Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Λιβάνιος. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Λιβάνιος. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

ΛΙΒΑΝΙΟΣ: ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΑΩΝ

Ο Λιβάνιος (γεννημένος στην Αντιόχεια το 314) ήταν ο πολυγραφότερος συγγραφέας της αρχαιότητας, ο «μεγαλύτερος ρήτορας και σοφιστής του αιώνα του», το «σταθερό πρότυπο ύφους για όλους τους μεταγενέστερους (βυζαντινούς) ρήτορες, δασκάλους και ανθρώπους των γραμμάτων», δάσκαλος ο ίδιος του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιωάννου Χρυσοστόμου, αλλά και του Ιουλιανού. Το τεράστιο σε όγκο έργο του αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιστορικές πηγές της ύστερης αρχαιότητας. Σε μια εποχή που η ανθρωπότητα διάβαινε το κατώφλι του Μεσαίωνα, ο Λιβάνιος υπερασπίστηκε τον ελληνικό πολιτισμό και, παραμένοντας πεισματικά εθνικός, επέλεξε την οδό της αντιπαράθεσης με τον μισαλλόδοξο σκοταδισμό των πιστών του χριστιανικού δόγματος. Στην Ελλάδα, το όνομα και το έργο του παραμένουν εδώ και αιώνες στην αφάνεια και η «επίσημη» φιλολογία τον αγνοεί σκανδαλωδώς...
Ο Ευνάπιος, σύγχρονος του Λιβάνιου, στους «Βίους φιλοσόφων και σοφιστών» γράφει:
"Κυκλοφορούν πολλά βιβλία του Λιβάνιου κι όποιος έχει μυαλό και τα διαβάσει ολόκληρα, έχει να μάθει. Ο Λιβάνιος είχε και μεγάλη ικανότητα να εκφωνεί λόγους πάνω σε ζητήματα πολιτικά και εκτός από τις πολιτικές αγορεύσεις, με μεγάλη ευκολία και τόλμη συνέθετε και ομιλίες προς τέρψιν του κοινού των θεάτρων. Όταν οι κατοπινοί βασιλείς τού πρόσφεραν το υψηλότερο αξίωμα, καλώντας τον να δεχτεί τον τιμητικό τίτλο του έπαρχου της αυλής, δεν το αποδέχτηκε, λέγοντας ότι η ιδιότητα του σοφιστή είναι ανώτερη. Κι είναι πράγματι αξιέπαινο αυτό, δεδομένου ότι η μόνη δόξα που κυνηγούσε είναι εκείνη που κερδίζει κανείς χάρη στη μόρφωσή του και ότι κάθε άλλη δόξα τη θεωρούσε «δημώδη» και πρόστυχη.
Πέθανε σε βαθιά γεράματα, αφήνοντας σε όλους ένα αίσθημα θαυμασμού προς το πρόσωπο του". 
Από την πλευρά τους, οι χριστιανοί έβλεπαν στο πρόσωπο του Λιβάνιου τον ιδεώδη δάσκαλο, εκείνον που θα τους παρείχε τα εφόδια ώστε να ξεφύγουν από την πνευματική μιζέρια και να ανοιχτούν στην κοινωνία ως ισοδύναμοι των εθνικών. Έτσι, από τα χέρια του Λιβάνιου πέρασε ο αξιολογώτερος χριστιανός όλων των εποχών, ο Μέγας Βασίλειος, καθώς και το μετέπειτα «βαρύ πυροβολικό» του Xριστιανισμού, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο τελευταίος δεν δίστασε αργότερα να επιτεθεί στον Λιβάνιο, λούζοντάς τον με βρισιές που μόνο από ένα «χρυσό στόμα» δεν θα περίμενε κανείς να βγουν: «Ω μιαρέ... Ω ληρόσοφε... Άθλιε και ταλαίπωρε».
Ο Χρυσόστομος βρίζει τον παλιό του δάσκαλο επειδή ο δεύτερος θρήνησε για τον εμπρησμό του ναού του Απόλλωνα στη Δάφνη. Στον λόγο του «Εις τον Άγιον Βαβύλαν», οργίζεται με τον Λιβάνιο που τόλμησε να πει ότι την φωτιά την έβαλε ανθρώπινο χέρι, και υποστηρίζει (ο Χρυσόστομος) ότι τον ναό τον έκαψε ο ίδιος ο θεός των χριστιανών. Και συμπεραίνει: «Πράγματι, οι Έλληνες είναι πάντα παιδιά· δεν υπάρχει ώριμος Έλληνας» -κι αυτό επειδή δεν πίστευαν, όπως εκείνος, ότι δράστης του εμπρησμού ήταν ο Θεός...
Αντιθέτως, με τον Μέγα Βασίλειο ο Λιβάνιος διατηρούσε ειλικρινή φιλία...
Το σύνολο των σωζόμενων γνήσιων επιστολών του Λιβάνιου είναι 1.560. Πολλές απ' αυτές εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε τυπωμένη μορφή το 1499 στη Βενετία από τον Κρητικό, Μάρκο Μουσούρο. Όπως αναφέρει το βυζαντινό λεξικό Σουίδα, ο Λιβάνιος «έγραψεν άπειρα»... Είναι πράγματι ο πολυγραφότερος συγγραφέας της αρχαιότητας, ίσως του κόσμου ολόκληρου. Σώζονται 60 Λόγοι (ο υπ' αριθμόν 1, είναι η εκτενής αυτοβιογραφία του «Λόγος της περί εαυτού τύχης»). Εννέα από τους Λόγους του έχουν ονομαστεί «Ιουλιανικοί»: Είτε απευθύνονται προς τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ιουλιανό είτε μιλούν γι' αυτόν. Σ' αυτούς περιλαμβάνεται και ο «Θρήνος για τον Ιουλιανό», ο «Επιτάφιος για τον Ιουλιανό» και ο Λόγος «Περί της τιμωρίας Ιουλιανού», γραμμένος 15 χρόνια μετά τον ηρωικό θάνατο του αυτοκράτορα στην τελευταία μάχη του με τους Πέρσες.
Ο Λόγος «Περί της τιμωρίας Ιουλιανού» («Εκδίκηση για τον Ιουλιανό») απευθύνεται στον Θεοδόσιο που μόλις έχει πάρει την εξουσία (το 379). Έχει προηγηθεί η ήττα των Ρωμαίων σε μάχη με τους Γότθους στην Αδριανούπολη, όπου βρήκε τραγικό θάνατο ο αυτοκράτορας Βάλενς, μέγας διώκτης των εθνικών. Ο Λιβάνιος υποστηρίζει ότι ο Ιουλιανός δολοφονήθηκε από Ρωμαίο στρατιώτη, βαλτό από τους χριστιανούς, ότι μετά τον θάνατο του τα πράγματα στην αυτοκρατορία πήγαν από το κακό στο χειρότερο καθώς οι στρατιωτικές ήττες κι οι υποχωρήσεις των Ρωμαίων διαδέχονταν η μία την άλλη, ότι οι δολοφόνοι έπρεπε να τιμωρηθούν, ότι οι μετέπειτα αυτοκράτορες που τον διαδέχτηκαν όχι μόνο στάθηκαν ανίκανοι στρατιωτικοί αλλά κυβέρνησαν με την τρομοκρατία, εξολοθρεύοντας «μυριάδες διαπρεπείς πολίτες» (εθνικούς)...
Ο Λιβάνιος ήταν ένας από τους λίγους εθνικούς διανοούμενους που βγήκαν ζωντανοί από τις σφαγές της δεκαετίας του 370. Χάρις στο κύρος του και την ανοχή που απολάμβανε επί τρεις δεκαετίες (μιας και ως φιλόλογος, ήταν πολύτιμος δάσκαλος για τους νεαρούς χριστιανούς), ο Λιβάνιος κατά κάποιον τρόπο, είχε το ένα πόδι χωμένο στην πόρτα εμποδίζοντας την εξουσία να του την κλείσει κατάμουτρα. Εξαντλεί λοιπόν όλα τα περιθώρια ανοχής, που όπως διαπιστώνει κανείς είναι πολύ στενά: Δεν του μένει παρά να καταφύγει σε δικονομικά επιχειρήματα αλλά και να επισημάνει στον θρησκόληπτο Θεοδόσιο ότι είναι προς το οικονομικό του συμφέρον να αφήσει απείραχτους τους ελληνικούς ναούς, ότι τα αγάλματα χάρη στην αισθητική τους αξία δεν θα 'πρεπε να καταστραφούν, ότι ένας ναός μπορεί να στεγάσει μία δημόσια υπηρεσία, ότι οι εθνικοί είναι δουλευτάδες και παράγουν πλούτο, ενώ οι χριστιανοί είναι κηφήνες και κοινωνικά παράσιτα.
Όμως «εις μάτην», όπως έγραψε ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: «Εις μάτην ο περιώνυμος σοφιστής Λιβάνιος επ' ελπίδι του να συγκινήση την ψυχήν του Θεοδοσίου, περιέγραψε τα παθήματα του αρχαίου θρησκεύματος... Η φωνή αύτου δεν εισηκούσθη και το έργον της καταστροφής εξηκολούθησε»...

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020

ΛΙΒΑΝΙΟΣ: ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΑΩΝ

Σε μια εποχή που η ανθρωπότητα διάβαινε το κατώφλι του Μεσαίωνα, ο Λιβάνιος υπερασπίστηκε τον Ελληνικό πολιτισμό και, παραμένοντας πεισματικά εθνικός, επέλεξε την οδό της αντιπαράθεσης με τον μισαλλόδοξο σκοταδισμό των πιστών του χριστιανικού δόγματος.
Στην Ελλάδα, το όνομα και το έργο του παραμένουν εδώ και αιώνες στην αφάνεια και η «επίσημη» φιλολογία τον αγνοεί σκανδαλωδώς…
Ως Έλληνας διανοούμενος, ο Λιβάνιος δεν διακατεχόταν από κανενός είδους αποστολικό ζήλο [Ο θρησκευτικός αποστολικός ζήλος δεν υπήρξε ποτέ γνώρισμα του Ελληνισμού -αντιθέτως, είναι το κύριο γνώρισμα του Ιουδαϊσμού και των αιρέσεών του. Ο Ελληνισμός ως τρόπος κοσμοθεώρησης και στάση ζωής, δεν προπαγανδίζεται ώστε να γίνει αντικείμενο μαζικής πίστης.] και έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι αρκούσε να γίνει κανείς κοινωνός της Ελληνικής παιδείας ώστε να αναγνωρίσει την ανωτερότητά της διά βίου.
Από την πλευρά τους, οι χριστιανοί έβλεπαν στο πρόσωπο του Λιβάνιου τον ιδεώδη δάσκαλο, εκείνον που θα τους παρείχε τα εφόδια ώστε να ξεφύγουν από την πνευματική μιζέρια και να ανοιχτούν στην κοινωνία ως ισοδύναμοι των εθνικών. Έτσι, από τα χέρια του Λιβάνιου πέρασε ο αξιολογώτερος χριστιανός όλων των εποχών, ο Μέγας Βασίλειος, καθώς και το μετέπειτα «βαρύ πυροβολικό» του Xριστιανισμού, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Ο τελευταίος δεν δίστασε αργότερα να επιτεθεί στον Λιβάνιο, λούζοντάς τον με βρισιές που μόνο από ένα «χρυσό στόμα» δεν θα περίμενε κανείς να βγουν: «Ω μιαρέ… Ω ληρόσοφε… Άθλιε και ταλαίπωρε».
Ο Χρυσόστομος βρίζει τον παλιό του δάσκαλο επειδή ο δεύτερος θρήνησε για τον εμπρησμό του ναού του Απόλλωνα στη Δάφνη. Στον λόγο του «Εις τον Άγιον Βαβύλαν», οργίζεται με τον Λιβάνιο που τόλμησε να πει ότι την φωτιά την έβαλε ανθρώπινο χέρι, και υποστηρίζει (ο Χρυσόστομος) ότι τον ναό τον έκαψε ο ίδιος ο θεός των χριστιανών. Και συμπεραίνει: «Πράγματι, οι Έλληνες είναι πάντα παιδιά· δεν υπάρχει ώριμος Έλληνας» -κι αυτό επειδή δεν πίστευαν, όπως εκείνος, ότι δράστης του εμπρησμού ήταν ο Θεός…
Αντιθέτως, με τον Μέγα Βασίλειο ο Λιβάνιος διατηρούσε ειλικρινή φιλία… Ύστερα από μια περίοδο διακοπής της αλληλογραφίας που διατηρούσαν, ο Βασίλειος γράφει: «Αν σκεφτώ ότι παρ’ όλο που ζεις μες στα γράμματα παραλείπεις να μου γράψεις, δεν έχω παρά να το πάρω απόφαση ότι με έχεις ξεχάσει. Αν σωπαίνεις εσύ που τό ‘χεις τόσο εύκολο να μιλάς και να γράφεις, είναι φανερό ότι αυτό οφείλεται είτε στην υπεροψία είτε στη λήθη. Εγώ όμως σ’ αυτή σου τη σιωπή απαντώ με την προσαγόρευσή μου: Χαίρε, λοιπόν, αξιότιμε, κι αν θες γράψε μου κι αν δεν σ’ αρέσει μη μου γράφεις». Η αλληλογραφία, συνεχίστηκε, άγνωστο όμως μέχρι πότε.
Το +386, τα πάντα έχουν πια κριθεί προ πολλού… Μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της Ελληνικής ιστορίας: Ο πολιτισμός που επί μία χιλιετία λάμπρυνε την ανθρωπότητα, εκπροσωπείται τώρα από έναν μοναχικό γέροντα που βλέποντας τα πάντα γύρω του να γκρεμίζονται, βρήκε το θάρρος να ορθώσει το ανάστημά του και να απευθυνθεί στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ηθικό αυτουργό των καταστροφών. 
Ο Λιβάνιος ήταν ένας από τους λίγους εθνικούς διανοούμενους που βγήκαν ζωντανοί από τις σφαγές της δεκαετίας του 370. 
Χάρις στο κύρος του και την ανοχή που απολάμβανε επί τρεις δεκαετίες (μιας και ως φιλόλογος, ήταν πολύτιμος δάσκαλος για τους νεαρούς χριστιανούς), ο Λιβάνιος κατά κάποιον τρόπο, είχε το ένα πόδι χωμένο στην πόρτα εμποδίζοντας την εξουσία να του την κλείσει κατάμουτρα. Εξαντλεί λοιπόν όλα τα περιθώρια ανοχής, που όπως διαπιστώνει κανείς είναι πολύ στενά: Δεν του μένει παρά να καταφύγει σε δικονομικά επιχειρήματα αλλά και να επισημάνει στον θρησκόληπτο Θεοδόσιο ότι είναι προς το οικονομικό του συμφέρον να αφήσει απείραχτους τους Ελληνικούς ναούς, ότι τα αγάλματα χάρη στην αισθητική τους αξία δεν θα ‘πρεπε να καταστραφούν, ότι ένας ναός μπορεί να στεγάσει μία δημόσια υπηρεσία, ότι οι εθνικοί είναι δουλευτάδες και παράγουν πλούτο, ενώ οι χριστιανοί είναι κηφήνες και κοινωνικά παράσιτα. 
Όμως «εις μάτην», όπως έγραψε ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: «Εις μάτην ο περιώνυμος σοφιστής Λιβάνιος επ’ ελπίδι του να συγκινήση την ψυχήν του Θεοδοσίου, περιέγραψε τα παθήματα του Αρχαίου θρησκεύματος… Η φωνή αύτου δεν εισηκούσθη και το έργον της καταστροφής εξηκολούθησε»…

Διαβάστε: Λιβάνιος προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο: Υπέρ των Ελληνικών ναών:

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

ΛΙΒΑΝΙΟΣ

Ο Λιβάνιος ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς νεοπλατωνιστές. Γεννήθηκε στην Αντιόχεια το +314 σε μία από τις πιο επιφανής οικογένειες της πόλης και ο προπάππους του κατείχε την μαντική τέχνη. Σε ολόκληρη την Αντιόχεια υπήρχαν διάσπαρτα αγάλματα προς τιμή των συγγενών του. Δάσκαλός του στα βασικά μαθήματα υπήρξε ο Ζηνόθιος, σε γενικές όμως γραμμές είχε πολλούς δασκάλους και παρακολούθησε πολλαπλές σχολές αποκτώντας ευρύτατη και αμιγώς Ελληνική μόρφωση, αφού η οικογένεια του έδινε μεγάλη σημασία στην σωστή παιδεία. Αν και του πρόσφεραν για γάμο μία από της πιο σημαντικές νεαρές κοπέλες της πόλης του, εκείνος προτίμησε να πάει στην Αθήνα για να σπουδάσει ρητορική δίπλα στον Διόφαντο. Στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες η Αθήνα είχε μετατραπεί στην «ιερή πόλη των φιλοσόφων» και όλοι όσοι έτρεφαν λατρεία για την ελληνική μόρφωση, επιθυμούσαν να πάν εκεί για να τελειοποιήσουν τις γνώσεις τους. Ο Λιβάνιος θεωρούσε αυτονόητη την ανωτερότητα της Ελληνικής παιδείας και υποτιμούσε οτιδήποτε ιουδαιοχριστιανικό ή λατινικό. Επιδειχτικά μάλιστα απέφευγε να χρησιμοποιεί τις λατινικές λέξεις σε ολόκληρη τη ζωή του. Υπήρξε φημισμένος δάσκαλος ρητορικής και σοφιστής. Οι πολιτικοί του λόγοι ήταν ομολογουμένως εκπληκτικοί και προκαλούσαν τον θαυμασμό των ακροατών του. Αν και του πρότειναν να γίνει έπαρχος της αυλής, ο Λιβάνιος δεν το δέχτηκε γιατί θεωρούσε τη ζωή του σοφιστή πολύ ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη, καθώς και επειδή προτιμούσε τις τιμές που κέρδιζε χάρη στην παιδεία του. Υπήρξε προσωπικός φίλος του αυτοκράτορα Ιουλιανού, του αποκαλούμενου ως παραβάτη από τους χριστιανούς και συνεργάστηκε μαζί του για την αποκατάσταση της Αρχαίας Ελληνικής θρησκείας.
Ίδρυσε σχολή στην Αντιόχεια το +354, η οποία κατά τη διάρκεια της ζωής του είχε μετατραπεί σε μία από τις πιο φημισμένες εστίες ενασχόλησης με την Ελληνική παιδεία και γλώσσα. Αν και ήταν ένθερμος εθνικός (= οπαδός της Αρχαίες Ελληνικής θρησκείας), ακόμα και οι χριστιανοί «προσκυνούσαν» τις γνώσεις του και κατέφταναν από όλες τις γωνίες της αυτοκρατορίας ώστε να μαθητεύσουν κοντά του. Συχνά προωθούσε φτωχούς μαθητές (ακόμα και αν δεν είχαν τα χρήματα να τον πληρώσουν) αν έβλεπε σε αυτούς την δίψα της γνώσης, αφού για αυτόν η εργασία του δασκάλου «δεν μετριέται με το χρήμα». Έδινε στο μάθημα του μία αίσθηση «ήρεμης ευχαρίστησης» έχοντας ως αποτέλεσμα να επηρεάζει θετικά τους μαθητές του, οι οποίοι πάντα ακολουθούσαν τις προτροπές του χωρίς να έχουν οποιαδήποτε αίσθηση καταναγκασμού. Η πλειοψηφία των μαθητών τον λάτρευαν ΜΕ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ «ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ» Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΒΡΙΣΕ ΑΙΣΧΡΑ ΤΟΝ ΛΙΒΑΝΙΟ ΠΟΥ ΘΡΗΝΗΣΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΠΡΗΣΜΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΣΤΗ ΔΑΦΝΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ.
Είναι ο πιο πολυγραφότατος συγγραφέας και μας έχει σωθεί μία πληθώρα από τα έργα του (1560 επιστολές και 64 Λόγοι ) που έχουν πάνω από όλα ιστορική σημασία, αφού γίνονται εκτενέστερες αναφορές στις καταστροφές που προκάλεσαν οι χριστιανοί και σε επίκαιρα γεγονότα της εποχής του. Παραδείγματος χάρη στο έργο του «Θρήνος για τον Ιουλιανό», βλέπουμε τον Λιβάνιο να υποστηρίζει ότι τον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον δολοφόνησαν οι χριστιανοί. Αλλού ο Λιβάνιος χαρακτηρίζει τον Μ. Κωνσταντίνο ιερόσυλο γιατί κατάσχεσε τις περιουσίες των Ελληνικών ναών. Επίσης έγραψε προς τον Βασιλέα Θεοδόσιο υπέρ των Ελληνικών ναών κατηγορώντας τον χριστιανικό όχλο και τους ποιμένες τους, τόσο για την λεηλασία των Αρχαίων ιερών, όσο και για το ότι «σφετερίζονταν ξένα κτήματα, λέγοντας ότι η γη του τάδε γεωργού ήταν περιουσία του ναού, και πολλοί έχουν χάσει έτσι πατρικές περιουσίες, επειδή προβάλλονται ψεύτικοι τίτλοι. Ο Λιβάνιος επίσης κατηγορεί τους χριστιανούς ευνούχους του παλατιού που φρόντιζαν να έχουν από κοντά όλα τα νήπια της αυτοκρατορικής οικογένειας ώστε να εξασφαλίσουν την προσηλύτιση τους από νεαρή ηλικία. Για αυτό άλλωστε και ο γιος του Μ. Κωνσταντίνου (ο Κωνστάντιος) όταν έλαβε την εξουσία τους παρείχε υπερβολικά προνόμια και στην ουσία επηρεαζόταν από αυτούς σε τέτοιο βαθμό ώστε κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτοί ήταν που στην ουσία κυβερνούσαν!
Οι οπαδοί του τον αποκαλούσαν χαρισματικό, ενώ οι αντίπαλοι του (που ήταν ως επί τω πλείστο χριστιανοί) κουραστικό, αφού δεν έπαψε ποτέ να καταγγέλλει τις παρανομίες και τους βαρβαρισμούς της χριστιανικής λαίλαπας! Ο Λιβάνιος έλεγε ότι «Για αυτούς λοιπόν που καλοπερνούν χωρίς να το αξίζουν είμαι δυσάρεστος και κουραστικός με τα λόγια μου… γιατί δεν είμαι για όλους κουραστικός αλλά μόνο για εκείνους που πλουτίζουν από τη δυστυχία των πολλών». ΉΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΣΕ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΦΥΓΟΠΟΝΟΙ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΩΣ ΚΗΦΗΝΕΣ. Γενικότερα όλους τους ιερείς τους θεωρούσε κοινωνικά παράσιτα, λέγοντας ότι είναι «μαυροφορεμένα υποκείμενα που τρώνε περισσότερο από ελέφαντες και κατεβάζουν αμέτρητα ποτήρια», καθώς και τους «ερημίτες που γέμισαν τις σπηλιές, πρότυπα σοβαρότητας, μόνο όσον αφορά τα ρούχα τους».
Ο Λιβάνιος σαν άτομο ήταν ευσεβέστατος και διατηρούσε αλληλογραφία με τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής του: ρήτορες, φιλοσόφους, επισκόπους και με αυτοκράτορες. Ακόμα και οι αντιπάλου του αναγνώριζαν το κύρος του. Εκτός από τους πιο σημαντικούς ρήτορες και σοφιστές της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, υπήρξε πάνω από όλα ένας ένθερμος υποστηρικτής της μητροπαράδοτης- πατρωπαράδοτης Αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, ο οποίος ποτέ δεν έπαψε στα έργα του να κατακεραυνώνει τους χριστιανούς και τις ποταπές πρακτικές τους.
 ΕΥ ΠΡΑΤΤΕΙΝ -Ειρήνη Φουρνάρη , http://www.evprattein.gr/

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Λιβάνιος προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο: Υπέρ των Ελληνικών Ναών

Ο Λιβάνιος ήταν ο πολυγραφότερος συγγραφέας της Αρχαιότητας, ο «μεγαλύτερος ρήτορας και σοφιστής του αιώνα του», το «σταθερό πρότυπο ύφους για όλους τους μεταγενέστερους (βυζαντινούς) ρήτορες, δασκάλους και ανθρώπους των γραμμάτων», δάσκαλος ο ίδιος του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιωάννου Χρυσοστόμου, αλλά και του Ιουλιανού. Το τεράστιο σε όγκο έργο του αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιστορικές πηγές της ύστερης Αρχαιότητας. Σε μια εποχή που η ανθρωπότητα διάβαινε το κατώφλι του Μεσαίωνα, ο Λιβάνιος υπερασπίστηκε τον Ελληνικό Πολιτισμό και, παραμένοντας πεισματικά εθνικός, επέλεξε την οδό της αντιπαράθεσης με τον μισαλλόδοξο σκοταδισμό των πιστών του χριστιανικού δόγματος. Στην Ελλάδα, το όνομα και το έργο του παραμένουν εδώ και αιώνες στην αφάνεια και η «επίσημη» φιλολογία τον αγνοεί σκανδαλωδώς…

Ο Λόγος «Περί της τιμωρίας Ιουλιανού» («Εκδίκηση για τον Ιουλιανό») απευθύνεται στον Θεοδόσιο που μόλις έχει πάρει την εξουσία (το 379). Έχει προηγηθεί η ήττα των Ρωμαίων σε μάχη με τους Γότθους στην Αδριανούπολη, όπου βρήκε τραγικό θάνατο ο αυτοκράτορας Βάλενς, μέγας διώκτης των εθνικών. Ο Λιβάνιος υποστηρίζει ότι ο Ιουλιανός δολοφονήθηκε από Ρωμαίο στρατιώτη, βαλτό από τους χριστιανούς, ότι μετά τον θάνατο του τα πράγματα στην αυτοκρατορία πήγαν από το κακό στο χειρότερο καθώς οι στρατιωτικές ήττες κι οι υποχωρήσεις των Ρωμαίων διαδέχονταν η μία την άλλη, ότι οι δολοφόνοι έπρεπε να τιμωρηθούν, ότι οι μετέπειτα αυτοκράτορες που τον διαδέχτηκαν όχι μόνο στάθηκαν ανίκανοι στρατιωτικοί αλλά κυβέρνησαν με την τρομοκρατία, εξολοθρεύοντας «μυριάδες διαπρεπείς πολίτες» εθνικούς… Το 386 μ.Χ., τα πάντα έχουν πια κριθεί προ πολλού… Μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της Ελληνικής ιστορίας: Ο πολιτισμός που επί μία χιλιετία λάμπρυνε την ανθρωπότητα, εκπροσωπείται τώρα από έναν μοναχικό γέροντα που βλέποντας τα πάντα γύρω του να γκρεμίζονται, βρήκε το θάρρος να ορθώσει το ανάστημά του και να απευθυνθεί στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ηθικό αυτουργό των καταστροφών.

Προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο: Υπέρ των ελληνικών ναών (απόσπασμα)

Στα σύνορα με την Περσία βρίσκεται κατεδαφισμένος ένας ναός που όμοιος του δεν υπήρχε, αν κρίνουμε απ’ όλους όσους τον είδαν. Τόσο μεγάλο τον είχαν χτίσει, με πέτρες τεράστιες, που κάλυπτε τόση γη όση και η πόλη. Μέσα στον φόβο του πολέμου, ήταν τουλάχιστον αρκετό για τους κατοίκους ότι αν οι εχθροί κυρίευαν την πόλη, δεν θα έπαιρναν τίποτα περισσότερο, αφού δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν τον ναό εξαιτίας ενός ισχυρού περιβόλου που αντιστάθηκε σε κάθε πολεμική μηχανή. Επιπλέον, ανεβαίνοντας στη στέγη του μπορούσε κανείς να παρατηρεί ένα μεγάλο μέρος της εχθρικής χώρας, πράγμα που είναι σπουδαίο πλεονέκτημα για τους εμπόλεμους. Άκουσα μάλιστα κάποιους, να μαλώνουν για το ποιος ναός έκανε το μεγαλύτερο θαύμα, αυτός που δεν υπάρχει πια ή ο ναός του Σέραπι -που εύχομαι να μην πάθει κι αυτός τα ίδια.

Αλλά αυτός ο καταπληκτικός ναός, -ας μην πω για τα κρυφά θέλγητρα της οροφής του και τα σιδερένια αγάλματα που έχουν χαθεί στο σκοτάδι, μακριά απ’ το φως του ήλιου- αυτός ο ναός χάθηκε και πάει, προς λύπη αυτών που τον είδαν και προς ανακούφιση αυτών που δεν τον είδαν, γιατί σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι άλλο πράγμα να βλέπεις κι άλλο να ακούς. Πράγματι, αυτοί που δεν τον είδαν δοκίμασαν και τα δύο αισθήματα: Λύπη για το γκρέμισμά του και ανακούφιση για το ότι δεν τον είχαν δει. Όμως, αν κάποιος εξετάσει το πράγμα προσεκτικά, δεν ευθύνεσαι εσύ γι’ αυτό, αλλά ο άνθρωπος που σε παραπλάνησε, (Ο Λιβάνιος αναφέρεται στον έπαρχο Κυνήγιο), ένας αχρείος, μισητός στους θεούς, δειλός και φιλοχρήματος και πληγή για την γη που τον δέχθηκε όταν γεννήθηκε. Ένας άνθρωπος που επωφελήθηκε απ’ το παράλογο φέρσιμο της τύχης, έκανε κατάχρηση της τύχης του, υποδουλώθηκε στη γυναίκα του και της έκανε όλα τις χάρες κι ήταν η γυναίκα του το παν γι’ αυτόν. Κι εκείνη πάλι είχε ανάγκη να υπακούει στο κάθε τι τους ανθρώπους που δίνουν τέτοιες διαταγές και που αποδεικνύουν την αρετή τους με το να ζουν ντυμένοι στα πένθιμα και ακόμη περισσότερο με το να φοράνε ρούχα από τσουβάλια (Εννοεί τους μοναχούς).

Και αν κάποιος έρθει και τους ρωτήσει γιατί τα έκαναν αυτά, αρνούνται κάθε ευθύνη και απαντούν ότι έχουν ενεργήσει σύμφωνα με τις διαταγές του βασιλιά και ότι εκείνος οφείλει να απολογηθεί -τέτοια λένε. Αυτοί οφείλουν να μιλήσουν, αυτοί που δεν θα έχουν ποτέ καμιά δικαιολογία για τις πράξεις τους. Γιατί βέβαια, ποια δικαιολογία μπορεί να υπάρξει για τέτοια κακά;

Αλλά θα τους εξετάσω για να αποδείξω την ενοχή τους σ’ αυτά που μόλις ανέφερα. Πείτε μου: Ποιός ο λόγος που γκρεμίσατε αυτόν τον μεγάλο ναό; Επειδή έτσι αποφάσισε ο βασιλιάς;

Καλώς. Οπότε, οι καταστροφείς δεν έκαναν κανένα αδίκημα αφού έπραξαν σύμφωνα με τη θέληση του βασιλιά. Έτσι, όποιος έχει πράξει τα αντίθετα απ’ αυτά που διατάζει ο βασιλιάς, δεν κάνει αδίκημα; Ε, λοιπόν, σ’ αυτή την κατηγορία ανήκετε εσείς, αφού για τα όσα κάνατε δεν ισχύει η παραπάνω δικαιολογία. Για πείτε μου, γιατί ο ναός της Τύχης στέκεται σώος και αβλαβής καθώς και αυτός του Δία, της Αθηνάς και του Διόνυσου; Μήπως επειδή θέλατε να παραμείνουν αυτοί; Όχι, αλλά επειδή κανείς δεν σας έδωσε την εξουσία να ενεργήσετε εναντίον τους. Είχατε πάρει μήπως την εξουσία για εκείνους που καταστρέψατε; Όχι! Γιατί, λοιπόν, δεν πρέπει να τιμωρηθείτε; Πώς αποκαλείτε τις πράξεις σας ως επιβολή τιμωρίας όταν τα θύματα δεν έχουν κάνει τίποτα που να επιδέχεται κατηγορία;

...

Το σύνολο των σωζόμενων γνήσιων επιστολών του Λιβάνιου είναι 1.560. Πολλές απ’ αυτές εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε τυπωμένη μορφή το 1499 στη Βενετία από τον Κρητικό, Μάρκο Μουσούρο. Όπως αναφέρει το βυζαντινό λεξικό Σουίδα, ο Λιβάνιος «έγραψεν άπειρα»… Είναι πράγματι ο πολυγραφότερος συγγραφέας της Αρχαιότητας, ίσως του κόσμου ολόκληρου. Σώζονται 60 Λόγοι. Εννέα από τους Λόγους του έχουν ονομαστεί «Ιουλιανικοί»: Είτε απευθύνονται προς τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ιουλιανό είτε μιλούν γι’ αυτόν. Σ’ αυτούς περιλαμβάνεται και ο «Θρήνος για τον Ιουλιανό», ο «Επιτάφιος για τον Ιουλιανό» και ο Λόγος «Περί της τιμωρίας Ιουλιανού», γραμμένος 15 χρόνια μετά τον ηρωικό θάνατο του αυτοκράτορα στην τελευταία μάχη του με τους Πέρσες. 

https://www.pare-dose.net/4591?print=pdf

------------------------------------------

Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Λιβάνιος

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΟΡΓΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟ ΛΙΒΑΝΙΟ, ΕΠΕΙΔΗ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΘΡΗΝΗΣΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΠΡΗΣΜΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΣΤΗ ΔΑΦΝΗ (Αντιόχεια)..

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ

«Όποιος μελε­τούσε τα αρχαία κείμενα έπαιζε με τη φωτιά…» 
Από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου:
«Η λεηλασία και κατα­στροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων» – Εκδόσεις Πιρόγα. 
Η μελέτη των πηγών οδηγεί στη θλιβερή διαπίστωση ότι οι θησαυροί του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που είχαν διασωθεί από τη ρωμαϊκή διαρπαγή αντιμετώπισαν το καταστροφικό χριστιανικό μένος σε Ανατολή και Δύση. Οι συμφορές που προκάλεσε το χριστια­νικό ιερατείο ξεπερνούσαν συχνά τα δεινά που επέφεραν οι βαρβαρικές επιδρομές. Χωρίς τον καταστροφικό ζήλο της νέας εξουσίας – πολι­τικής και εκκλησιαστικής – τα αριστουργήματα της αρχαίας τέχνης θα έλαμπαν ακόμα ακέραια – με τη φθορά που επιφέρουν ο χρόνος και τα φυσικά στοιχεία – και όλα τα έργα των αρχαίων διανοητών θα επιζούσαν, κτήμα της ανθρωπό­τητας.
Σε αντίθεση με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, που όχι μόνο ανεχόταν τις ξένες λατρείες αλλά υιοθετούσε αλλόφυλες θεότητες – δεν υπήρχε άλλωστε ούτε δογματικό πλαίσιο ούτε εξουσία του ιερατείου – οι χριστιανοί αρχηγοί και ιερα­πόστολοι επέδειξαν πνεύμα φανατισμού και αδιαλλαξίας που οδηγούσε συχνά σε εξόντωση των αντιφρονούντων και εξαφάνιση των θρη­σκευτικών τους συμβόλων. Ακολουθούσαν την εβραϊκή παράδοση της ιδεολογικής μονοκρα­τορίας.
Στους πρώτους τρεις αιώνες ο χριστιανισμός θα παραμείνει μειοψηφία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Το ρεύμα θα δυναμώσει όταν θα ανακηρύξει ο Κωνσταντίνος τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους.
Οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών, πιστοί πάντοτε στις παραδόσεις, αντιστέκονται εμμέ­νοντας στην πατροπαράδοτη πίστη και ιδεο­λογία. Ακόμα και στον έκτο και έβδομο αιώνα η παλαιά λατρεία ήταν ακόμα ζωντανή στους αγροτικούς πληθυσμούς που θεωρούσαν τους αρχαίους θεούς προστάτες της παραγωγής, των κοπαδιών και της υγείας.
Η αγροτική μάζα ήταν αδρανής και παθητική μ’ όλο που την απομυζούσαν η κρατική εξουσία και οι φεουδάρχες. Υποτασσόταν χωρίς αντίστα­ση στους δυνάστες της. Το 90% των αυτοκρα­τορικών πόρων επί ρωμαιοκρατίας προερχόταν από τους αγροτικούς φόρους, και τα πλούτη των ανώτερων τάξεων από την εκμετάλλευση των δουλοπάροικων στις γαιοκτησίες.
 Όταν στον Δ αιώνα απαγορεύθηκε η αρχαία λατρεία και διατάχθηκε το κλείσιμο ή η κατεδάφιση των ναών και η καταστροφή των αγαλμάτων, σε ελάχιστες περιπτώσεις εκδηλώθηκε δυναμική αντίδραση στις επιδρομές κατά των ιερών. Η διείσδυση του χριστιανισμού στον αγροτικό κόσμο θα προχωρήσει με αργούς ρυθμούς και θα ολοκληρωθεί στον Ζ αιώνα.
Επειδή δεν υπήρχαν στις αγροτικές περιο­χές συμπαγείς πληθυσμοί για να προβάλουν αντίσταση, οι χριστιανοί ιεραπόστολοι, με τις ένοπλες ακολουθίες τους, κατέστρεφαν κατά τις προσηλυτιστικές εκστρατείες όλα τα σύμβο­λα των αλλοθρήσκων. Κατακρήμνιζαν τα ιερά, εστίες λατρείας από γενιά σε γενιά, τρομοκρα­τούσαν τους γεωργούς, ερήμωναν την ύπαι­θρο, σκόρπιζαν την απόγνωση, προκαλούσαν κοινωνική αναστάτωση και οικονομική κρίση. Έπεφτε η παραγωγή, περιορίζονταν τα κρατικά έσοδα, στέρευε η κυριότερη πηγή φορολογίας. 
Τις τραγικές συνέπειες των χριστιανικών επι­δρομών στις αγροτικές περιοχές καταγγέλλει ο Λιβάνιος στην περίφημη επιστολή προς τον Θεοδόσιο Α. Σαρώνουν τα πάντα σαν αφηνια­σμένοι χείμαρροι και ερημώνουν την ύπαιθρο. Οι ναοί, αυτοκράτορα μου, είναι κτίσματα των αγρών, η ψυχή τους. Αυτές οι αγριότητες αφανίζουν τους γεωργούς, τους εξαθλιώνουν καθώς χάνουν το θάρρος τους. Και το αποτέλε­σμα: ξεπέφτουν οι χωρικοί, χάνει το δημόσιο.
 Οι τοπικές εκκλησιαστικές Αρχές στρέφο­νταν εναντίον των ανυπεράσπιστων καλλιερ­γητών και χάλκευαν ψευδείς κατηγορίες για τη δήμευση των αγρών τους. Από τη μια μεριά οι εργατικές μέλισσες, γράφει ο Λιβάνιος, κι από την άλλη οι κηφήνες. Επιχειρούν τον βίαιο προσηλυτισμό, εισορμούν στα χωριά και με το πρόσχημα του «σωφρονισμού» επιδίδονται σε ληστείες.
Αυτές οι βαρβαρότητες προκάλεσαν συσπει­ρώσεις και αντίσταση των γεωργικών πληθυ­σμών. Ανησυχώντας η εκκλησιαστική ηγεσία απευθύνεται στην αυτοκρατορική εξουσία και εισηγείται τον βίαιο προσηλυτισμό των αγρο­τών. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος καλεί τους γαιοκτήμονες του Βυζαντίου να εκχριστιανίσουν τους δουλοπάροικους και κολήγους στα φέου­δα τους, να προσλάβουν ιερείς και να χτίσουν εκκλησίες. Ο διαβόητος Ιωάννης της Εφέσου (ΣΤ αι.) καυχιέται ότι κατά την προσηλυτιστική του εκστρατεία – με την τρομοκρατία και τον κνούτο – βάφτισε 70.000 ειδωλολάτρες. Στη Δύση, ο πάπας Γρηγόριος, ο επιλεγόμενος Μέγας (Εαι.), διαπίστωσε ότι στη Σαρδηνία οι χωρικοί δωροδοκούσαν, καταβάλλοντος ένα είδος φόρου, τον κυβερνήτη του νησιού, για να συνεχίζουν ανενόχλητοι την παραδοσιακή τους λατρεία.
Συχνά η πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία εξαπέλυε άγριους διωγμούς κατά των πιστών της παλαιάς θρησκείας επιστρατεύοντας τη συκοφαντία. Επειδή απαγορεύονταν, με διά­ταγμα του Κωνσταντίνου, οι θυσίες στα ιερά με την απειλή δημεύσεως περιουσιών, πολλοί χριστιανοί, όπως γράφει ο Λιβάνιος, κατέφευγαν σε ψευδείς καταγγελίες για να ενοχοποιήσουν τους αγρότες. Μαζεύονταν οι γεωργοί για να διασκεδάσουν και έσφαζαν ένα αρνί ή ένα μοσχάρι. Αμέσως οι χριστιανοί τους κατηγο­ρούσαν ότι «έθυσαν», ότι έκαναν ειδωλολατρι­κή θυσία παραβιάζοντας τον αυτοκρατορικό νόμο. Αν μάλιστα τραγουδούσαν αντιμετώπιζαν τη βαριά κατηγορία ότι ανέμελπαν ύμνους στους αρχαίους θεούς.
 Τα οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύο­νταν και οι αναπότρεπτες κοινωνικές αναταρα­χές έπαιζαν πρωταρχικό ρόλο στην αναμέτρηση των δύο θρησκειών και υποδαύλιζαν τους βαν­δαλισμούς. Αυτή την πλευρά των αντιθέσεων – τα οικονομικά συμφέροντα – αποκαλύπτει η εχθρότητα που αντιμετώπισε ο απόστολος Παύλος κατά την προσηλυτιστική του περιοδεία στη Μ. Ασία. Στην Έφεσο ξεσηκώθηκε μέγα πλήθος και εμπόδισε την είσοδο του στο θέατρο. Γιατί; Κάποιος Δημήτριος «αργυροκόπος» που διατηρούσε βιοτεχνία κατα­σκευής ομοιωμάτων του ναού της Αρτέμιδος και απασχολούσε μεγάλον αριθμό τεχνιτών, συγκέντρωσε τους εργαζόμενους και τους προειδοποίησε ότι κινδυνεύουν να μείνουν άνεργοι αν επικρατήσει ο χριστιανισμός. Το ιερό της Εφέσου θα σβήσει και θα δυστυχήσουμε. Η πόλη αναστατώθηκε. «Ακούσαντες δε και γενόμενοι πλήρεις θυμού έκραζον λέγοντες: Μεγάλη η Άρτεμις Εφέσου». Ξεσηκώθηκαν οι κάτοικοι «και επλήσθη η πόλις όλη συγχύσεως· ώρμησαν δε ομοθυμαδόν εις το θέατρον».
 Ο Λιβάνιος, στην έκκληση του προς τον αυτο­κράτορα Θεοδόσιο για προστασία των αρχαίων μνημείων και έργων τέχνης από τις βαρβαρότη­τες των χριστιανών, υπενθυμίζει τους διωγμούς των αλλοθρήσκων ιερών από τον Κωνσταντίνο. Δεν περιορίσθηκε στις βεβηλώσεις και ανατρο­πές βωμών και στον εμπρησμό και το κλείσιμο των αρχαίων ιερών αλλά και μετέτρεψε ναούς σε πορνεία. Καταγγέλλει επίσης ότι ο διωγμός της παλαιάς θρησκείας είχε ταπεινά ελατήρια. Απέβλεπε δηλαδή στην αρπαγή της περιουσίας των αρχαίων ναών και διανομή της στους ευνο­ουμένους της εξουσίας.
 Οι ιεράρχες και ιεραπόστολοι εμπνέονταν στο μένος τους κατά των αγαλμάτων και έργων τέχνης της παλαιάς θρησκείας από την ιδεολογία της εβραϊκής λατρείας που κατα­δίκαζε τα «είδωλα», τον ανθρωπομορφισμό, την αναπαράσταση μορφών σε άψυχη ύλη. «Επικατάρατος πας άνθρωπος ος ποιήσει γλυπτόν και χωνευτόν, βδέλυγμα Κυρίω έργον χει­ρών τεχνίτου». Παραμερίζοντας τη διδασκαλία της ευαγγελικής αγάπης, του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, επικαλούνται την μήνιν του ιουδαϊκού θεού κατά των λατρευτικών αντι­κειμένων των άλλων θρησκειών, τις αρές των προφητών και τις αγριότητες των εγκόσμιων ηγεμόνων. «Και ελάλησε Κύριος»: Αφανίστε όλα τα αγάλματα από μέταλλο και λίθο. «Και εγένετο λόγος Κυρίου»: Να συντριβούν όλα τα γλυπτά της Σαμάρειας, να καταστραφούν οι εικόνες και τα αγάλματα. «Τάδε λέγει Κύριος. Καταθρυμμάτισε και λίχνισε τα επιχρυσωμένα και επάργυρα αγάλματα και πέταξε τα σαν κοπριά».
Και η φωνή του Ησαΐα: Τα αγάλματα να πελεκηθούν όπως τα δέντρα στο δάσος. Όλα τα αγάλματα στη φωτιά. Γιατί δεν είναι θεοί αλλά χειροποίητα αντικείμενα, ξύλα και πέτρες. «Λέγει Κύριος Σαβαώθ: Θα εξαφανίσω ακόμα και τα ονόματα των αγαλμάτων, για να σβήσουν ολότελα από τη μνήμη». Δεν θα καταστραφούν μόνο τα αγάλματα σας αλλά και οι θεοί σας. Ο βασιλιάς Ιωσίας αναλαμβάνει εκστρατεία αφανισμού των αλλόθρησκων λατρευτικών συμ­βόλων. Γκρεμίζει τους βωμούς, κόβει τα ιερά άλση, θερίζει και τσακίζει τα αγάλματα, καίει τα οστά των ιερέων στους βωμούς, κονιορτοποιεί τα γλυπτά. Ένας άλλος βασιλιάς, ο Ασά, γκρέμι­σε το λατρευτικό άγαλμα της Αστάρτης.
 Οι ιεραπόστολοι των πρώτων χριστιανικών αιώνων καλλιεργούσαν το μίσος αλλά και τον τρόμο για την παλαιά θρησκεία και τα σύμ­βολα της. Διαβεβαίωναν τους πιστούς ότι τα αγάλματα των θεών έκρυβαν επικίνδυνους δαί­μονες. Ταύτιζαν μάλιστα την ειδωλολατρία με την κλασσική παιδεία. Με αποτέλεσμα πολλοί χριστιανοί να απορρίπτουν με αποστροφή τον προγονικό πολιτισμό, τα επιτεύγματα του ελλη­νικού πνεύματος και των τεχνών. Όποιος μελε­τούσε τα αρχαία κείμενα έπαιζε με τη φωτιά…
 Από­σπασμα από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου:
«Η λεηλασία και κατα­στροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων» – Εκδόσεις Πιρόγα. 

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ

ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΠΟΥ ΒΑΦΤΙΣΤΗΚΕ «ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ»
(Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου «Η λεηλασία και καταστροφήτων ελληνικών αρχαιοτήτων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πιρόγα.) 
Μετά τη ρωμαϊκή θεομηνία που σάρωσε τους ελληνικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς επέρχεται ο χριστιανικός τυφώνας, νέα συμ­φορά για τα ανεπανάληπτα δημιουργήματα του κλασσικού πολιτισμού.
Πραγματικά, οι τρομακτικότεροι βανδαλισμοί κατά των αρχαίων ελληνικών μνημείων και έργων τέχνης θα διαπραχθούν μετά την επικράτηση του χριστιανισμού σε Ανατολή και Δύση
Οι κατα­στροφές των κατακτητικών εκστρατειών και των πολεμικών συγκρούσεων από Πέρσες, Ρωμαίους, Φράγκους, Οθωμανούς είναι ασή­μαντες αν συγκριθούν με τον αφανισμό των καλλιτεχνικών θησαυρών στους πρώτους πέντε χριστιανικούς αιώνες. Πυρ και σίδηρος για τους αρχαίους ναούς και τα αγάλματα, για τα κλασσικά κείμενα και ... τις βιβλιοθήκες. Ήταν οι χειρότεροι βανδαλισμοί της ιστορίας.
Η πολιτι­κή και η εκκλησιαστική εξουσία δεν στάθηκε ικανή να διαχωρίσει τη θρησκευτική πίστη από την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία.
Η απόρριψη της παλαιάς θρησκείας συνακολουθείται από τον διωγμό και τον όλεθρο του αρχαίου πολιτισμού. Με εντολή ή συνέργεια των ηγεμόνων του κράτους και της εκκλησίας, οι νεοπροσήλυτοι χριστιανοί συντρίβουν με σφύρες ή πυρπολούν έργα τέχνης, γκρεμίζουν μνημεία, ρίχνουν στο χυτήριο τα χρυσά και αργυρά καλλιτεχνήματα.
Οι αρχαίοι ναοί, όταν δεν κατεδαφίζονται ή δεν κατερειπώνονται με την αφαίρεση της στέγης, μετατρέπονται σε χριστιανικές εκκλη­σίες.
Η επικράτηση του χριστιανισμού δεν έγινε παντού με ελεύθερο και ειρηνικό ενστερνισμό των νέων θρησκευτικών ιδεών αλλά και με βίαιη παρέμβαση της εξουσίας, με τρομοκρα­τία και ωμότητες, το ίδιο αποτρόπαιες με τις ρωμαϊκές κακουργίες εναντίον των χριστιανών.
Το πέρασμα από τη μια θρησκεία στην άλλη συνοδευόταν από αναστατώσεις και κρίσεις, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, ηθικές με θύματα τα μνημεία ενός περίλαμπρου πολιτι­σμού. Επιβάλλεται γι' αυτό μια σύντομη επισκό­πηση της μεγάλης Αλλαγής που σημειώθηκε στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες και μια περιγραφή του δραματικού σκηνικού. Η μελέτη των πηγών οδηγεί στη θλιβερή διαπίστωση ότι οι θησαυροί του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που είχαν διασωθεί από τη ρωμαϊκή διαρπαγή αντιμετώπισαν το καταστροφικό χριστιανικό μένος σε Ανατολή και Δύση. Οι συμφορές που προκάλεσε το χριστια­νικό ιερατείο ξεπερνούσαν συχνά τα δεινά που επέφεραν οι βαρβαρικές επιδρομές.
Χωρίς τον καταστροφικό ζήλο της νέας εξουσίας - πολι­τικής και εκκλησιαστικής - τα αριστουργήματα της αρχαίας τέχνης θα έλαμπαν ακόμα ακέραια - με τη φθορά που επιφέρουν ο χρόνος και τα φυσικά στοιχεία - και όλα τα έργα των αρχαίων διανοητών θα επιζούσαν, κτήμα της ανθρωπό­τητας. Σε αντίθεση με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, που όχι μόνο ανεχόταν τις ξένες λατρείες αλλά υιοθετούσε αλλόφυλες θεότητες - δεν υπήρχε άλλωστε ούτε δογματικό πλαίσιο ούτε εξουσία του ιερατείου - οι χριστιανοί αρχηγοί και ιερα­πόστολοι επέδειξαν πνεύμα φανατισμού και αδιαλλαξίας που οδηγούσε συχνά σε εξόντωση των αντιφρονούντων και εξαφάνιση των θρη­σκευτικών τους συμβόλων. Ακολουθούσαν την εβραϊκή παράδοση της ιδεολογικής μονοκρατορίας.
Στους πρώτους τρεις αιώνες ο χριστιανισμός θα παραμείνει μειοψηφία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Το ρεύμα θα δυναμώσει όταν θα ανακηρύξει ο Κωνσταντίνος τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους.
Οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών, πιστοί πάντοτε στις παραδόσεις, αντιστέκονται εμμέ­νοντας στην πατροπαράδοτη πίστη και ιδεο­λογία. Ακόμα και στον έκτο και έβδομο αιώνα η παλαιά λατρεία ήταν ακόμα ζωντανή στους αγροτικούς πληθυσμούς που θεωρούσαν τους αρχαίους θεούς προστάτες της παραγωγής, των κοπαδιών και της υγείας.
Όταν στον Δ αιώνα απαγορεύθηκε η αρχαία λατρεία και διατάχθηκε το κλείσιμο ή η κατεδάφιση των ναών και η καταστροφή των αγαλμάτων, σε ελάχιστες περιπτώσεις εκδηλώθηκε δυναμική αντίδραση στις επιδρομές κατά των ιερών. Η διείσδυση του χριστιανισμού στον αγροτικό κόσμο θα προχωρήσει με αργούς ρυθμούς και θα ολοκληρωθεί στον Ζ' αιώνα.
Επειδή δεν υπήρχαν στις αγροτικές περιο­χές συμπαγείς πληθυσμοί για να προβάλουν αντίσταση, οι χριστιανοί ιεραπόστολοι, με τις ένοπλες ακολουθίες τους, κατέστρεφαν κατά τις προσηλυτιστικές εκστρατείες όλα τα σύμβο­λα των αλλοθρήσκων. Κατακρήμνιζαν τα ιερά, εστίες λατρείας από γενιά σε γενιά, τρομοκρα­τούσαν τους γεωργούς, ερήμωναν την ύπαι­θρο, σκόρπιζαν την απόγνωση, προκαλούσαν κοινωνική αναστάτωση και οικονομική κρίση. Έπεφτε η παραγωγή, περιορίζονταν τα κρατικά έσοδα, στέρευε η κυριότερη πηγή φορολογίας.
Τις τραγικές συνέπειες των χριστιανικών επι­δρομών στις αγροτικές περιοχές καταγγέλλει ο Λιβάνιος στην περίφημη επιστολή του προς τον Θεοδόσιο Α. Σαρώνουν τα πάντα σαν αφηνια­σμένοι χείμαρροι και ερημώνουν την ύπαιθρο. Οι ναοί, αυτοκράτορα μου, είναι κτίσματα των αγρών, η ψυχή τους. Αυτές οι αγριότητες αφανίζουν τους γεωργούς, τους εξαθλιώνουν καθώς χάνουν το θάρρος τους. Και το αποτέλε­σμα: ξεπέφτουν οι χωρικοί, χάνει το δημόσιο.
Οι τοπικές εκκλησιαστικές Αρχές στρέφο­νταν εναντίον των ανυπεράσπιστων καλλιερ­γητών και χάλκευαν ψευδείς κατηγορίες για τη δήμευση των αγρών τους. Από τη μια μεριά οι εργατικές μέλισσες, γράφει ο Λιβάνιος, κι από την άλλη οι κηφήνες. Επιχειρούν τον βίαιο προσηλυτισμό, εισορμούν στα χωριά και με το πρόσχημα του «σωφρονισμού» επιδίδονται σε ληστείες.
Αυτές οι βαρβαρότητες προκάλεσαν συσπει­ρώσεις και αντίσταση των γεωργικών πληθυ­σμών. Ανησυχώντας η εκκλησιαστική ηγεσία απευθύνεται στην αυτοκρατορική εξουσία και εισηγείται τον βίαιο προσηλυτισμό των αγρο­τών. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος καλεί τους γαιοκτήμονες του Βυζαντίου να εκχριστιανίσουν τους δουλοπάροικους και κολήγους στα φέου­δα τους, να προσλάβουν ιερείς και να χτίσουν εκκλησίες.
Ο διαβόητος Ιωάννης της Εφέσου (ΣΤ αι.) καυχιέται ότι κατά την προσηλυτιστική του εκστρατεία - με την τρομοκρατία και τον κνούτο - βάφτισε70.000 ειδωλολάτρες. Στη Δύση, ο πάπας Γρηγόριος, ο επιλεγόμενος Μέγας (Ε'αι.), διαπίστωσε ότι στη Σαρδηνία οι χωρικοί δωροδοκούσαν, καταβάλλοντος ένα είδος φόρου, τον κυβερνήτη του νησιού, για να συνεχίζουν ανενόχλητοι την παραδοσιακή τους λατρεία.
Συχνά η πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία εξαπέλυε άγριους διωγμούς κατά των πιστών της παλαιάς θρησκείας επιστρατεύοντας τη συκοφαντία. Επειδή απαγορεύονταν, με διά­ταγμα του Κωνσταντίνου, οι θυσίες στα ιερά με την απειλή δημεύσεως περιουσιών, πολλοί χριστιανοί, όπως γράφει ο Λιβάνιος, κατέφευγαν σε ψευδείς καταγγελίες για να ενοχοποιήσουν τους αγρότες. Μαζεύονταν οι γεωργοί για να διασκεδάσουν και έσφαζαν ένα αρνί ή ένα μοσχάρι. Αμέσως οι χριστιανοί τους κατηγο­ρούσαν ότι «έθυσαν», ότι έκαναν ειδωλολατρι­κή θυσία παραβιάζοντας τον αυτοκρατορικό νόμο. Αν μάλιστα τραγουδούσαν αντιμετώπιζαν τη βαρειά κατηγορία ότι ανέμελπαν ύμνους στους αρχαίους θεούς.
Ο Λιβάνιος, στην έκκληση του προς τον αυτο­κράτορα Θεοδόσιο για προστασία των αρχαίων μνημείων και έργων τέχνης από τις βαρβαρότη­τες των χριστιανών, υπενθυμίζει τους διωγμούς των αλλοθρήσκων ιερών από τον Κωνσταντίνο. Δεν περιορίσθηκε στις βεβηλώσεις και ανατρο­πές βωμών και στον εμπρησμό και το κλείσιμο των αρχαίων ιερών αλλά και μετέτρεψε ναούς σε πορνεία. Καταγγέλλει επίσης ότι ο διωγμός της παλαιάς θρησκείας είχε ταπεινά ελατήρια. Απέβλεπε δηλαδή στην αρπαγή της περιουσίας των αρχαίων ναών και διανομή της στους ευνο­ουμένους της εξουσίας.
Οι ιεράρχες και ιεραπόστολοι εμπνέονταν στο μένος τους κατά των αγαλμάτων και έργων τέχνης της παλαιάς θρησκείας από την ιδεολογία της εβραϊκής λατρείας που κατα­δίκαζε τα «είδωλα», τον ανθρωπομορφισμό, την αναπαράσταση μορφών σε άψυχη ύλη.
Οι ιεραπόστολοι των πρώτων χριστιανικών αιώνων καλλιεργούσαν το μίσος αλλά και τον τρόμο για την παλαιά θρησκεία και τα σύμ­βολα της. Διαβεβαίωναν τους πιστούς ότι τα αγάλματα των θεών έκρυβαν επικίνδυνους δαί­μονες. Ταύτιζαν μάλιστα την ειδωλολατρία με την κλασσική παιδεία. Με αποτέλεσμα πολλοί χριστιανοί να απορρίπτουν με αποστροφή τον προγονικό πολιτισμό, τα επιτεύγματα του ελλη­νικού πνεύματος και των τεχνών.
Όποιος μελε­τούσε τα αρχαία κείμενα έπαιζε με τη φωτιά...   

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022

ΛΙΒΑΝΙΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΘΕΟΔΟΣΙΟ: ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΑΩΝ

Ο Λιβάνιος ήταν ένας από τους λίγους εθνικούς διανοούμενους που βγήκαν ζωντανοί από τις σφαγές της δεκαετίας του 370. Χάρις στο κύρος του και την ανοχή που απολάμβανε επί τρεις δεκαετίες (μιας και ως φιλόλογος, ήταν πολύτιμος δάσκαλος για τους νεαρούς χριστιανούς), ο Λιβάνιος κατά κάποιον τρόπο, είχε το ένα πόδι χωμένο στην πόρτα εμποδίζοντας την εξουσία να του την κλείσει κατάμουτρα. Εξαντλεί λοιπόν όλα τα περιθώρια ανοχής, που όπως διαπιστώνει κανείς είναι πολύ στενά: Δεν του μένει παρά να καταφύγει σε δικονομικά επιχειρήματα αλλά και να επισημάνει στον θρησκόληπτο Θεοδόσιο ότι είναι προς το οικονομικό του συμφέρον να αφήσει απείραχτους τους ελληνικούς ναούς, ότι τα αγάλματα χάρη στην αισθητική τους αξία δεν θα ‘πρεπε να καταστραφούν, ότι ένας ναός μπορεί να στεγάσει μία δημόσια υπηρεσία, ότι οι εθνικοί είναι δουλευτάδες και παράγουν πλούτο, ενώ οι χριστιανοί είναι κηφήνες και κοινωνικά παράσιτα. 

Όμως «εις μάτην», όπως έγραψε ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: 
«Εις μάτην ο περιώνυμος σοφιστής Λιβάνιος επ’ ελπίδι του να συγκινήση την ψυχήν του Θεοδοσίου, περιέγραψε τα παθήματα του αρχαίου θρησκεύματος… Η φωνή αύτου δεν εισηκούσθη και το έργον της καταστροφής εξηκολούθησε»… 

ΛΙΒΑΝΙΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΘΕΟΔΟΣΙΟ: ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΑΩΝ

(απόσπασμα)

Βέβαια, εσύ ο ίδιος δεν έδωσες διαταγή να κλείσουν οι ναοί και δεν απαγόρεψες ούτε την είσοδο σε ναούς, ούτε το ιερό πυρ των ναών, ούτε το λιβάνι, ούτε τις προσφορές άλλων θυμιαμάτων σε ναούς και βωμούς. Όμως, εκείνα τα μαυροφορεμένα υποκείμενα, που τρώνε περισσότερο κι από τους ελέφαντες και κατεβάζοντας αμέτρητα ποτήρια, παρενοχλούν τους άλλους που συνοδεύουν το πιοτό τους με τραγούδια, αυτοί που συγκαλύπτουν τις επιδόσεις τους στο φαγοπότι με μια τεχνητή χλωμάδα του προσώπου. Αυτοί, ενώ ο νόμος παραμένει σε ισχύ, ορμούν πάνω στους ναούς κρατώντας ξύλα και πέτρες και σίδερα, και μερικές φορές χωρίς αυτά, με χέρια και πόδια.

Ακολουθεί η εκ του ασφαλούς λεηλασία, το γκρέμισμα της στέγης, η κατεδάφιση των τοίχων, σπάσιμο των αγαλμάτων, αναποδογύρισμα των βωμών. Και οι ιερείς των ναών είναι υποχρεωμένοι να σωπαίνουν ή να πεθαίνουν. Κι αφού κατεδαφίσουν έναν ναό, σπεύδουν στον δεύτερο και στον τρίτο κι ύστερα στοιβάζουν τρόπαια πάνω σε τρόπαια, καταπατώντας τον νόμο. Τέτοιες πράξεις αποτολμούνται και μέσα σε πόλεις, όμως κυρίως στην ύπαιθρο.

Κι είναι πολλοί αυτοί που κάθε φορά επιτίθενται’ κι ύστερα από τα μύρια κακά που διαπράττουν τα σκορπισμένα πλήθη, συγκεντρώνονται και ζητούν αναμεταξύ τους λογαριασμό των πράξεων τους, και το ‘χουν σε ντροπή να μην έχουν διαπράξει τα μεγαλύτερα αδικήματα.

Ξεχύνονται στους αγρούς σαν χείμαρροι και μαζί με τους ναούς ερημώνουν και τους αγρούς. Γιατί όταν ένας αγρός στερηθεί τον ναό του, πάει χαμένος, τυφλώνεται και πεθαίνει. Οι ναοί, βασιλιά, είναι η ψυχή των αγρών οι ναοί πρωτοέδωσαν ζωή στους αγρούς, και από γενιά σε γενιά παραδόθηκαν στους σημερινούς ανθρώπους. Σ’ αυτούς αποθέτουν τις ελπίδες τους οι αγρότες, για τις γυναίκες ή τους συζύγους, για τα παιδιά τους, για τις αγελάδες, για τη γη που σπέρνουν και φυτεύουν. Κι όταν παθαίνει τέτοιο κακό η ύπαιθρος, μαζί με τις ελπίδες των αγροτών χάνεται κι η προθυμία τους, γιατί πιστεύουν πως θα πάνε οι κόποι τους χαμένοι, αφού στερήθηκαν τους θεούς που θα βοηθήσουν ώστε οι κόποι τους να ευοδωθούν. Και όπως δεν δουλεύουν τη γη με την ίδια φροντίδα, ούτε κι η σοδειά μπορεί να είναι ίδια με πριν. Έτσι, και ο γεωργός γίνεται φτωχότερος και η είσπραξη φόρων μειώνεται. Γιατί, ακόμα και να είναι κανείς πρόθυμος ν’ αποδώσει φόρους, τον εμποδίζει η ίδια η αδυναμία του.

Να τι αντίκτυπο έχουν στις μεγάλες υποθέσεις του κράτους οι βιαιότητες που αποτολμούν ενάντια στον κόσμο της υπαίθρου οι άνθρωποι αυτοί που ισχυρίζονται ότι πολεμούν τους ναούς. Μόνο που ο πόλεμός τους, είναι γι’ αυτούς πηγή εισοδήματος, γιατί αρπάζουν όχι μόνο ό,τι βρίσκεται μες στους ναούς αλλά και τα υπάρχοντα των ταλαίπωρων αγροτών, την παραγωγή τους και τα ζωντανά. Και αποχωρούν τελικά οι εισβολείς κουβαλώντας τη λεία τους από τα μέρη που εκπόρθησαν. Και δεν τους φτάνει αυτό, αλλά σφετερίζονται και ξένα κτήματα, λέγοντας ότι η γη του τάδε γεωργού είναι περιουσία του ναού, και πολλοί έχουν χάσει έτσι πατρικές περιουσίες, επειδή προβάλλονται ψεύτικοι τίτλοι.

Από τα δεινά των άλλων καλοπερνούν αυτοί, που ισχυρίζονται ότι κάνοντας νηστείες λατρεύουν τον θεό τους. Κι αν κάποιοι από τα θύματά τους πάνε στην πόλη και βρουν τον «ποιμένα» (έτσι αποκαλούνται κάποιοι άνθρωποι, όχι και τόσο αγαθοί) και κλαίγοντας του διηγηθούν τα όσα έπαθαν, ο «ποιμένας» αυτός επαινεί τους κακοποιούς και ξαποστέλνει τους παθόντες, λέγοντάς τους πως είναι κερδισμένοι κι από πάνω, που δεν έπαθαν χειρότερα.

Κι όμως, βασιλιά, δικοί σου υπήκοοι είναι κι αυτοί και σου είναι πιο χρήσιμοι από τους άλλους που εγκληματούν σε βάρος τους, όσο πιο χρήσιμος είναι ένας εργαζόμενος από έναν άεργο. Αυτοί είναι οι μέλισσες, ενώ εκείνοι οι κηφήνες. Κι όταν ακούνε πως σε κάποιο κτήμα υπάρχουν πράγματα προς αρπαγή, αμέσως κατηγορούν τον κτηματία ότι κάνει θυσίες και άλλα κακά, και ότι πρέπει να γίνει ένοπλη επέμβαση, και να σου, καταφθάνουν οι σωφρονιστές. Έτσι τις βαφτίζουν τις ληστείες τους, αν και η λέξη «ληστεία» είναι ανεπαρκής. Ο ληστής κοιτάει να ξεφύγει και αρνείται την πράξη του κι αν τον πεις ληστή θα το πάρει για προσβολή. Ενώ αυτοί περηφανεύονται και καμαρώνουν για τα κατορθώματα τους και τα διηγούνται σε όσους δεν τα γνωρίζουν, κι από πάνω έχουν και την αξίωση να ανταμειφθούν γι’ αυτά. 

Ολόκληρο: https://www.pare-dose.net/4591

-------------------------------

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΟΡΓΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟ ΛΙΒΑΝΙΟ, ΕΠΕΙΔΗ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΘΡΗΝΗΣΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΠΡΗΣΜΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΣΤΗ ΔΑΦΝΗ (Αντιόχεια)..

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ

Από το βιβλίο του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ «Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ», Έκτη έκδοση, Εκδόσεις Πιρόγα.

Στις αγροτικές περιοχές, η λατρεία των αρχαίων θεών, παρέμεινε “ζωντανή” ως τον 6ο-7ο αιώνα. Τον 4ο αιώνα, όταν απαγορεύτηκε η αρχαία λατρεία και διατάχθηκε το κλείσιμο ή η κατεδάφιση των αρχαίων ναών και η καταστροφή των αγαλμάτων, σε ελάχιστες περιπτώσεις εκδηλώθηκαν δυναμικές αντιδράσεις για την καταστροφή των ιερών.
Οι Χριστιανοί ιεραπόστολοι, με τις ένοπλες ακολουθίες τους, κατέστρεφαν κατά τις προσηλυτιστικές τους εκστρατείες όλα τα σύμβολα των αλλοθρήσκων. Γκρέμιζαν τα ιερά, εστίες λατρείας, τρομοκρατούσαν τους γεωργούς, ερήμωναν την ύπαιθρο, προκαλούσαν κοινωνική αναταραχή και οικονομική κρίση.
Ο ρήτορας Λιβάνιος (314-393), γνωστός αρχαιολάτρης και φίλος του αυτοκράτορα Ιουλιανού, στην περίφημη επιστολή του στον Μέγα Θεοδόσιο, γράφει χαρακτηριστικά για τους Χριστιανούς:
“Σαρώνουν τα πάντα σαν αφηνιασμένοι χείμαρροι και ερημώνουν την ύπαιθρο. Οι ναοί, αυτοκράτορά μου, είναι κτίσματα των αγρών, η ψυχή τους. Αυτές οι αγριότητες αφανίζουν τους γεωργούς, τους εξαθλιώνουν, καθώς χάνουν το θάρρος τους. Και το αποτέλεσμα: ξεπέφτουν οι χωρικοί, χάνει το Δημόσιο...Επιχειρούν (οι τοπικές εκκλησιαστικές αρχές) τον βίαιο προσηλυτισμό, εισορμούν στα χωριά και με το πρόσχημα του “σωφρονισμού”, επιδίδονται σε ληστείες”. Αυτές οι βαρβαρότητες, προκάλεσαν συσπείρωση και αντίσταση των γεωργικών πληθυσμών.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, καλεί τους γαιοκτήμονες του Βυζαντίου να εκχριστιανίσουν τους δουλοπάροικους και τους κολίγους στα φέουδά τους, να προσλάβουν ιερείς και να χτίσουν εκκλησίες. Ο Ιωάννης της Εφέσου (6ος αι.), περηφανευόταν ότι κατά την προσηλυτιστική του εκστρατεία, βάφτισε 70.000 ειδωλολάτρες, συχνά με κνούτο και τρομοκρατία. Ο πάπας Γρηγόριος ο Μέγας (5ος αι.), ανακάλυψε ότι στη Σαρδηνία οι χωρικοί δωροδοκούσαν τον κυβερνήτη του νησιού για να τους επιτρέπει να συνεχίζουν ανενόχλητοι την παραδοσιακή τους λατρεία.
Ο Λιβάνιος, στην επιστολή του προς τον Μέγα Θεοδόσιο, είναι καταπέλτης για τον Μέγα Κωνσταντίνο. “...βωμούς εφήκε λακτίζουσιν ανατρέπειν, ιερά δε και νεώς τους μεν έκλεισε, τους δε κατέκαυσε”. Φτάνει μάλιστα να τον κατηγορήσει ότι μετέτρεψε ναούς σε πορνεία: “τους δε βεβήλους αποφοίνας πόρνοις ενοικείν έδωκε” (Λόγος υπέρ των ναών, XVII, 7).
Στην Κύζικο του Ελλησπόντου, ο επίσκοπος Ελεύσιος (4ος αι.) γκρέμισε όλους τους αρχαίους ναούς φανατίζοντας τους εκχριστιανισμένους εργάτες του τοπικού νομισματοκοπείου και της βιοτεχνίας ενδυμάτων. Ο σοφιστής Σώπατρος από την Απάμεια, μαθητής του Ιάμβλιχου (4ος αι.), θανατώθηκε με εντολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατηγορούμενος ότι “κατέδησε τους ανέμους δι’ υπερβολήν σοφίας” (“έδεσε τους ανέμους με τη μεγάλη σοφία του”) και εμπόδισε τους νοτιάδες να φυσήξουν για να αρμενίσουν τα καράβια προς την πρωτεύουσα.
Ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, κατηγορεί τον διοικητή της λιβυκής Πεντάπολης Ανδρόνικο, ότι μετέβαλε “την βασίλειον στοάν, το παλαιόν κριτήριον”, σε τόπο μαρτυρίων.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος, πρώτος απαγόρευσε να στήνονται αγάλματα θεών, σε ναούς των “εθνικών” και τις τελετουργίες. Κατέστρεψε το ιερό της Αφροδίτης όπου οι πιστοί έκαναν σπονδές “επί βεβήλων και εναγών βωμών την ακόλαστον τιμώντες Αφροδίτην” .
Κατά τον Ιουλιανό, ο Κωνσταντίνος επέτρεψε να λεηλατηθούν όλοι οι θησαυροί των αρχαίων ναών για να διακηρύξει την περιφρόνησή του προς την αρχαία θρησκεία. Όπως γράφει ο χρονογράφος Ιωάννης Μαλάλας, στην Κωνσταντινούπολη δημεύτηκαν οι περιουσίες των αρχαίων ιερών.
Από τους γιους του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κώνστας έδωσε εντολή να μην θιγούν οι ναοί έξω από τα τείχη των πόλεων, επειδή εκεί βρίσκονταν τα λαϊκά κέντρα ψυχαγωγίας, ενώ προστατεύονταν στην εποχή του και τα μνημεία των πόλεων. Αντίθετα, ο Κωνστάντιος έδωσε εντολή να κλείσουν όλοι οι αρχαίοι ναοί στις πόλεις και στην ύπαιθρο, απαγόρευσε τη λατρεία των αρχαίων θεών και διέταξε να θανατώνονται όσοι τελούσαν δημόσια λατρευτικές πράξεις. Σύμφωνα με τον Λιβάνιο, επέτρεψε την αρπαγή και καταστροφή των μνημείων που είχαν απομείνει και φρόντισε για τη διανομή των θησαυρών στους έμπιστους της εξουσίας. Με τη συγκατάθεση του Κωνστάντιου, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Γεώργιος λεηλάτησε πολύτιμα έργα τέχνης και αναθήματα των ναών (Σωζόμενος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», V, 71, Σωκράτης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», III 2). Κατά τον Λιβάνιο η βασιλεία του Κωνστάντιου ήταν ολέθρια για τα αρχαία μνημεία. Κατεδαφίστηκαν ναοί και ιερά, ενώ καταστράφηκαν πολλά αγάλματα. Επίσης, σκοτώθηκαν πολλοί ιερείς. Μετά το «διάλειμμα» του Ιουλιανού (361-363), ακολούθησε ο Ιοβιανός (363-364), ο οποίος «την των ειδώλων εκώλυσε θεραπείαν» (Θεοδώρητος Κύρου, V, 21) και άφησε τις τοπικές εκκλησιαστικές ηγεσίες, να καταστρέφουν ναούς και αγάλματα.
Μέγας Θεοδόσιος: οι διώξεις και οι καταστροφές των αρχαίων μνημείων εντείνονται
Μέγας ΘεοδόσιοςΣτα χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου, η αρχαία λατρεία ποινικοποιείται, ισοδυναμεί με έγκλημα καθοσιώσεως. Καταστράφηκαν ακόμη και τα μη λατρευτικά αγάλματα. Ο έπαρχος Κυνήγιος, ανέλαβε με αυτοκρατορική εντολή το 384, την εξαφάνιση της παλαιάς θρησκείας με βία, τρομοκρατία και βανδαλισμούς, σύμφωνα με τον Λιβάνιο.
Χρησιμοποίησε στρατιώτες για την κατεδάφιση μνημείων και έριχνε στα χυτήρια τα χρυσά και αργυρά έργα τέχνης.
Ο Λιβάνιος κατηγορεί τους μοναχούς ότι ευθύνονταν για τις καταστροφές πολλών αρχαίων ναών. Ο Θεοδώρητος γράφει ότι ο άγιος Αντώνιος έστειλε τους μοναχούς Μακάριο κα Ισίδωρο με κουστωδία σε μια νησίδα του Νείλου γεμάτη από αρχαία μνημεία και καλλιτεχνήματα, όπου κατέστρεψαν τα πάντα.
Ο Ευνάπιος γράφει ότι Χριστιανοί μοναχοί, κατά την εισβολή των Βησιγότθων στην Ελλάδα (τέλη 4ου αιώνα), προέτρεπαν τους βάρβαρους να πυρπολούν και να ξεθεμελιώνουν αρχαίους ναούς και ιερά. Ο ίδιος γράφει για τους μοναχούς ότι «ο δε βίος αυτοίς συώδης» (συς=γουρούνι). Και τα έργα τους «μύρια κακά και άφραστα».
Στην Γάζα υπήρχαν οχτώ σπουδαίοι αρχαίοι ναοί, από τους οποίους το Μαρνείον εθεωρείτο «ενδοξότερον πάντων των ιερών των απανταχού», το ενδοξότερο της οικουμένης. Ο επίσκοπος Πορφύριος, ζήτησε από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο να τα καταστρέψει. Η σύζυγος του Αρκάδιου Ευδοξία, έπεισε τον διστακτικό αυτοκράτορα να συναινέσει. Την όλη επιχείρηση, ανέλαβε ο Κυνηγός, άνθρωπος της Αυλής και την έφερε εις πέρας. Λεπτομέρειες δίνει στο έργο του, ο Μάρκος ο Διάκονος.
Ο Βυζαντινός χρονογράφος Γ. Κεδρηνός, ο Σωκράτης και ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, γράφουν για «δράση» του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλου (4ος αι.). Ο Κεδρηνός αναφέρει, ότι ύστερα από αξίωσή του αφανίσθηκαν «τα ιερά πάντα των Ελλήνων» και όλα τα αγάλματα «εχωνεύθησαν» (τα έλιωσαν σε χυτήριο).
Ο Θεόφιλος πρωτοστάτησε στην καταστροφή του Σαράπειου, την πυρπόληση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας και τον κατακερματισμό του περίφημου αγάλματος του Σάραπι, έργο του αρχαίου Αθηναίου γλύπτη Βρυάξιδος.
Για τους βανδαλισμούς των Χριστιανών της Αιγύπτου, γράφει ο Jacques Lacarriere στο έργο του «Άνθρωποι Μεθυσμένοι από Θεό»: Σε κάθε διωγμό των θεών της ειδωλολατρίας επαναλαμβάνονται οι ίδιες σκηνές φρίκης, οι ίδιες κινήσεις του πλήθους, οι ίδιες κραυγές μίσους με φόντο τα κατασυντριμμένα αγάλματα στους δρόμους, τους πυρπολημένους ναούς και την καταδίωξη των πιστών της παλαιάς θρησκείας ως τα άδυτα των ναών».
Το παράδοξο είναι ότι ο Θεόφιλος, διόρισε επίσκοπο Πτολεμαΐδος (Κυρηναϊκής, στη σημερινή Λιβύη), τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο και ρήτορα Συνέσιο, ο οποίος δήλωνε ανοιχτά ότι είναι οπαδός της παλαιάς θρησκείας (F. Tinnefeld).
Η εκστρατεία κατά των ειδώλων, είχε ιδιοτελή κίνητρα και εντασσόταν στους ανταγωνισμούς για εξουσία και επιρροή.
Στην Αλεξάνδρεια επίσης, ο επίσκοπος Γεώργιος, με αυτοκρατορική άδεια, επιχειρεί, συνοδευόμενος από στρατιωτική δύναμη, εισβολή στους ναούς και αρπάζει τα αναθήματα (αφιερώματα) και τα διακοσμητικά έργα τέχνης. Επικεφαλής πλήθους Χριστιανών, διαπομπεύει στους δρόμους της πόλης τα αρχαία ελληνικά λατρευτικά αγάλματα. Οι πιστοί της παλαιάς θρησκείας ξεσηκώθηκαν. Ακολούθησαν συμπλοκές με τους Χριστιανούς. Οι «Ελληνιστές», συνέλαβαν τον Γεώργιο και τον έριξαν στην πυρά! Μάλιστα, κατά τον Φώτιο, τον έδεσαν πάνω σε μια καμήλα, τον κατακρεούργησαν και τον έριξαν στη φωτιά μαζί με την καμήλα! (Patrologia Graeca, τ.104).
Ο επίσκοπος της Λαμψάκου Παρθένιος, ισοπέδωσε όλα τα αρχαία μνημεία της περιοχής του. Στην Κύζικο, ο επίσκοπος Ελεύσιος πρωτοστάτησε στην καταστροφή αγαλμάτων. Στο προάστιο της Αντιόχειας Δάφνη, καταστράφηκε το περίφημο άγαλμα του Απόλλωνος Δαφναίου. Στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, Χριστιανοί κατεδάφισαν τους ναούς του Δία και του Απόλλωνα και το ιερό της Τύχης. Στη Μήρο της Φρυγίας, οι «χρισταμύντορες» Μακεδόνιος, Θεόδουλος και Τατιανός «… νύκτωρ επεισελθόντες (στον αρχαίο ναό) τα αγάλματα συνέτριψαν» (Ευνάπιος V, II, 1-2).
Ο επίσκοπος Απάμειας Μάρκελλος, πυρπόλησε και ισοπέδωσε, με τη βοήθεια 2.000 στρατιωτών, τον ναό του Δία. Ενώ παρακολουθούσε την πυρπόληση ενός αρχαίου ναού στον Αυλώνα, πιστοί της αρχαίας θρησκείας, τον περικύκλωσαν αιφνιδιαστικά και τον έριξαν στην πυρά. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο. Ο Κύριλλος, διάκονος στην Ηλιούπολη του Λιβάνου, κατακομμάτιασε πολλά αρχαία αγάλματα.
Το 421, μοναχοί μπήκαν στην Ιερουσαλήμ και πυρπόλησαν αρχαίους ναούς συναγωγές.
Όλα αυτά δημιούργησαν εμφυλιοπολεμικό κλίμα και οδήγησαν σε συγκρούσεις, αντεκδικήσεις και ωμότητες.
Ο έπαρχος Ρουφίνος γκρέμισε τον ναό του Ερμή στην Αντιόχεια (376) και ο έπαρχος Γράκχος ισοπέδωσε τον ναό του Μίθρα (377). Το 393, ο Ρωμαίος αξιωματούχος Jovius κατέστρεψε τους αρχαίους ναούς της Καρχηδόνας.
Ο αξιωματούχος Maternus Kynegius, ανέλαβε μετά από εντολή του Μεγάλου Θεοδοσίου, την καταστροφή αρχαίων ναών και καλλιτεχνημάτων στις ανατολικές επαρχίες. Όταν πέθανε (388), ενταφιάστηκε στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, όπου βρισκόταν το νεκροταφείο των αυτοκρατόρων.
Αλλά και ο ίδιος ο Θεοδόσιος, όπως γράφει ο Σωζομενός, μετέτρεψε τον ναό της Άρτεμης στην Κωνσταντινούπολη σε πορνείο, τον ναό της Αφροδίτης σε αμαξοστάσιο, ενώ γύρω από αυτόν έχτισε καταλύματα για άπορες πόρνες!
Μόνο ο Ουάλης, από τους αυτοκράτορες που διαδέχτηκαν τον Ιουλιανό, έδειξε ανοχή στην αρχαία θρησκεία και αυτό, γιατί είχε προσχωρήσει στον αρειανισμό. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, τον αποκαλεί «μισοχριστότατον».
Καταστροφές ναών, αγαλμάτων και βιβλίων από τον 5ο αιώνα και έπειτα
Ο τέταρτος αιώνας, ήταν πιο καταστροφικός της ιστορίας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Οι καταστροφές όμως συνεχίστηκαν και τους επόμενους αιώνες.
Ο Θεοδόσιος Β’ με τον νόμο 23 του 423, απειλεί τους πιστούς των παλαιών λατρειών με θάνατο και εξορία. Νομοθετείται επίσης καταστροφή όλων των βιβλίων που είναι αντίθετα στη χριστιανική παιδεία.
Όλα τα κείμενα της κλασικής γραμματείας, ρίχνονται στην πυρά. Με νόμο τον 436, γκρεμίζονται όλοι οι αρχαίοι ναοί που είχαν μείνει ανέπαφοι και συντρίβονται τα αγάλματα. Οποιαδήποτε ανυπακοή ή αντίσταση, συνεπαγόταν θανατική ποινή.
Το 451, ο Μαρκιανός νομοθέτησε την εξάλειψη των αρχαίων ναών και αγαλμάτων, απείλησε με θάνατο τους ειδωλολάτρες και με βαρύτατες ποινές τους κρατικούς υπαλλήλους που δεν εφάρμοζαν αυστηρά τον νόμο.
Το 472, ο Λέων Α’, χαρακτηρίζει έγκλημα κατά του κράτους τη λατρεία των ειδώλων. Οι κατοικίες όπου τελείται παγανιστική λατρεία, δημεύονται.
Στα χρόνια του Ιουστινιανού, ολοκληρώνεται η καταστροφή των λειψάνων του αρχαίου πολιτισμού.
Ο επίσκοπος Ιωάννης της Εφέσου, γκρέμισε αρχαίους ναούς, θρυμμάτισε αγάλματα και καυχιόταν ότι έκαψε 2.000 ειδωλολατρικά βιβλία. Στη νησίδα Φίλαι του Νείλου, η αρχαία λατρεία, συνεχιζόταν ως τα χρόνια του Ιουστινιανού. Ο στρατηγός Ναρσής, διέκοψε τη λειτουργία του ναού που υπήρχε εκεί, συνέλαβε τους ιερείς και έστειλε όλα τα αγάλματα στην Κωνσταντινούπολη. Οι τοιχογραφίες καλύφθηκαν με πηλό από τον ποταμό και πάνω σ’ αυτόν ζωγραφίστηκαν χριστιανικές παραστάσεις.
Το 529, απαγορεύθηκε η διδασκαλία της φιλοσοφίας και επιβλήθηκε το κλείσιμο των σχολών της Αθήνας.
Το 559, επί Ιουστινιανού και πάλι, διαπομπεύτηκαν στην Κωνσταντινούπολη πιστοί της αρχαίας θρησκείας, ενώ έργα τέχνης που κοσμούσαν τα σπίτια τους και οι βιβλιοθήκες τους, ρίχτηκαν στην πυρά. Ο Ιουστινιανός το 562 διέταξε να καούν έργα αρχαίων συγγραφέων και πίνακες ζωγραφικής.
Ο νεοπλατωνικός γραμματικός Παμπρέπιος, μαθητής του Πρόκλου, θανατώθηκε. Ο φιλόσοφος Ιεροκλής, στα χρόνια του Ζήνωνα, βασανίστηκε φριχτά.
Ο χριστιανισμός, εδραιώθηκε σχετικά γρήγορα στις ανατολικές επαρχίες και τις περιοχές της Β. Αφρικής. Αντίθετα στην Ελλάδα, και κυρίως στην Αθήνα, αντιμετώπισε αντιδράσεις και δυσκολίες.
Ίσως γι’ αυτό η ονομασία «Έλληνας», τουλάχιστον ως την εποχή των σταυροφοριών, ήταν μειωτική.
Ο βυζαντινός συγγραφέας Ιωάννης Μόσχος (7ος αι.), αποκαλεί τους Έλληνες «Σαρακηνούς», δηλαδή τους ταυτίζει με τους Άραβες!
Και μόλις το 1237, ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Βατάτζης σε επιστολή του προς τον πάπα Γρηγόριο Θ’ γράφει ότι «εν τω γένει των Ελλήνων η σοφία βασιλεύει».

Πηγή: ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ «Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ», Έκτη έκδοση, Εκδόσεις Πιρόγα.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2025

Οι Καταστροφές των Αρχαίων Ελληνικών Μνημείων (#1)

Τι ακολούθησε την επικράτηση του Χριστιανισμού

Στις αγροτικές περιοχές, η λατρεία των αρχαίων θεών, παρέμεινε “ζωντανή” ως τον 6ο-7ο αιώνα. Τον 4ο αιώνα, όταν απαγορεύτηκε η αρχαία λατρεία και διατάχθηκε το κλείσιμο ή η κατεδάφιση των αρχαίων ναών και η καταστροφή των αγαλμάτων, σε ελάχιστες περιπτώσεις εκδηλώθηκαν δυναμικές αντιδράσεις για την καταστροφή των ιερών.
Οι Χριστιανοί ιεραπόστολοι, με τις ένοπλες ακολουθίες τους, κατέστρεφαν κατά τις προσηλυτιστικές τους εκστρατείες όλα τα σύμβολα των αλλοθρήσκων. Γκρέμιζαν τα ιερά, εστίες λατρείας, τρομοκρατούσαν τους γεωργούς, ερήμωναν την ύπαιθρο, προκαλούσαν κοινωνική αναταραχή και οικονομική κρίση.

Ο ρήτορας Λιβάνιος (314-393), γνωστός αρχαιολάτρης και φίλος του αυτοκράτορα Ιουλιανού, στην περίφημη επιστολή του στον Μέγα Θεοδόσιο, γράφει χαρακτηριστικά για τους Χριστιανούς:

“Σαρώνουν τα πάντα σαν αφηνιασμένοι χείμαρροι και ερημώνουν την ύπαιθρο. Οι ναοί, αυτοκράτορά μου, είναι κτίσματα των αγρών, η ψυχή τους. Αυτές οι αγριότητες αφανίζουν τους γεωργούς, τους εξαθλιώνουν, καθώς χάνουν το θάρρος τους. Και το αποτέλεσμα: ξεπέφτουν οι χωρικοί, χάνει το Δημόσιο... Επιχειρούν (οι τοπικές εκκλησιαστικές αρχές) τον βίαιο προσηλυτισμό, εισορμούν στα χωριά και με το πρόσχημα του “σωφρονισμού”, επιδίδονται σε ληστείες”.

Αυτές οι βαρβαρότητες, προκάλεσαν συσπείρωση και αντίσταση των γεωργικών πληθυσμών.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, καλεί τους γαιοκτήμονες του Βυζαντίου να εκχριστιανίσουν τους δουλοπάροικους και τους κολίγους στα φέουδά τους, να προσλάβουν ιερείς και να χτίσουν εκκλησίες. 

Ο Ιωάννης της Εφέσου (6ος αι.), περηφανευόταν ότι κατά την προσηλυτιστική του εκστρατεία, βάφτισε 70.000 ειδωλολάτρες, συχνά με κνούτο  (σ.σ.: είδος δερμάτινου μαστιγίου που απολήγει σε λωρίδες με κρεμασμένα σφαιρίδιακαι τρομοκρατία. Ο πάπας Γρηγόριος ο Μέγας (5ος αι.), ανακάλυψε ότι στη Σαρδηνία οι χωρικοί δωροδοκούσαν τον κυβερνήτη του νησιού για να τους επιτρέπει να συνεχίζουν ανενόχλητοι την παραδοσιακή τους λατρεία.

Ο Λιβάνιος, στην επιστολή του προς τον Μέγα Θεοδόσιο, είναι καταπέλτης για τον Μέγα Κωνσταντίνο. “...βωμούς εφήκε λακτίζουσιν ανατρέπειν, ιερά δε και νεώς τους μεν έκλεισε, τους δε κατέκαυσε”. Φτάνει μάλιστα να τον κατηγορήσει ότι μετέτρεψε ναούς σε πορνεία: “τους δε βεβήλους αποφοίνας πόρνοις ενοικείν έδωκε” (Λόγος υπέρ των ναών, XVII, 7).

Υπήρξαν βέβαια ορισμένοι φωτισμένοι Χριστιανοί, που προσπάθησαν να συγκεράσουν τη νέα θρησκεία με τις πλούσιες ιδεολογικές παραδόσεις του κλασικού πνεύματος. Σχεδόν πάντα όμως, επικρατούσαν όσοι δεν δέχονταν καν να μελετήσουν τα αρχαία ελληνικά Γράμματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο επίσκοπος της Βιέννης ο οποίος εντρυφούσε στα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο πάπας Γρηγόριος Α’ τον επέπληξε σκληρά, λέγοντάς του ότι “είναι απαράδεκτο τα ίδια χείλη να δοξολογούν τον Χριστό και τον Δία”.

Στην Κύζικο του Ελλησπόντου, ο επίσκοπος Ελεύσιος (4ος αι.) γκρέμισε όλους τους αρχαίους ναούς φανατίζοντας τους εκχριστιανισμένους εργάτες του τοπικού νομισματοκοπείου και της βιοτεχνίας ενδυμάτων.

Ο σοφιστής Σώπατρος από την Απάμεια, μαθητής του Ιάμβλιχου (4ος αι.), θανατώθηκε με εντολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατηγορούμενος ότι “κατέδησε τους ανέμους δι’ υπερβολήν σοφίας” (“έδεσε τους ανέμους με τη μεγάλη σοφία του”) και εμπόδισε τους νοτιάδες να φυσήξουν για να αρμενίσουν τα καράβια προς την πρωτεύουσα.

Ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, κατηγορεί τον διοικητή της λιβυκής Πεντάπολης Ανδρόνικο, ότι μετέβαλε “την βασίλειον στοάν, το παλαιόν κριτήριον”, σε τόπο μαρτυρίων.
Ο Ευσέβιος κατηγορεί τον Μέγα Κωνσταντίνο, ότι πρώτος απαγόρευσε να στήνονται αγάλματα θεών, τη λατρεία τους σε ναούς των “εθνικών” και τις ειδωλολατρικές τελετουργίες. Κατέστρεψε το ιερό της Αφροδίτης όπου οι πιστοί έκαναν σπονδές “επί βεβήλων και εναγών βωμών την ακόλαστον τιμώντες Αφροδίτην”.

Κατά τον Ιουλιανό, ο Κωνσταντίνος επέτρεψε να λεηλατηθούν όλοι οι θησαυροί των αρχαίων ναών για να διακηρύξει την περιφρόνησή του προς την αρχαία θρησκεία. Αυτό δεν έγινε όμως από προσωπική απέχθεια του Κωνσταντίνου, άλλωστε ο ίδιος ήταν “εθνικός” και βαφτίστηκε Χριστιανός λίγο πριν τον θάνατό του, αλλά για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους: προσπορισμός εσόδων, προπαγάνδα και ικανοποίηση των τοπικών εκκλησιαστικών Αρχών. Όπως γράφει ο χρονογράφος Ιωάννης Μαλάλας, στην Κωνσταντινούπολη δημεύτηκαν οι περιουσίες των αρχαίων ιερών.

Από τους γιους του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κώνστας έδωσε εντολή να μην θιγούν οι ναοί έξω από τα τείχη των πόλεων, επειδή εκεί βρίσκονταν τα λαϊκά κέντρα ψυχαγωγίας, ενώ προστατεύονταν στην εποχή του και τα μνημεία των πόλεων. Αντίθετα, ο Κωνστάντιος έδωσε εντολή να κλείσουν όλοι οι αρχαίοι ναοί στις πόλεις και στην ύπαιθρο, απαγόρευσε τη λατρεία των αρχαίων θεών και διέταξε να θανατώνονται όσοι τελούσαν δημόσια λατρευτικές πράξεις.

Σύμφωνα με τον Λιβάνιο, επέτρεψε την αρπαγή και καταστροφή των μνημείων που είχαν απομείνει και φρόντισε για τη διανομή των θησαυρών στους έμπιστους της εξουσίας. Με τη συγκατάθεση του Κωνστάντιου, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Γεώργιος λεηλάτησε πολύτιμα έργα τέχνης και αναθήματα των ναών( Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», V, 71, Σωκράτης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», III 2).

Κατά τον Λιβάνιο η βασιλεία του Κωνστάντιου ήταν ολέθρια για τα αρχαία μνημεία. Κατεδαφίστηκαν ναοί και ιερά, ενώ καταστράφηκαν πολλά αγάλματα. Επίσης, σκοτώθηκαν πολλοί ιερείς. Μετά το «διάλειμμα» του Ιουλιανού (361-363), ακολούθησε ο Ιοβιανός (363-364), ο οποίος «την των ειδώλων εκώλυσε θεραπείαν» (Θεοδώρητος Κύρου, V, 21) και άφησε τις τοπικές εκκλησιαστικές ηγεσίες, να καταστρέφουν ναούς και αγάλματα.

Πηγή: ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ «Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ», Έκτη έκδοση, Εκδόσεις Πιρόγα.

https://www.protothema.gr

Η Συνέχεια στο Δεύτερο Μέρος

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αρχειοθήκη ιστολογίου