνήσει μια αυτοκρατορία με αμόρφωτους φανατικούς. Χρειαζόταν τη διοίκηση, τον νόμο και την παιδεία των Ελλήνων. Έτσι, έκαναν μια ιδιοφυή επιλογή. Κράτησαν τα γράμματα. Την ορθογραφία, τη γραμματική, τη ρητορική, τη γεωμετρία. Αφαίρεσαν το δικαίωμα της φιλοσοφικής αμφισβήτησης και ο Πλάτωνας έγινε αποδεκτός μόνο επειδή κάποιες ιδέες του όπως η αθανασία της ψυχής ή ο «Δημιουργός» μπορούσαν να παρερμηνευθούν ως προαναγγελία του Χριστιανισμού.
Η ωμή αλήθεια. Ανέφερα πριν ότι χάρη σε αυτούς διασώθηκαν τα κείμενα. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά έγινε ως παρενέργεια, όχι από καθαρό αλτρουισμό. Τα κείμενα διασώθηκαν επειδή οι Βυζαντινοί χρειάζονταν τα Αρχαία Ελληνικά για να γράφουν τα δικά τους θεολογικά κείμενα και τους νόμους τους. Τα αντέγραφαν στα μοναστήρια σαν σχολικά εγχειρίδια γλώσσας, κρατώντας τα κλειδωμένα σε μια πνευματική «καραντίνα». Δεν ήταν ένας ισότιμος γάμος αγάπης. Ήταν ένας αναγκαστικός συμβιβασμός όπου ο Χριστιανισμός πήρε την Αρχαία Ελληνική Παιδεία, της έκοψε τα φτερά της ελεύθερης έρευνας και την ανάγκασε να υπηρετεί το δικό του αφήγημα για τους επόμενους αιώνες.
Όποιος προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει την Αρχαία φιλοσοφία για να αμφισβητήσει την Εκκλησία, αντιμετώπιζε βαριές συνέπειες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ιωάννης Ιταλός. Ήταν κορυφαίος Βυζαντινός φιλόσοφος του 11ου αιώνα (περίπου 700 χρόνια μετά τον Μέγα Βασίλειο), ο οποίος αγαπούσε τόσο πολύ τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, που άρχισε να διδάσκει ότι η φιλοσοφία μπορεί να λύσει θεολογικά προβλήματα και ότι ο κόσμος μπορεί να είναι αιώνιος όπως έλεγαν οι Αρχαίοι (Ηράκλειτος, πυρ αείζωον) και όχι κτισμένος από το μηδέν. Η αντίδραση του κράτους και της Εκκλησίας ήταν αμείλικτη. Το 1082 καταδικάστηκε επίσημα, αφορίστηκε και κλείστηκε σε μοναστήρι.

Το παράδειγμα που αναφέραμε με τον Ιωάννη τον Ιταλό δεν είναι μια ξεχασμένη ιστορία σε κάποιο σκονισμένο αρχείο. Το κείμενο αυτό (το Συνοδικό της Ορθοδοξίας) διαβάζεται ζωντανά σε όλους τους ορθόδοξους ναούς την Κυριακή της Ορθοδοξίας (την πρώτη Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Σαρακοστής) κάθε χρόνο. Ακόμη και σήμερα, το 2026, η Εκκλησία αναθεματίζει επίσημα από τον άμβωνα όσους δέχονται τις ιδέες των Αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων ως πραγματική αλήθεια και όχι απλώς ως «εγκυκλοπαιδική μόρφωση».
Στο Βυζάντιο ο κίνδυνος για το αφήγημα ήταν η Φιλοσοφία, αλλά σήμερα, ο κίνδυνος είναι και η Επιστήμη. Αν και η επίσημη Εκκλησία συχνά τηρεί μια πιο διπλωματική στάση λέγοντας ότι η Βίβλος δεν είναι βιβλίο βιολογίας, στην πράξη, ένα τεράστιο κομμάτι του εκκλησιαστικού σώματος, των θεολόγων και των μοναστηριών απορρίπτει κατηγορηματικά τον Δαρβίνο. Γιατί; Γιατί αν ο άνθρωπος προήλθε από την εξέλιξη των ειδών, τότε δεν υπήρξε ποτέ ο Αδάμ, άρα δεν υπήρξε Προπατορικό Αμάρτημα και έτσι κλονίζεται ολόκληρη η θεολογική ανάγκη για την ανθρώπινη σωτηρία.
Η σύγχρονη αστροφυσική και γεωλογία αποδεικνύουν ότι το σύμπαν είναι περίπου 13,8 δισεκατομμυρίων ετών. Το αφήγημα της Δημιουργίας, ακόμα και αν το δει κανείς συμβολικά, πιέζεται ασφυκτικά από την επιστημονική πραγματικότητα.
Το κράτος της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας (Βυζάντιο) δεν υπάρχει σήμερα, αλλά ο πνευματικός μηχανισμός που έστησε για να προστατεύσει το αφήγημά του παραμένει ενεργός, αμετακίνητος και σε πλήρη λειτουργία μέχρι τις μέρες μας.
Το «ναι μεν αλλά» είναι συχνά το καταφύγιο όσων θέλουν να κρατήσουν τις ισορροπίες για να μην ξεβολευτεί κανείς. Όμως, αν θέλουμε να καταλάβουμε πώς φτάσαμε στο σήμερα, το να «χαϊδεύουμε αυτιά» είναι το χειρότερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε.
Έρευνα επιμέλεια Σείριος (Χ.Γ.)
-----------------------------
Ήταν οι Αρχαίοι Έλληνες ειδωλολάτρες;;; Προσκυνούσαν πράγματι πέτρες;;;







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου