Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς. Γιατί δεν τον γνωρίζουμε;

Πάνε χρόνια που στο υπόγειο ενός βιβλιοπωλείου της Θεσσαλονίκης, έψαχνα για βιβλία συγκεκριμένης εποχής, εκείνης της εκκωφαντικής συντριβής του ανθρώπου από τον δεσποτισμό και την είσοδο στον μεσαίωνα. Τα έβγαζα ένα ένα από το ράφι και γύριζα στην πίσω σελίδα για να δω την περίληψη του βιβλίου. Στα χέρια μου βρέθηκε ένα καφετί βιβλίο με τίτλο "ΠΑΛΛΑΔΑΣ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ" (Μεταφραστικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις). Στην πίσω πλευρά του βιβλίου διαβάζω έναν στίχο:
Είμαστε αλήθεια ζωντανοί, ώ Έλληνες,
καθώς μας πήρε τώρα η συμφορά
κι έγινε η ζωή μας εφιάλτης;
Ή μήπως ζούμε εμείς κι έχει η ζωή πεθάνει;
Ένας άλλος Αλεξανδρινός σαν τον Καβάφη, ένας άλλος "προφήτης". Έβαλα το βιβλίο στο καλάθι και αν και μαζί του είχα αγοράσει και το μνημειώδες έργο του Ραλφ Μάρτιν Νόβακ "Χριστιανισμός και Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία", ο Παλλαδάς με κέρδισε. Με έκανε σαν τον Καβάφη, να μην διαβάζω ιστορία αλλά να την ζω. Να την ζω μέσα από τα επιγράμματα ενός ανθρώπου ποιοτικού, φτωχού, πραγματικού Έλληνα, που έβλεπε τον όχλο να του καταστρέφει τον κόσμο του. Άκουγε από τα ανοιχτά παραθύρια της ζεστής πόλης, την αξίνα του μοναχού, να καταστρέφει την Ελληνική ομορφιά και ο  ήχος διαπερνούσε τα αυτιά και πέρα ως πέρα το μυαλό του. Και έτσι πονεμένα έγραφε αντικρίζοντας ένα κατεστραμμένο άγαλμα του Ηρακλή:
Τον γιο τον χάλκινο του Δία που πριν δοξολογούσαμε
απόρησα που σ' ένα τρίστρατο τον είδα παραπεταμένο
κι είπα βαρύθυμος: ΤΡΙΣΕΛΗΝΕ
 εσένα τον ανίκητο που απ' τα κακά μας γλίτωνες,
σήμερα σε ξάπλωσαν καταγής!
Κι όταν την νύχτα φανερώθηκε ο Θεός, μισογελώντας μου είπε:
"Έμαθα, αν και Θεός, να υπηρετώ τις περιστάσεις".
Αλλά η ζωή στην Αλεξάνδρεια, άρχισε να γίνετε και επικίνδυνη, εκτός από καταθλιπτική. Άραγε ζούσε ο Παλλαδάς για να δει το τέλος της φιλοσόφου Υπατίας, την οποία εξύμνησε με ένα επίγραμμα του, όταν αυτή η πανέμορφη Ελληνίδα δίδασκε φιλοσοφία και μαθηματικά:
Όταν σε βλέπω ή τα λόγια σου ακούω, προσκυνώ
και η σοφία σου
με της παρθένου τον αστερισμό βλέπω να λάμπει.
Έτσι ουράνια όλα δικά σου
Υπατία σεμνή, των λόγων πανέμορφη,
της μάθησης σοφό κι άχραντο άστρο.
Πόσες "Υπατίες" θα είδε όμως να σέρνονται στους δρόμους από τον πουριτανικό, αρνησίζωο, αγέλαστο Ιουδαιοχριστιανικό όχλο, ο οποίος ήταν πλέον ο παρακρατικός στρατός των αυτοκρατόρων. Σίγουρα πάντως είδε ο Παλλαδάς την καταστροφή του Σεράπειου, της βιβλιοθήκης και την κτηνωδία απέναντι στους Έλληνες υπερασπιστές του:
Κάποιος φονιάς δίπλα σε τοίχο ετοιμόρροπο κοιμόταν
όταν ο Σάραπις του φανερώθηκε στον ύπνο και προφήτεψε:
"Σήκω ελεεινέ, πήγαινε αλλού να κοιμηθείς".
Εκείνος όταν ξύπνησε έφυγε, και ξάφνου
ο τοίχος ετοιμόρροπος γκρεμίστηκε.
Πρωί πρωί κι όλο χαρά ο κακούργος
άρχισε τις θυσίες για την σωτηρία του
νομίζοντας πως χαίρετε με τους φονιάδες ο θεός.
Αλλά ο Σάραπις πάλι του φανερώθηκε την νύχτα
και ξαναπροφήτεψε:
"Άθλιε, για προστάτη των αδίκων με νομίζεις;
Αν τον χαμό σου ανέβαλα και γλίτωσες άλυπο θάνατο,
να ξέρεις πως σε φύλαξα να πεθάνεις στον σταυρό"
Έτσι κατάλαβε ο Έλληνας την τιμωρία των χριστιανών. Όχι με τον θάνατο, αλλά με την ίδια τους την ζωή την οποία και αποφάσισαν μόνοι τους να την σταυρώσουν να την κάνουν μαρτύριο, από κόσμημα.  Αλλά το επικίνδυνο της ζωής αποτυπώνεται διαρκώς στα επιγράμματα του Παλλαδά στα οποία πρέπει να γράφει με επιδέξιους γρίφους. Ο Θεόφιλος, πατριάρχης τη Αλεξάνδρειας, δεν αγαπά πολύ τα γράμματα και είναι πολύ καχύποπτος με τους Έλληνες γραμματικούς. Μία επίσκεψη του όχλου στο σπίτι, πάντα καραδοκούσε. Ο φτωχός Παλλαδάς πρέπει να πουλήσει- ξεφορτωθεί τα βιβλία του, μιας και δεν μπορεί πια να τα διδάσκει.
Τον Πίνδαρο πουλώ και τον Καλλίμαχο
μα και τις πτώσεις τις γραμματικής πουλώ,
γιατί έχω πτώση πείνας.
Μού κοψε βλέπεις ο Δωρόθεος  την "σύνταξη" που μ' έτρεφε,
δίχως να σεβαστεί τα γηρατειά μου.
Όμως εσύ προστάτεψέ με φίλε του θεού, και μη μ' αφήσεις
με "σύνδεσμο" τη φτώχεια να τελειώσω την ζωή μου.
Εδώ τα λογοπαίγνια του Παλλαδά τσακίζουν μέσα στην απελπισία του. Με τον όρο "μου έκοψαν την σύνταξη" εννοεί "μου απαγόρεψαν την γραμματική διδασκαλία", και ο δωρό- θεος, είναι τόσο δώρο του θεού, όσο φίλος του θεού είναι ο Θεό- φιλος. Ο οποίος Θεόφιλος, αντί για σύνταξη (εργασία), δεν θα τον αφήσει έτσι, αλλά θα του δώσει ελεημοσύνη! Θα μετατρέψει τον περήφανο ελληνοπρεπή άνθρωπο δηλαδή σε διακονιάρη!
Αλλά η πόλη του, αχ η πόλη του η Αλεξάνδρεια. Ο Ελληνιστικός φάρος της γνώσης, η περηφάνια του λόγου, αυτό που τον έκανε να αφήσει την Χαλκίδα στην οποία γεννήθηκε. Αυτή η πόλη τον σκοτώνει:
Οι νεκροί εγκατέλειψαν την πόλη που ήταν πριν ζωντανή.
Κι εμείς οι ζωντανοί, την πόλη κηδεύουμε τώρα.
Βέβαια ένας ποιητής- επιγραμματοποιός σαν τον Παλαδά, με την αιώνια πένα του δεν έγραψε μόνο ιστορικού ενδιαφέροντος ποιήματα και ίσως σε κάποια άλλη ανάρτηση να ασχοληθούμε και με την άλλη πλευρά του πνεύματος αυτού του εκ των τελευταίων Ελλήνων. Μόνο που ως τότε και ως προβληματισμό σας αφήνω τα παρακάτω:
Τώρα που οι Ολύμπιοι Θεοί έγιναν Χριστιανοί
βρήκαν εδώ σκέπη κι ασφάλεια.
Δεν θα τους ρίξουν, βλέπεις, στην φωτιά,
- στο χωνευτήρι όπου βγαίνουν χρήσιμε δεκάρες!  

Ο Όσκαρ Ουάιλντ είχε γράψει:
"Κάποια έργα χρειάζονται καιρό για να γίνουν
κατανοητά, διότι συνιστούν απαντήσεις σε ερωτήματα
που δεν έχουν ακόμα τεθεί. Και συχνά το ερώτημα
φτάνει πολύ μετά την απάντηση..."
* Όσοι ενδιαφέρεστε για τον σπουδαίο αυτό Έλληνα επιγραμματοποιό σας προτείνω την δεύτερη έκδοση από το βιβλίο του Τζίμη Παπανικολόπουλου "ΠΑΛΛΑΔΑΣ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ και το τέλος μίας εποχής". Από το βιβλίο αυτό είναι και η απόδοση στα νεοελληνικά των αρχαίων κειμένων. Εκτός από τα επιγράμματα ο συγγραφέας μας κάνει μία εξαιρετική περιήγηση στην εποχή του Παλλαδά και μία πολύ χυμώδης γνωριμία με το επίγραμμα. Επίσης κάθε επίγραμμα το αναλύει με ιστορικά και φιλολογικά δεδομένα.
Περισσότερα: http://emmanouilpapas.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου