Ο επαναπατρισμός των εναπομείναντων Μυρίων
Συνέχεια από το Πρώτο Μέρος
Η επιστροφή στην πατρίδα δεν επιφύλασσε θερμή υποδοχή για τον Ξενοφώντα. Η Αθήνα τον καταδίκασε σε εξορία. Μια απόφαση που επηρεάστηκε από τους εξής βασικούς παράγοντες.
Μετά το τέλος της εκστρατείας, ο Ξενοφών και οι εναπομείναντες Μύριοι ενώθηκαν με τον σπαρτιατικό στρατό στη Μικρά Ασία. Ο Ξενοφών ανέπτυξε βαθιά φιλία και θαυμασμό για τον βασιλιά της Σπάρτης, Αγησίλαο Β΄ και το σημείο χωρίς επιστροφή ήρθε όταν ο Ξενοφών πολέμησε στο πλευρό των Σπαρτιατών εναντίον μιας συμμαχίας στην οποία συμμετείχε και η ίδια η πατρίδα του, η Αθήνα. Η εκτέλεση του δασκάλου του, Σωκράτη κατά τη διάρκεια της απουσίας του είχε ήδη ψυχράνει τις σχέσεις του με τη δημοκρατική Αθήνα, καθώς ο ίδιος ανήκε στην αριστοκρατική παράταξη.
Οι Σπαρτιάτες, για να τον ανταμείψουν, του παραχώρησαν ένα μεγάλο κτήμα στον Σκιλλούντα της Ηλείας κοντά στην Ολυμπία. Εκεί ο Ξενοφών έζησε για περίπου 20 χρόνια ως γαιοκτήμονας, κυνηγός και συγγραφέας, γράφοντας τα περισσότερα έργα του όπως τα «Ελληνικά» και την «Κύρου Ανάβασιν». Προς το τέλος της ζωής του, όταν η Αθήνα και η Σπάρτη συμμάχησαν εναντίον της Θήβας, η εξορία του ανακλήθηκε. Οι γιοί του Ξενοφώντος πολέμησαν για την Αθήνα και ο ένας, ο Γρύλλος, έπεσε ηρωικά στη μάχη της Μαντίνειας το -362 και ο ίδιος πέθανε πιθανότατα στην Κόρινθο, έχοντας αποκαταστήσει το όνομά του.
Ο επαναπατρισμός των εναπομείναντων Μυρίων δεν έγινε ομαδικά ούτε αμέσως. Όταν οι Μύριοι έφτασαν στην Τραπεζούντα, το στράτευμα άρχισε σταδιακά να διασπάται. Οι στρατιώτες προέρχονταν από διάφορες περιοχές του Ελληνικού κόσμου. Ήταν Αρκάδες, Αχαιοί, Αθηναίοι, Σπαρτιάτες, Θηβαίοι κ.ά. και η επιστροφή τους στο σπίτι έγινε με τους εξής τρόπους.
Ήδη από τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, πολλοί στρατιώτες που είχαν μαζέψει αρκετά χρήματα ή είχαν κουραστεί, άρχισαν να επιβιβάζονται σε πλοία και να φεύγουν για τις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Άλλοι πάλι, προτίμησαν να εγκατασταθούν μόνιμα στις Ελληνικές αποικίες του Πόντου.
Για ένα μεγάλο μέρος των Μυρίων, ο πόλεμος ήταν το επάγγελμά τους. Όταν έφτασαν στον Βόσπορο, δεν είχαν περιουσίες για να επιστρέψουν και έτσι, περίπου 5.000–6.000 από αυτούς συνέχισαν να πολεμούν ως οργανωμένο σώμα. Πρώτα προσαρτήθηκαν στον Θράκα βασιλιά Σεύθη και έπειτα, το -399, ενσωματώθηκαν στον επίσημο σπαρτιατικό στρατό υπό τον στρατηγό Θίβρωνα και αργότερα υπό τον βασιλιά Αγησίλαο, για να πολεμήσουν ξανά τους Πέρσες στη Μικρά Ασία.
Όταν τελείωσαν και αυτές οι εκστρατείες, οι περισσότεροι από τους εναπομείναντες στρατιώτες πληρώθηκαν, απολύθηκαν και επέστρεψαν στις οικογένειές τους στην κυρίως Ελλάδα. Η επιστροφή τους, προκάλεσε τεράστια αίσθηση. Οι άνδρες αυτοί αντιμετωπίζονταν στις πόλεις τους ως ζωντανοί θρύλοι, καθώς είχαν καταφέρει το αδιανόητο. Να μπουν στην «καρδιά» της Περσικής Αυτοκρατορίας, να νικήσουν τον Μεγάλο Βασιλιά και να επιστρέψουν περπατώντας για να το διηγηθούν.
Οι Μύριοι δεν
ήταν ένας ενιαίος στρατός, αλλά μια
συνομοσπονδία από λόχους, όπου κάθε
λόχος αποτελούνταν από άνδρες της ίδιας
περιοχής. Η Πελοπόννησος ήταν η απόλυτη
πρωταγωνίστρια της εκστρατείας. Πάνω
από τους μισούς στρατιώτες του
εκστρατευτικού σώματος περίπου 6.000
άνδρες, κατάγονταν από την Αρκαδία και
την Αχαΐα. Οι Αρκάδες, σκληροτράχηλοι
ορεινοί, θεωρούνταν οι «επαγγελματίες
μισθοφόροι» της Αρχαιότητας. Ήταν τόσο
πολλοί, που κάποια στιγμή κατά την Κάθοδο
επαναστάτησαν, αποσχίστηκαν προσωρινά
από τους υπόλοιπους και εξέλεξαν δικούς
τους Αρκάδες στρατηγούς.
Αν και η
Σπάρτη δεν έστειλε επίσημο κρατικό
στρατό για να μην προκαλέσει ανοιχτά
τον Πέρση Βασιλιά, επέτρεψε σε Σπαρτιάτες
εθελοντές να συμμετάσχουν. Ο πρώτος
γενικός αρχηγός, ο Κλέαρχος, ήταν
Σπαρτιάτης εξόριστος. Μετά τη δολοφονία
του, ο Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος ανέλαβε
την ηγεσία της εμπροσθοφυλακής. Οι
Αθηναίοι ήταν λιγότεροι, καθώς η Αθήνα
μόλις είχε βγει ηττημένη από τον
Πελοποννησιακό Πόλεμο. Εκτός από τον
Ξενοφώντα, ξεχώρισε ο Λύκιος, ο οποίος
ανέλαβε να οργανώσει το απαραίτητο σώμα
του Ελληνικού Ιππικού κατά την
υποχώρηση.
Όταν οι επιζώντες άρχισαν να φτάνουν στις πόλεις τους, οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών κινήθηκαν ανάμεσα στον απόλυτο θαυμασμό και δέος για τους «Ζωντανούς Θρύλους» και τον πολιτικό φόβο. Οι ιστορίες που έφεραν μαζί τους έμοιαζαν εξωτικές. Περιέγραφαν μέρη που κανένας Έλληνας δεν είχε ξαναδεί, παράξενα ζώα, παλάτια και άγριες φυλές.
Η επιτυχία τους ενέπνευσε τους Έλληνες ρήτορες της εποχής οι οποίοι άρχισαν να διακηρύσσουν δημοσίως την ανάγκη για την ένωση των Ελλήνων, όπως επιθυμούσε διακαώς ο Ισοκράτης που υπήρξε ο κύριος εκφραστής της Πανελλήνιας Ιδέας.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
https://www.protothema.gr , https://archive.apan.gr , http://asiaminor.ehw.gr , https://www.historical-quest.com







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου