Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Η ΗΘΙΚΗ ΔΕΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΥ

Αυτό ακριβώς είναι το αρνητικό στοιχείο, η επικίνδυνη όψη του φαινομένου. Από τη φύση του ιδεοπλάστης και ιδεολάτρης ο άνθρωπος, γίνεται από πνευματικήν αδράνεια και ηθική δειλία ιδεοληπτικός, αιχμάλωτος των ιδεών, δούλος των διανοητικών προϊόντων του. Τέτοιος είναι ο μισαλλόδοξος και ο δογματικός. Εκείνος, που με πείσμα και ακαμψία κλείνεται μέσα στις ιδέες του αρνούμενος και το παραμικρό άνοιγμα στους τοίχους της φυλακής του. Επειδή δεν θέλει να δει, δεν μπορεί πλέον να δει τίποτα πέρα από τον στενό πνευματικό του ορίζοντα...
Ας θυμηθούμε την περίφημη πλατωνική αλληγορία: τους δεσμώτες του σπηλαίου. Από τη μακρά εγκάθειρξή τους στη σκοτεινή φυλακή έχασαν όχι μόνο τη δύναμη της όρασης, αλλά και τη θέληση να βγουν στο φως και ν’ αντικρίσουν τα ίδια τα πράγματα. Είναι τόσο καλά βολεμένοι, ήσυχοι και μακάριοι, στον ίσκιο των ειδώλων τους, ώστε εάν κανείς επιχειρήσει να τους τραβήξει έξω, διαμαρτύρονται, εξοργίζονται και είναι ικανοί να διαμελίσουν τον απερίσκεπτο ελευθερωτή τους…
Τίποτα δεν ενοχλεί τον δογματικό όσο ο έλεγχος, η κριτική των άρθρων της πίστης του. Φοβάται μήπως αναγκαστεί να μετακινηθεί από τις θέσεις του και αμυνόμενος επιτίθεται εναντίον εκείνων που και διακριτικά ακόμη δοκιμάζουν να κλονίσουν την τυφλή βεβαιότητά του.
Τους υποπτεύεται, αμφισβητεί τις καλές προθέσεις του, δεν σκέπτεται καν να τους ακούσει. «Υπάρχουν» λέει «αρχές, κανόνες, έννοιες που βρίσκονται πέρα από κάθε αμφιβολία και είναι καθαρή μωρία να κατεβάζει κανείς από τα βάθρα τους αυτές τις σεβάσμιες ιδέες και να τις παραδίνει στον έλεγχο του τυχόντος».
– Αν έμενε με την αντίληψη αυτή ο άνθρωπος, δεν θα είχε απομακρυνθεί πολύ από τα άλλα δίποδα ζώα. Ευτυχώς για τον πολιτισμό μας αποφάσισε νωρίς ν’ απαρνηθεί τις πνευματικές ανέσεις του και να ριψοκινδυνέψει στο πέλαγος της ελεγχόμενης γνώσης. Η ιστορία της επιστήμης (στα πρώτα αποφασιστικά βήματά της την έλεγαν: φυσιολογία και φιλοσοφία) είναι μια μακρά σειρά από τολμηρές πρωτοβουλίες για την απελευθέρωση του σκεπτόμενου ανθρώπου από την ιδεοληψία και τον δογματισμό, με το επαναστατικό σύνθημα του «λόγον διδόναι». Παρά την ανευλάβεια που κατηγορείται ότι δείχνει απέναντι στον παραδοσιακό κώδικα των «αναμφισβήτητων αληθειών», ο επιστήμονας απαιτεί από κάθε ιδέα, οποιαδήποτε και αν έχει σημαία, να δεχτεί τον έλεγχο και να επιδείξει τους τίτλους της.
Την αυστηρότερη διατύπωση σ’ αυτή την απαίτηση την έχουν δώσει οι χρόνοι μας με το στόμα των κορυφαίων μιας φιλοσοφικής σχολής που δεσπόζει στον αγγλοσαξονικό κόσμο: του «λογικού θετικισμού». Το τεκμήριο της αλήθειας, λέγουν, είναι η εμπειρική απόδειξη, το διαπιστωμένο γεγονός. Για να διεκδικήσει μια πρόταση το επιστημονικό κύρος (που μόνο αυτό εγγυάται τη βεβαιότητα) πρέπει πρώτα να μπορεί να διαψευστεί και έπειτα να μην έχει διαψευστεί από τα πράγματα – έως τώρα τουλάχιστο, γιατί δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον˙ όλοι οι νόμοι της Φυσικής λ.χ. είναι συμπεράσματα διαλογισμών του τύπου που η Λογική τον ονομάζει «ατελή επαγωγή». Ο πρώτος από τους δύο όρους έχει το προβάδισμα: εάν ένα διανοητικό πλάσμα, μια «ιδέα», από τη φύση του περιεχομένου της δεν είναι δυνατόν να διαψευστεί από εμπειρικά γεγονότα, τότε βρίσκεται έξω από το χώρο που προσδιορίζεται από την αντίθεση του «αληθούς» και του «ψευδούς» και επομένως ούτε με το ένα επίθετο μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε με το άλλο. Αυτή είναι η περίφημη θεωρία της «διαψευσιμότητας» (Karl Popper) που εκφράζει καθαρότερα από κάθε άλλη το πνεύμα του λογικού θετικισμού.
Παραδείγματα. Η πρόταση «Ο κόρακας είναι μαύρο πουλί» αληθεύει όχι επειδή όσα κοράκια είδαμε ως τώρα, σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη της Γης, ήσαν μαύρα, αλλά γιατί είναι από τις προτάσεις που μπορούν να διαψευστούν από ένα γεγονός εμπειρικά διαπιστωμένο και αυτό το γεγονός (η ύπαρξη ενός κόρακα με άλλο χρώμα εκτός από το μαύρο) δεν έχει ως τώρα παρατηρηθεί. Αντίθετα οι προτάσεις: «Το φυσικό σύμπαν έχει αρχή και τέλος μέσα στο χώρο και το χρόνο», «Ο θάνατος δεν διαλύει την ατομική υπόσταση ενός έμψυχου όντος, αλλά τη μεταφέρει σε άλλο υπαρξιακό επίπεδο», «Κορυφαία αρετή είναι η δικαιοσύνη», επειδή το ίδιο το περιεχόμενο τους δεν υπόκειται στην εμπειρική βάσανο και επομένως δεν είναι δυνατόν να διαψευστούν από τα πράγματα, οσοδήποτε και αν με τα μέσα και τις μεθόδους της παρατήρησης διευρυνθεί ο ορίζων της εμπειρίας μας, δεν μπορούν να διεκδικήσουν τον τίτλο της επιστημονικής αλήθειας. Τούτο δεν σημαίνει ότι στερούνται από κάθε αξία. Αξία υπάρχει σε κάθε πνευματικό προϊόν που γίνεται παραδεκτό από μιαν ανθρώπινη συνείδηση. Αλλά η αξία τους δεν είναι γνωσιολογική˙ είναι μεταφυσική, θρησκευτική, ηθική κτλ.
Με τη θεωρία αυτή γίνεται φανερό ότι το πρώτο και αποφασιστικό βήμα του κριτικού στοχασμού είναι ο περιορισμός, η χάραξη των ορίων του χώρου της έγκυρης γνώσης. Το δεύτερο ο καθορισμός του κριτηρίου της, η αναγνώριση του μέτρου με το οποίο θα εξακριβώνεται το βάρος, η γνησιότητά της. Έως που το έδαφος είναι στερεό για την πορεία της διανοίας μας, και πως αυτή θα βεβαιώνεται ότι πατάει γερά. Και τις δύο παραδοχές αποδοκιμάζει ανυποχώρητα ο ιδεοληπτικός, ο δογματικός τύπος ανθρώπου. Αυτός έχει τις «ιδέες» του, τις δικές του ιδέες, και είναι τόσο καλά βολεμένος μέσα στο κλουβί τους, που δεν εννοεί με κανένα τρόπο να βγει έξω για νέες περιπέτειες. Φοβάται να δοκιμάσει πάλι τα φτερά του, γιατί υποπτεύεται (ορθά) ότι έχουν αδυνατίσει από την αδράνεια και δεν θα τον βοηθήσουν να πετάξει. Κατά βάθος τρέμει την ελευθερία, σαν το πουλί το γεννημένο στη σκλαβιά που όταν το λευτερώσεις, εκείνο φτεροκοπάει απάνω στα σύρματα της φυλακής του και ψάχνει να βρει καμιά πορτούλα να ξαναμπεί μέσα – στη «σιγουριά». Ή σαν εκείνους τους σκλάβους της μαύρης ηπείρου που όταν ο νόμος τους λευτέρωσε, ικέτευαν τα αφεντικά τους να τους περάσουν πάλι το χαλκά – για «σιγουριά». Θέλει τόλμην η ελευθερία … 
Υπάρχει τρόπος να γλυτώσει κανείς από την ιδεοληψία και τον δογματισμό;
Υπάρχει, νομίζω. Είναι εκείνη η … ενοχλητική και επικίνδυνη μύγα, με την οποία παρομοίαζε το διαλεκτικό του δαιμόνιο ο Αρχαίος Σωκράτης. Ένα βαρύ και νωθρό άλογο – έλεγε – για να κουνηθεί, χρειάζεται να το τσιμπήσει αυτή η μύγα. Έτσι και ο ευτυχής στη δουλεία του δογματικός που αρνιέται πεισματικά να μετακινηθεί και κλείνει τ’ αυτιά του στον έλεγχο («ου με πείσης καν με πείσης»), θέλει γερό δάγκωμα από κανένα ακαταμάχητο φιλοσοφικό ζωύφιο, για να αναγκαστεί να κάνει χρήση της μουδιασμένης του διάνοιας. Και να ξαναβρεί την πνευματική ελευθερία. Αλλά δε φτάνει τούτο μόνο. Πρέπει και να μπορεί να σηκώσει την αλήθεια. Το βάρος της δεν είναι για όλους τους ώμους, ενώ το ψεύδος (οι αβασάνιστες, οι αυθαίρετες ιδέες) είναι ελαφρό και πάει σε πολλούς, παραπολλούς, όπως το έτοιμο φόρεμα. «Η αξία ενός ανθρώπου» έγραψε ο Nietzsche «μετριέται με το πόσην αλήθεια μπορεί να σηκώσει».
ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Ε. Π. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΥ «Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ», ΕΚΔΟΣΗ ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ, ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ 1994
Ε.Π. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ
Ο Ευάγγελος Παπανούτσος ήταν σημαντικός Έλληνας παιδαγωγός, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος του 20ου αιώνα. Η καταγωγή του ήταν από το Σοπωτό της Αχαΐας. Η συμβολή του στη λειτουργία και στην ανακαίνιση της Ελληνικής Παιδείας είναι ευρέως γνωστή.
Γέννηση: 27 Ιουλίου 1900, Πειραιάς
Απεβίωσε: 2 Μαΐου 1982, Αθήνα
Βιβλία: Επίκαιρα ανεπίκαιρα: δοκίμια, ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΒΙΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΡΘΡΟΥ: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΣΙΛΙΚΑ
https://pointfromview.blogspot.gr

ΑΓΑΠΗ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Ακούγεται συχνά ότι η λέξη ΑΓΑΠΗ, δεν υπήρχε στην Αρχαία Ελλάδα. Ότι, πριν την αρχή της χριστιανικής χρονολόγησης δεν την συναντούμε πουθενά στα αρχαία κείμενα. Και πως είναι «ανακάλυψη» της νέας θρησκείας, η οποία διεκδικεί την πατρότητα της λέξεως. Με απλά λόγια, η λέξη ΑΓΑΠΗ, για τους Αρχαίους Έλληνες, είναι λέξη άγνωστη.
Υπενθυμίζεται ότι ως Αγάπη αποδίδεται η λέξη Φιλία, με παράγωγα όπως Φιλώ Φιλότης κλπ. Η παρούσα ανάρτηση όμως δεν θα ασχοληθεί, με την Φιλία ή την Φιλότητα, που σημαίνει Αγάπη, αλλά με την ίδια την λέξη ΑΓΑΠΗ, για να δούμε τι τελικά ισχύει.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο τύπος της λέξεως μέχρι και το τέλος της Ελληνιστικής εποχής ήταν: «αγάπησις» (της αγαπήσεως).
Αργότερα θα γίνει «αγάπη», θα μετατραπεί δηλαδή από ουσιαστικό της τρίτης κλίσεως σε ουσιαστικό της πρώτης, χάνοντας την κατάληξη (σις)), αγαπησμός, ΑΜΦΑΓΑΠΑΖΩ, ΑΜΦΑΓΑΠΩ (=αγαπώ και αγαπιέμαι, εναγκαλίζομαι με αγάπη). Αρχαία Ελληνικά κύρια ονόματα: Αγαπήνωρ, Αγαπαίος.
Για να δούμε τι μας λένε οι αρχαίοι μας πρόγονοι.
- «ΟΛΟΥΣ ΑΓΑΠΑ» Φωκυλίδης
- «ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ» Θαλής ο Μιλήσιος
- «ΑΓΑΠΑΣΘΑΙ και ΟΙΚΕΙΝ ΕΥΔΑΙΜΟΝΩΣ» Πλάτων Πολιτεία
– ΦΙΛΙΑΝ ΑΓΑΠΑ, Δελφικό Παράγγελμα
– «Ο Ζεύς, η Μήτις, ο Έρως, είναι εξ αρχής ενωμένοι ο ένας προς τον άλλον με δεσμούς Φιλίας και Αγάπης», Πρόκλος
– «ΥΠΟ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΗΓΑΠΗΣΘΑΙ», Δημοσθένης
– «Φιλίαν Αγάπα, Ξενοκράτης
- «ΟΥΣ ΤΡΕΦΕΙΣ ΑΓΑΠΑ», Δελφικό Παράγγελμα
– «ΑΓΑΠΗ ΑΚΑΙΡΟΣ ΙΣΟΝ ΕΣΤΙ ΤΩ ΜΙΣΕΙΝ», Αγάπη που δεν εκφράζεται την κατάλληλη στιγμή, μοιάσει με μίσος, Σωκράτης. Στοβ. Ανθ.
– ΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ ΤΑ ΑΥΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΑ και ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥΣ ΠΑΙΔΑΣ ΑΓΑΠΩΣΙΝ», Οι ποιητές αγαπούν τα ποιήματα τους και οι πατέρες τα παιδιά τους. Πλάτων, Πολιτεία.
Είναι πολλές οι αναφορές σας βεβαιώνω, αλλά αυτά είναι αρκετά. Τα αφιερώνω, όχι σε αυτούς που έχουν αντίθετη άποψη, αλλά σε όσους ερευνούν και ψάχνουν.
Η πικρή αλήθεια είναι ότι, οι σημερινοί Έλληνες, δεν έχουμε κάτι για το οποίο μπορούμε να καυχόμαστε. Ξέρουμε όμως, ότι εκτός από τις τυφλές δυνάμεις της φύσεως (Τυφώνες, θύελλες κλπ) όλα τα υπόλοιπα στον πλανήτη, ανήκουν στους Ιερούς προγόνους μας. Αυτό το γνωρίζουν ακόμη και αυτοί που δεν το παραδέχονται. Δεν χαρίζουμε λοιπόν τίποτα και σε κανέναν, από (όλα) αυτά που ανήκουν σε Εκείνους, ούτε και την λέξη αγάπη, που όταν είναι για την πατρίδα υπερβαίνει και την λογική.
Πηγή: Περιοδικό Ελλάνιον Ήμαρ, τευχ.31, σελ.42 της Ομάδας Αρκαδίας
……………
«Αγάπησις απόδεξις παντελής.» Η Αγάπη είναι η παντελής αποδοχή.  — Πλάτων (Ορισμοί)
«Όλους αγάπα.»  — Φωκυλίδης
«Η Αγάπη προς τους ανθρώπους είναι καθήκον, αφού είμαστε όλοι παιδιά του ίδιου θεού.»  — Επίκτητος
«Αγαπάσθαι και οικείν ευδαιμόνως.» Να αγαπιέσθε και να κατοικείτε με ευδαιμονία (μεταξύ σας).  — Πλάτων (Πολιτεία)
«Ν ανταποδίδης την Αγάπη με Αγάπη.»  — Ησίοδος (Έργ. Και.Ημ.)
«Φιλοφρονήσασθαι αλλήλους» Να αγαπάτε αλλήλους (ο ένας τον άλλον).  — Πλάτων (Νομ. 738 D) (Επίσης, Ξενοφών (Κυρ. Αναβ.4.5,34).)
Πάρτε στον παρακάτω σύνδεσμο μια γερή δόση Ελληνικής Αγάπης, γιατί θα γίνει τεράστια η ανάρτηση, σαν την αγάπη μας για την Ελλάδα μας. Πού όλοι πήραν τα πάντα από αυτήν και «ξέχασαν» να αναφέρουν την πηγή…
Διαβάστε: Η αγάπη στην Αρχαία Ελληνική Θρησκεία

Ο Πλάτων κατανάλωσε όλον τον χρόνο του στρεφόμενος σε ανόητα και περιττά;;;

Τα παρακάτω κείμενα είναι του Ιωάννη Χρυσοστόμου και προέρχονται από την πολύτομη έκδοση «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας» του χριστιανικού εκδοτικού οίκου «Γρηγόριος Παλαμάς» (1980). Ο Ιωάννης Χρυσόστομος χαρακτηρίζει ονομαστικώς τους Έλληνες:
«Μωρούς»: τόμος 18, σελ. 17.
«Εκφέροντες λόγους ματαίους και ακαθάρτους»: 18,113.
«Κυλιομένους ομού με πόρνους και μοιχούς...»: 18,115. (Πρώτη εικόνα)
«Δεισιδαίμονας»: 34,429.
«Αιμομείκτας μετά μητέρων και αδελφών»: 34,459.
«Ασοφωτέρους από τα ζώα»: 34, 497. (Δεύτερη εικόνα)
«Εστιγματισμένους», «χειροτέρους από τους χοίρους που πασαλείβονται με περιττώματα», «κυνικά καθάρματα», «παναθλίους», «παμμιάρους», «αναισχύντους» κ.α. 
Στο έργο του «Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν» αναφέρει: «Που είναι τώρα οι σοφοί των Ελλήνων με τα πυκνά τους γένεια, με τους έξωμους χιτώνες τους και με τα παραφουσκωμένα λόγια; Όλη την βάρβαρη Ελλάδα ο σκηνοποιός (ο Παύλος) επέστρεψε (=εκχριστιάνισε). Ας είναι κι αυτός ανάμεσά τους ο περιβόητος Πλάτων, που τρεις φορές πήγε στη Σικελία, γεμάτος επίδειξη και κομπορρημοσύνη, μα κανείς δεν του έδωσε προσοχή. Όμως εκείνος ο σκηνοποιός όχι μόνο στη Σικελία, όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σ' όλη την οικουμένη πέταξε και δεν σκανδάλισε, κι είναι φυσικό, γιατί οι διδάσκαλοι δεν καταφρονούνται από την εργασία τους αλλά απ' τα ψέματά τους.» 
«Και γαρ άπαντα ταύτα από της κατά την φιλοσοφίαν την έξωθεν ανοίας ετίκτετο, και αύτη (= η ελληνική φιλοσοφία) ην των κακών η μήτηρ...» («Ομιλία Α πρxς Κορινθίους», τ. 18, σελ. 16.)
«Ούτε γαρ περί Θεού ούτε περί κτίσεώς τι υγιές ευρείν ηδυνήθησαν εκείνοι (οι Έλληνες σοφοί) αλλ' άπερ η παρ' ημίν χήρα επίσταται, ταύτα Πυθαγόρας ουδέποτε ήδει (=εγνώριζε). Τούτοις ουν, είπέ μοι, προσέχειν δει; Μεγάλοι εισίν εν τη κόμη εκείνοι, καλούς βοστρύχους (= κοτσίδες) τρέφουσι, και τρίβωνας αναβέβληνται (=φοράνε) μέχρι τούτων αυτοίς η φιλοσοφία. Αν δε τα ένδοθεν ίδης, τέφρα και κόνις και υγιές ουδέν, αλλά τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών, πάντα ακαθαρσίας γέμοντα και ιχώρος (σ.σ. «ιχώρ»: το πύον η το δηλητήριο φιδιών), και τα δόγματα πάντα σκωλήκων.»
«"Ουδείς θεραπεύει το κακόν δια του κακού, αλλά δια του αγαθού" αυτά διδάσκουν μερικοί Έλληνες φιλόσοφοι. Ας αισχυνθώμεν λοιπόν, εάν, ενώ υπάρχει τοιαύτη φιλοσοφία εις τους ανοήτους Έλληνας, εμείς φαινόμεθα κατώτεροι.» («Ομιλία εις Ιωάννην», 51,3.)
«Αν ξεκινήσουμε να παραθέτουμε τα δόγματά τους, θ' ακολουθήση πολύ γέλιο («πολύς έψεται γέλως»).»
«Που νυν εισί οι τους τρίβωνας αναβεβλημένοι, και βαθύ γένειον δεικνύοντες, και ρόπαλα τη δεξιά φέροντες, οι των έξωθεν (Ελλήνων) φιλόσοφοι, τα κυνικά καθάρματα, οι των επιτραπεζίων κυνών αθλιώτερον διακείμενοι, και γαστρός ένεκεν πάντα ποιούντες;» («Εις τους ανδριάντας», ΙΖ .)
«(Οι Έλληνες φιλόσοφοι) ποτέ δεν έκαμαν το σωστό, αλλά ήσαν δειλοί, φιλόδοξοι, αλαζόνες και είχαν ασυλλόγιστα πάθη» («Εις τον μακάριον Βαβύλαν», λόγος Β , παρ. στ ).
«(Οι Έλληνες φιλόσοφοι και ρήτορες είναι) καταγέλαστοι και δεν διαφέρουν από τα παιδιά που λένε ανοησίες. Γιατί δεν μπόρεσαν να πάρουν με το μέρος τους ούτε ένα σοφό η άσοφο, ούτε άνδρα η γυναίκα, ούτε ένα μικρό παιδί από τόσα έθνη κι από τόσους λαούς, αλλά προκαλούσαν τόσα γέλια τα βιβλία που είχαν γράψει, ώστε, μόλις τα παρουσίαζαν, να εξαφανίζωνται, γι' αυτό και χάθηκαν τα περισσότερα. Κι αν διασώθηκε κανένα και βρίσκεται κάπου, θα το έχουν σώσει οι χριστιανοί. Τόσο δεν φοβόμαστε μην πάθωμε κάποιο κακό από την έχθρα τους, τόσο περιφρονούμε την πολυμήχανη δραστηριότητά τους». («Εις τον μακάριον Βαβύλαν» και «Κατά Ιουλιανού και προς Έλληνας», λόγος Β , παρ. β .)
«Και ο μεν πολλά ληρήσας (φλύαρος) Πλάτων σεσίγηκεν ούτος (= ο Πέτρος) δε φθέγγεται... πανταχού γης και εις τα πέρατα της οικουμένης. Που νυν της Ελλάδος ο τύφος (=αλαζονεία); Που των Αθηνών το όνομα; Που των φιλοσόφων ο λήρος (=μωρολογία);... Τι ουν ουκ εις Πλάτωνα ενήργησεν ο Χριστός, ουδέ εις Πυθαγόραν, φησίν; Ότι πολλώ φιλοσοφωτέρα ην η Πέτρου ψυχή των ψυχών εκείνων. Εκείνοι μεν γαρ παίδες όντες ήσαν υπό της κενής δόξης περιτρεπόμενοι πανταχού... Ούτος (= ο Πλάτων) μεν ουν πάντα τον χρόνον ηνάλωσε περί δόγματα στρεφόμενος ανόητα και περιττά. Τι γαρ όφελος εκ του μαθείν, ότι μυία μετέπιπτεν, αλλ' επέβαινε τη εν Πλάτωνι οικούση ψυχή; Ποίας ταύτα ου ματαιολογίας; Πόθεν δη τοιαύτα ληρείν επεβάλετο; Ειρωνίας μεστός ην ο ανήρ και ζηλότυπος προς άπαντας διακείμενος. Ώσπερ ουν φιλονεικών, μήτε οίκοθεν μήτε παρ' ετέρου χρήσιμόν τι εισαγαγών ούτω παρά μεν ετέρου την μετεμψύχωσιν εδέξατο, παρά δε εαυτού την πολιτείαν εισήγαγεν, ένθα τα πολλής αισχρότητος γέμοντα ενομοθέτησε... Ποίαν ουχ υπερβάλλει ταύτα άνοιαν;... Αλλ' ο κορυφαίος των φιλοσόφων, ως εδόκει, και όπλα ταις γυναιξί περιτίθησι, και κράνη, και κνημίδας, και κυνών ουδέν διαφέρειν, λέγει, το ανθρώπινον γένος... Αεί γαρ δι' αυτών εσπούδασεν ο διάβολος.» («Κατά Ελλήνων» «Σύγκρισις του Πλάτωνος προς Πέτρον», παρ. γ .)
«Άθλιε και ταλαίπωρε (Λιβάνιε).» («Εις τον μακάριον Βαβύλα», παρ. ιη καv ιθ.)

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

13ΧΡΟΝΟΣ ΦΥΣΙΚΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ, ΤΟΝ ΤΕΣΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΣΥΜΠΑΝΤΑ

EL

ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ

Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
«Το ανθρώπινο αγαθό πρέπει να έχει δύο χαρακτηριστικά. Πρέπει να είναι τελικό (τέλειον), κάτι που επιλέγεται πάντοτε προς χάρη του εαυτού του και ποτέ ως μέσο για την επιδίωξη άλλου σκοπού. Επίσης πρέπει να είναι αὔταρκες, κάτι που από μόνο του καθιστά τη ζωή άξια επιλογής. Και τα δύο αυτά γνωρίσματα χαρακτηρίζουν την ευδαιμονία.
Απομένει όμως να ρωτήσουμε τι είναι η ευδαιμονία.
Ο Αριστοτέλης για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα εισάγει την πλατωνική έννοια του έργου ή της λειτουργίας. Ουσιαστικά θέτει το ερώτημα, ποιο είδος ζωής παρέχει στον άνθρωπο τη μεγαλύτερη ικανοποίηση, αλλά, για να βρει την απάντηση, θεωρεί αναγκαίο να ρωτήσει ποια είναι η χαρακτηριστική λειτουργία του ανθρώπου. Το ερώτημα αυτό το δανείζεται από τις τέχνες, αλλά εκεί η απάντηση είναι απλή. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ότι η λειτουργία ενός αυλητού είναι να παίζει τον αυλό ή ότι η λειτουργία ενός πέλεκυ είναι να κόβει. Ακόμη και στα μέρη ενός ζωντανού σώματος -το μάτι ή το χέρι- εύκολα διακρίνεται ο προορισμός τους.
Αντίθετα, δεν είναι εύκολο να λεχθεί ποιο είναι το έργο του ανθρώπου. Για να απαντήσει στο ερώτημα ο Αριστοτέλης εξετάζει ποιο έργο μπορεί να επιτελέσει μόνον ο άνθρωπος. Η αύξηση και η αναπαραγωγή είναι κοινή σε ανθρώπους, ζώα και φυτά, η αίσθηση είναι κοινή σε ανθρώπους και ζώα· επομένως, καμιά από αυτές τις λειτουργίες δεν μπορεί να χαρακτηρίζει ειδικά τον άνθρωπο.
Αλλά, όπως διδαχθήκαμε στο Περί ψυχής σχετικά με τον άνθρωπο, σε αυτές τις λειτουργίες προστίθεται μια ανώτερη λειτουργία, που ο Αριστοτέλης την ονομάζει εδώ το λόγον ἔχον, "αυτό που έχει ορισμένο σχέδιο ή κανόνα". Σε αυτή τη δύναμη περιλαμβάνονται δύο υπολειτουργίες, μία που κατανοεί το σχέδιο και μία που το υπακούει. Η ζωή αυτής της λειτουργίας πρέπει να είναι η ευδαιμονία. Δεύτερον, η λειτουργία πρέπει να είναι ενέργεια και απλώς δύναμη. Τρίτον, πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρετή ή, αν υπάρχουν περισσότερες αρετές, με την καλύτερη και τελειότερη από αυτές. Τέταρτον, πρέπει να εκδηλώνεται όχι μόνο για σύντομες χρονικές περιόδους, αλλά για ολόκληρη τη ζωή.»
………..
Τόσο για τον Αριστοτέλη όσο και για τους Επικούρειους φιλοσόφους αλλά και τους Στωικούς το σημείο σύγκλισης του ενδιαφέροντός τους επικεντρώνεται στην ίδια την ηθική στάση του ανθρώπου και στους τρόπους που θα πρέπει να υιοθετήσει, έτσι ώστε να ζήσει ευτυχέστερος. Οι Επικούρειοι και οι Στωικοί φρονούν ότι και ο Αριστοτέλης, πως δηλαδή ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις πράξεις του. Για τον Αριστοτέλη όμως είναι σημαντικό πως όλοι οι άνθρωποι οφείλουν να επιδιώκουν την ευδαιμονία. Καθώς η καλοσύνη και η ευδαιμονία είναι δυο ιδιότητες απόλυτα ταυτισμένες τόσο στον Αριστοτέλη, όσο και στους Επικούρειους και στους Στωικούς κάθε άνθρωπος ενδιαφέρεται για την προσωπική του ευτυχία και εστιάζει την ηθική του σε ατομικό επίπεδο. Για τον Αριστοτέλη όμως  η αγάπη για τον εαυτόν μας μπορεί να είναι καλή αλλά και κακή. Ο άνθρωπος οφείλει να στρέφεται σε πράξεις, οι οποίες θα είναι ενάρετες τόσο για το ατομικό του συμφέρον, όσο και για το συμφέρον των άλλων ανθρώπων.
………….
Αλύπως βίου (Να ζεις χωρίς λύπη) - Στράβων
Εκείνοι που δεν έχουν ανάγκη κανενός είναι ευτυχείς - Πλάτων
Ευδαιμονία είναι ηδονή, για την οποία δεν μεταμελείται κανείς - Σωκράτης
Η ευδαιμονία δεν βρίσκεται ούτε στα κοπάδια ούτε στο χρυσάφι, μα στην ψυχή που ‘ναι κατοικία του Θεού.  - Δημόκριτος
Όταν οι πολίτες πειθαρχούν στους νόμους, η πατρίδα γίνεται ευδαίμων και ισχυρή  - Ξενοφών

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΣ ΟΠΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙ - Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΣΑΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΗΝ ΩΦΕΛΗΣΕ, ΤΩΡΑ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΑΦΑΝΙΖΕΙ

ΕΠΙΚΑΙΡΟ….
Ἀνοίξατε τὰ ὦτα τοῦ νοός σας καὶ προσέξετε εἰς τοὺς λόγους τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀσθενὴς καὶ γεμάτη ἀπὸ πληγάς, μὲ θλιβερὰν φωνὴν σᾶς ὁμιλεῖ λέγουσα:
«Ὦ Ἕλληνες! Ὦ τέκνα μου! Ποῦ μὲ ἀφήσετε; Πῶς δὲν σᾶς πονεῖ δι᾿ ἐμέ; Διατί μ᾿ ἐπαρατήσατε; Διατί φεύγετε καὶ δὲν ἐπιστρέφετε πλέον; Τί σᾶς ἔκαμα καὶ δὲν μ᾿ ἐνθυμεῖσθε; Εἰς τί σᾶς ἔβλαψα καὶ δὲν μὲ ἀγαπᾶτε; Ποία μήτηρ ἐστάθη δυστυχεστέρα ἀπὸ ἐμένα; Τί οὖν, ἀγαπητοί; Τί στοχάζεσθε; Τί ἀποφασίζετε;»
Εἶναι ἡ πατρὶς ὁποὺ φωνάζει εἰς τέτοιον τρόπον. Αὐτὴ εἶναι ὁποὺ κλαίει καὶ ὀδύρεται. Ἡ ἀπουσία σας ποτὲ δὲν τὴν ὠφέλησεν, τώρα ὅμως τὴν ἀφανίζει.
Oἱ Ἕλληνες ἔχουσι χρείαν ἀπὸ τὴν παρουσίαν σας. Μὴν δίδετε κακὸν παράδειγμα καὶ τῶν ἄλλων, δι᾿ ἀγάπην τῆς πατρίδος, καὶ νὰ φθάσητε ὕστερον νὰ ἰδῆτε - ὃ μὴ γένοιτο, Θεέ μου! - τὴν Ἑλλάδα ἔρημον.
Στοχάζεσθε, μήπως καὶ δὲν κερδίσετε εἰς τὴν πατρίδα, ὅσα κερδίζετε μακρὰ ἀπ᾿ αὐτήν; Ἀλλ᾿ ὅσα ἂν κερδίσητε εἰς τί σᾶς ὠφελῶσι, ἂν εἶσθε ὀρφανοὶ ἀπὸ πατρίδα; Εἶναι μερικοί, ὁποὺ νομίζουν τάχατες, ὅτι δὲν τοὺς μέλει διὰ τὴν πατρίδα των, ἀλλὰ ματαίως προσπαθοῦν νὰ ἀπατήσουν τὴν φύσιν· μία μικρὴ θέρμη, μία διαφορὰ μὲ ἄλλον τινά, καὶ μία ἀνάμνησις τῶν συγγενῶν, ἀρκετῶς ἀποδεικνύει εἰς αὐτοὺς τὴν ἡδύτητα καὶ ἀνάγκην μιᾶς πατρίδος.
Διατί λοιπὸν τόσας ἀποικίας καὶ αἰωνίους ξεχωρισμοὺς ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σας καὶ φίλους σας; Εἶναι μερικοὶ Ἕλληνες, ὁποὺ δὲν γνωρίζουν τοὺς ἀδελφούς των καὶ τοὺς πατέρας των, καὶ οἱ περισσότεροι ξενιτευμένοι λείπουσι ἀπὸ τὴν πατρίδα των ἢ τριάντα ἢ εἴκοσι ἢ δέκα χρόνους τὸ ὀλιγότερον.  Ἴσως δὲν σᾶς καλοφαίνεται νὰ τυραννῆσθε, ὦ ἀδελφοί μου, καὶ καταδέχεσθε νὰ τυραννῶνται οἱ συγγενεῖς σας, καὶ ἐσεῖς νὰ τρυφῆτε καὶ νὰ σπαταλᾶτε μακρὰ ἀπὸ αὐτούς; Πῶς ἠμπορεῖτε νὰ σφαλίζετε τοὺς ὀφθαλμούς σας, χωρὶς νὰ σᾶς τρομάζῃ κάθε στιγμὴ ἡ θλιβερὰ εἰκὼν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ μέσον τῶν ὀνείρων;
Ἴσως νομίζετε πὼς ἀπὸ μακρόθεν ὠφελεῖτε περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες; Ὤ, πόσον λανθάνεσθε, ἀγαπητοί μου.
Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν, καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί δὲν τὸ στοχάζεσθε;
Μήπως, ἀδελφοί μου, προσμένετε νὰ ἐλευθερωθῇ πρῶτον ἡ Ἑλλάς, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς; Τότε εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἐλέγετε, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἐλευθερωθῇ ποτέ. Οἱ περισσότεροι σχεδὸν ἀπὸ τοὺς ξενιτευμένους, ἔχουσιν αὐτὸν τὸν ἄλογον στοχασμόν, καὶ χωρὶς ἐντροπὴν λέγουσι ὅτι, «ὅταν ἐλευθερωθῇ ἡ Ἑλλάς, εὐθὺς θέλομεν μισεύσει δι᾿ ἐκεῖ». Τόσον ἐχαλινώθησαν ἀπὸ τὴν ψευδευτυχίαν τῶν ἀλλογενῶν!
Θέλετε, ἴσως, νὰ κτίσητε πύργον χωρὶς θεμέλια; Καὶ ποῖος θέλετε νὰ σᾶς ἐλευθερώσῃ τὴν πατρίδα, καὶ ἐσεῖς νὰ λείπητε;
Δὲν ἐντρέπεσθε κἂν ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς, ὁποὺ σᾶς ἀκούουν νὰ λέγητε τὰ τοιαῦτα;
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΠΑΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ – ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΟΙ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ- Ἐν Ἰταλίᾳ. 1806. 

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αρχειοθήκη ιστολογίου